«Μαμά, πού είσαι;» Η φωνή του Κώστα αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνο το βράδυ. Ήταν 23:47 όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. Είχα μόλις περάσει από το αστυνομικό μπλόκο στη Λαγκαδά, βιαστική να γυρίσω σπίτι μετά τη βάρδια στο νοσοκομείο. Δεν έδωσα σημασία στα φώτα και τις σειρήνες – στη Θεσσαλονίκη, τέτοια σκηνικά είναι σχεδόν καθημερινά. Ποιος να φανταστεί ότι εκείνη τη νύχτα, η μοίρα θα έπαιζε το πιο σκληρό της παιχνίδι;
Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. Αυτή τη φορά, δεν είναι ο Κώστας. Είναι ο φίλος του, ο Γιάννης, με τρεμάμενη φωνή: «Κυρία Μαρία… ο Κώστας… έγινε ατύχημα…». Η καρδιά μου σταματάει. Τα χέρια μου τρέμουν τόσο που παραλίγο να ρίξω το κινητό. «Πού; Πώς;» ουρλιάζω. «Στη Λαγκαδά… εκεί που έχει τα περιπολικά…».
Δεν θυμάμαι πώς έκανα αναστροφή. Δεν θυμάμαι πώς έφτασα πίσω στο σημείο. Θυμάμαι μόνο τα φώτα, τα ουρλιαχτά, το αίμα στο πεζοδρόμιο και το παπούτσι του Κώστα πεταμένο στη μέση του δρόμου. Οι αστυνομικοί με σταματούν. «Είναι ο γιος μου!» φωνάζω με όση δύναμη έχω. Κανείς δεν με αφήνει να πλησιάσω. Μια γυναίκα αστυνομικός με πιάνει από τους ώμους: «Ηρεμήστε, παρακαλώ…»
Η ώρα περνάει βασανιστικά αργά. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, φτάνει λαχανιασμένος. Δεν μιλάμε – μόνο κοιταζόμαστε με μάτια γεμάτα τρόμο και ενοχές. Πού ήμασταν; Γιατί δεν τον πήραμε εμείς από το φροντιστήριο; Γιατί τον αφήσαμε να γυρίσει με τα πόδια;
Φ. «Είναι ζωντανός, αλλά η κατάσταση είναι κρίσιμη.» Αυτές οι λέξεις καρφώνονται στο μυαλό μου σαν μαχαίρι. Τρέχουμε στο νοσοκομείο. Οι ώρες περνούν ανάμεσα σε προσευχές και σιωπηλές κατηγορίες. Ο Στέλιος κάθεται απέναντί μου και ψιθυρίζει: «Πάντα σου έλεγα να μην τον αφήνεις να κυκλοφορεί τέτοια ώρα…»
«Κι εσύ πού ήσουν;» του πετάω με θυμό που δεν μπορώ να συγκρατήσω. «Δουλειά! Όπως κι εσύ!» απαντάει. Η ένταση ξεσπάει ανάμεσά μας – χρόνια καταπιεσμένα παράπονα βγαίνουν στην επιφάνεια μέσα σε μια νύχτα που όλα αλλάζουν.
Οι γιατροί μπαίνουν και βγαίνουν από το χειρουργείο. Κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα, η καρδιά μου σταματάει. Θυμάμαι τον Κώστα μικρό, να τρέχει στην αυλή του σχολείου, να γελάει με τα αστεία του παππού του, να μαλώνει με την αδερφή του για το ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι πίτσα. Πώς γίνεται τώρα να παλεύει για τη ζωή του;
Η αδερφή του, η Ελένη, φτάνει με δάκρυα στα μάτια. «Μαμά, θα ζήσει;» Δεν ξέρω τι να της απαντήσω. Την αγκαλιάζω σφιχτά και της ψιθυρίζω: «Πρέπει να είμαστε δυνατές.»
Οι ώρες περνούν βασανιστικά αργά. Ο Στέλιος κάθεται απέναντί μου και ψιθυρίζει: «Πάντα σου έλεγα να μην τον αφήνεις να κυκλοφορεί τέτοια ώρα…»
Ξημερώνει και ο Κώστας είναι ακόμα στο χειρουργείο. Οι φίλοι του μαζεύονται έξω από το νοσοκομείο – παιδιά δεκαέξι χρονών, χαμένα ανάμεσα σε φόβο και ελπίδα. Ο Γιάννης με πλησιάζει: «Συγγνώμη, κυρία Μαρία… εγώ του είπα να περάσουμε απέναντι…» Τον αγκαλιάζω – δεν φταίει εκείνος.
Οι γιατροί τελικά βγαίνουν: «Η επέμβαση πήγε καλά, αλλά οι επόμενες ώρες είναι κρίσιμες.» Ανακουφίζομαι προσωρινά, αλλά ξέρω πως τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.
Τις επόμενες μέρες ζούμε ανάμεσα σε μηχανήματα και προσευχές. Ο Στέλιος κι εγώ αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον – οι ενοχές μας πνίγουν. Η Ελένη κλείνεται στο δωμάτιό της και αρνείται να φάει.
Μια μέρα, καθώς κάθομαι δίπλα στο κρεβάτι του Κώστα και κρατώ το χέρι του, αρχίζω να μιλάω:
«Συγγνώμη που δεν ήμουν εκεί… Συγγνώμη που σε άφησα μόνο σου… Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω…»
Τα δάκρυά μου πέφτουν πάνω στο χέρι του. Εκείνη τη στιγμή νιώθω ένα ελαφρύ σφίξιμο – ο Κώστας προσπαθεί να κουνήσει τα δάχτυλά του.
«Μαμά;» ψιθυρίζει αδύναμα.
«Εδώ είμαι αγόρι μου… εδώ είμαι…»
Η ελπίδα ξαναγεννιέται μέσα μου.
Οι μέρες περνούν και ο Κώστας σιγά-σιγά συνέρχεται. Όμως τίποτα δεν είναι όπως πριν. Οι σχέσεις μας έχουν αλλάξει – η οικογένεια έχει ραγίσει αλλά προσπαθούμε όλοι μαζί να κολλήσουμε τα κομμάτια.
Ένα βράδυ, καθισμένοι όλοι μαζί στο τραπέζι – για πρώτη φορά μετά από καιρό – ο Στέλιος λέει:
«Πρέπει να μιλάμε περισσότερο… Να μην αφήνουμε τη δουλειά και την καθημερινότητα να μας απομακρύνουν.»
Συμφωνούμε όλοι σιωπηλά.
Ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που περνάω από εκείνο το σημείο στη Λαγκαδά, η καρδιά μου σφίγγεται. Αναρωτιέμαι: Πόσες φορές αφήνουμε την καθημερινότητα να μας απομακρύνει από αυτούς που αγαπάμε; Και πόσο εύκολα μπορεί μια στιγμή να τα αλλάξει όλα;
Εσείς; Έχετε νιώσει ποτέ ότι μια στιγμή άλλαξε για πάντα τη ζωή σας;