Εκεί έκλεισε και την πληγή η αγάπη. Εκεί που άνθισε ο έρωτας, κι ήρθε κι έγινε παντοτινή αγκαλιά.
Μάνα, δεν θέλω να πηγαίνω στο ρέμα. Είναι μακριά, και μόνη μου εκεί τόσες ώρες φοβάμαι. Άσε να έρθει κι ο μικρός κοντά μου. Έτσι να νιώθω πως έχω παρέα.
Δεν με άκουγε όμως ποτέ η μάνα. Πάντα μόνη μου με έστελνε. Και πάντα ο γείτονας, ένας μέθυσος, ένα ρεμάλι, με κοιτούσε καθώς περνούσα από την αυλή του κι απομακρυνόμουν.
Από μικρή το έκανα τούτο το δρομολόγιο. Από τότε που πήγα στο σχολείο. Τώρα μπορείς και συ μου είπε να αναλάβεις κάποιες δουλειές. Μπορώ μάνα της είπα. Μπορώ.
Και μου ανάθεσε να πηγαίνω στο ρέμα να γυρίζω το νερό στο αυλάκι μας να ποτίζω τα σπαρτά μας. Μεγάλη ήταν η χαρά μου. Μου άρεσε η γη. Το χώμα το ποτισμένο και η μυρωδιά του.
Μου άρεσε να βρέχομαι με το νερό.
Να πέφτω στα βαθιά λακκώματα μέσα στο ρέμα και να βρέχομαι μαζί με τα ρούχα μου.
Αυτό το έκανα σαν τελείωνα τα ποτίσματα. Με τα ρούχα πλατσούριζα, κι όταν χόρταινα δροσιά στο ντάλα του μεσημεριού πια, έβγαινα και στεκόμουνα όρθια σ’ ένα πέτρωμα να στεγνώσω.
Άνοιγα τα χέρια μου, κι αγκάλιαζα όλα τα ποτισμένα μου τα χωράφια.
Κι όταν μισοστεγνώνανε τα ρούχα μου έφευγα με την δροσιά στο κορμί και στην ψυχή μου.
Έτσι ήμουν μια μέρα. Με τα χέρια ανοιχτά και τα ρούχα μου βρεγμένα να γλύφουν το κορμί μου. Έτσι με βρήκε ο γείτονας. Μεγάλωσες μου είπε. Μεγάλωσες.
Σαν τον είδα, το’ βαλα στα πόδια. Άκου μεγάλωσα. Δώδεκα ήμουν ακόμα. Δώδεκα. Τελευταία τάξη πήγαινα στο σχολειό.
Το στήθος μου μόλις άρχιζε να σχηματίζεται κι η μάνα μου φώναζε να μην φοράω στενά μπλουζάκια.
Τα φαρδιά να βάζεις έλεγε. Τα φαρδιά. Έλεγε αυτή, μα δεν είχαμε και επιλογές πολλές. Τρεις μπλούζες όλες κι όλες, κι αυτές κόντευαν να λιώσουν. Πόσο να αντέξουν; Από δεύτερο χέρι ήταν. Πρώτα τις φόρεσε εκείνη, κι ύστερα η μεγάλη μας.
Τώρα εγώ. Ξέχασε πως τις είχε στενέψει να τις βάλουμε. Ο πατέρας δούλευε στα νταμάρια μακριά από μας. Ερχόταν μόνο στις γιορτές.
Χριστούγεννα, Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο.
Φέρε κάνα ρούχο από την πόλη στα παιδιά του έλεγε. Εγώ δεν ξέρω από αυτά γυναίκα. Όλα τα λεφτά σου τα δίνω. Κάνε τα κουμάντα σου να ντύσεις τα παιδιά.
Ήταν καλός ο πατέρας μας. Καλός οικογενειάρχης. Πως; Του’ λεγε κείνη. Πως να τα κάνω; Μια γυναίκα δεν πάει μόνη της στην πόλη. Θα της κρεμάσουν κουδούνια.
Μαζί θα πάμε του είπε. Μαζί. Κάτσε δυο μέρες παραπάνω, να πάμε και να γείρουμε, κι ύστερα φεύγεις ξανά για τα νταμάρια.
Έτσι έγινε κιόλας. Την άκουγε την μάνα.
Ήταν λογική γυναίκα. Δικαίωμα δεν είχε δώσει ποτέ όσο έλειπε ο άντρας της. Πουθενά δεν πήγαινε μόνη της. Πότε με την πεθερά της, και πότε με την μάνα της πήγαινε σε μακρινές δουλειές.
