Αμαρτωλών Σωτηρία: Περί γυναίκας που κολάστηκε επειδή άφησε μια αμαρτία ανεξομολόγητη (1)

Κάποια γυναίκα έκανε μια θανάσιμη αμαρτία και δεν τόλμησε ποτέ της να την εξομολογηθεί λόγω της ντροπής της και της ασχήμιας της πράξεως. ΄Ομως έκανε άλλες αρετές: νήστευε, έκανε ελεημοσύνες, αγρυπνίες, προσευχές και εξομολογείτο τα υπόλοιπα αμαρτήματα και κοινωνούσε τα Θεία Μυστήρια νομίζοντας ότι έτσι θα βρει έλεος από το Θεό για εκείνην τη μεγάλη αμαρτία. Τελικά αρρώστησε βαριά αλλά και πάλι εξομολογήθηκε μόνο τα υπόλοιπα αμαρτήματα, κοινώνησε και πέθανε. 

Μετά από μέρες μια κόρη της προσευχόταν στο δωμάτιό της και ένιωσε τόσο μεγάλη δυσωδία που δεν άντεχε. Ενώ έψαχνε από πού μπορούσε να προέρχεται αυτή η έντονη και βρωμερή μυρωδιά, είδε πάνω από το κρεβάτι μια σκιά τόσο άσχημη και φοβερή, που έπεσε κάτω από το φόβο και φώναζε το Χριστό και την Παναγία, για να τη βοηθήσουν. 

Τότε ήρθε από τη σκιά μια φωνή, που έλεγε: 

-Μη φοβάσαι, κόρη μου. Εγώ είμαι, η δύστυχη μητέρα σου.

-Μα πώς μπορεί να είσαι τόσο δυσώδης και άσχημη εσύ που ήσουν τόσο ενάρετη;

-Θυμάσαι που σου είπα μια φορά, ότι έκανα μια αμαρτία θανάσιμη και δεν το είπα ποτέ σε κανέναν πνευματικό; Γι’ αυτήν την αμαρτία κρίθηκα, να βασανίζομαι αιώνια στην κόλαση. Και δε με ωφέλησαν τα υπόλοιπα καλά που έκανα. 

-Να σε βοηθήσω μάνα. Να βρω ιερείς να κάνουν λειτουργίες, να κάνω ελεημοσύνες σε φτωχούς και μοναστήρια, μέχρι να βρεις συγχώρεση. 

-Δεν υπάρχει μετάνοια στον ΄Αδη. ΄Οταν είχα καιρό, δε διορθώθηκα με λίγο κόπο η άμοιρη. Και τώρα, ό,τι και αν κάνεις δεν ωφελούμαι. Γιατί μόλις χωρίστηκε η ψυχή μου από το σώμα, με άρπαξαν αμέσως οι πονηροί δαίμονες και με παρουσίασαν στο Κριτήριο του Χριστού, ο οποίος με κοίταξε με φοβερή ματιά και είπε: “φύγε από Εμένα καταραμένη και πήγαινε στην ατέλειωτη γέεννα.” Και αμέσως βρέθηκα στο βυθό της κολάσεως. Επομένως δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για μένα. ΄Ομως για να παραδειγματιστείτε εσείς οι ζωντανοί, επέτρεψε ο Χριστός να σου φανερωθώ σήμερα, για να πεις σε όλους τα βάσανά μου και να  φυλάγεστε να μην το πάθετε σαν και μένα. 

Πες στον αδερφό σου, να διορθώσει την πολιτεία του κι εσύ άσε τα νιψίδια και τα στολίδια του σώματος και μην ξυριστείς ή ομορφύνεις το πρόσωπό σου, γιατί πολλές και αναρίθμητες γυναίκες για αυτήν και μόνο την αμαρτία κολάστηκαν. Και αν δε με ακούσεις, θα έρθεις γρήγορα, να με συνοδεύσεις σε εκείνον τον άχαρο τόπο. Αυτά στα λέω, για να μη δω κι εσάς εδώ μαζί μου στη γέεννα και αυξηθεί η οδύνη μου.”

Αφού άκουσε αυτά η κόρη, ρωτούσε και άλλα για την κόλαση. ΄Ομως η μητέρα της είπε, ότι δεν της επιτρέπεται, να πει κάτι παραπάνω. Και εξαφανίστηκε ως άνεμος και έμεινε στο δωμάτιο εκείνη η ανυπόφορη δυσωδία, που δεν μπορούσε πλέον κανείς, να μπει σε αυτό το δωμάτιο. Και η κόρη έβαλε σε άλλο τόπο το κρεβάτι της και έμεινε ασθενής πολλές μέρες από το φόβο όσων είδε και άκουσε και κάλεσε τον πνευματικό της, το Σεραφείμ από τη Βολωνία και του τα εξιστόρησε όλα. Και τα φανέρωσαν σε όλην την πόλη και τα έγραψαν και σε βιβλίο, για να τα γνωρίζουν οι μεταγενέστεροι και να φυλάγονται.

Αφήστε μια απάντηση