Άντε πάμε τους έλεγε. Δεν λαλούν τα κουδούνια όμορφα…
Και κείνες πότε η μια και πότε η άλλη, φορούσανε την καλή τους την ποδιά και το τσεμπέρι και κίναγαν, και καμάρωναν για την θυγατέρα που είχαν.
Σαν άντρας έκανε τα παζάρια. Όλοι την είχαν μάθει. Όλοι ήξεραν πως αν δεν έριχνε τις τιμές, δεν αγόραζε τίποτα.
Εκείνες καμάρωναν κι αυτή δυσανασχετούσε μ’ όλα τούτα. Ανάθεμα την ώρα και την στιγμή έλεγε, που για δυο σπυριά ρεβύθια, λίγα δράμια καφέ, λίγη ζάχαρη, και λίγο σαπούνι, λείπω όλη μέρα.
Ήταν λογική και μυαλωμένη η μάνα.
Με μένα έκανε το λάθος. Με μένα. Δεν θέλω να πηγαίνω μόνη μου μάνα της είπα από την μέρα που ο γείτονας ήρθε στο ρέμα και μου είπε πως μεγάλωσα.
Δεν μ’ ακουγε, και’ γω ντρεπόμουν να της πω για κείνον. Φοβόμουν την αντίδρασή της. Δεν θα με πίστευε, και θα μου’ λεγε, θυγατέρα πονήρεψες; Ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί, παρά να μου το’ λεγε τούτο.
Από κείνη την μέρα δεν έπεσα στο ρέμα ξανά. Έφευγα αμέσως μετά το πότισμα με την ψυχή στο στόμα.
Είμαι στα δέκάξι μου, κι ακόμα πάω στο ρέμα. Ο γείτονας λείπει καιρό από το σπίτι του. Θα ξεχορταριάσεις και λίγο σήμερα μου είπε η μάνα. Ναι μάνα, Θα το κάνω.
Γύρισα το νερό στ’ αυλάκι μας να βραχούν τα χορτάρια, να βγαίνουν καλύτερα. Λασπώθηκα από πάνω μέχρι κάτω. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά, και μόλις αποτέλειωσα, ρίχνω μια και μπαίνω στο βαθούλωμα στο ρέμα. Ώρα πολύ έκατσα μέσα.
Έλυσα και τα μαλλιά μου να τα λούσω. Είχα πάρει και μια πλάκα σαπούνι. Βγήκα στο πλακόστρωτο να στεγνώσω.
Δυο χέρια μ’ άρπαξαν. Δεν είδα ποιος ήταν. Μ ‘έσυραν στους θάμνους, με γύρισαν μπρούμυτα και μου κομμάτιασαν την ψυχή μου. Μου μάτωσαν σώμα και ψυχή.
Κι όταν τελείωσε, με χτύπησε στο κεφάλι μου κι έχασα τις αισθήσεις μου. Πρόλαβα και τον δάγκωσα. Μόνο αυτό έκανα.
Κομμάτι από το δάχτυλό του, του έκοψα. Μόνο αυτό. Μπροστά τα δικά μου κομμάτια…δεν ήταν τίποτα.
Ξύπνα μου φώναζε κάποιος. Ξύπνα και πες μου, είσαι καλά; Μου έριχνε νερό στο πρόσωπό μου, και με ρώταγε συνεχώς αν είμαι καλά. Άνοιξα τα μάτια μου, και τον κοίταξα.
Τι ντροπή θεέ μου. Να με βρει ξένος άνθρωπος καταματωμένη…Είσαι καλά με ρώτησε ξανά, και’ γω τραβούσα το φουστάνι μου να κρύψω την ντροπή μου.
Δεν είπε τίποτα. Με ανέβασε στο άλογό του και με πήγε στο σπίτι μου. Η μάνα, τραβούσε τα μαλλιά της. Τον είδες παιδί μου; Πες μου ποιος ήταν; Θα τον παλουκώσω θυγατέρα μου.
Πες μου ποιος σου το’ κανε. Δεν ξέρω μάνα. Δεν τον είδα. Ούτε και’ γω είδα κάτι είπε ο ξένος. Γύρισε η μάνα να τον ευχαριστήσει, και τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα.
Κανείς δεν τον είδε σαν την έφερε στο σπίτι. Ήταν λίγο απόμακρα από τ’ άλλα σπίτια. Τον ευχαρίστησε κι έφυγε ο ξένος.
Κι άμα μείνανε οι δυο τους, άρχσε το μοιρολόι η μάνα. Να έχεις μια χαλασμένη κόρη εκείνο τον καιρό, ήταν μεγάλη ντροπή.
Στιγματισμένη, και ντροπιασμένη κανείς δεν θα την πάρει. Άντε και δεν θα το μάθουν. Σαν έρθει η ώρα να παντρευτεί;
Τι θα γίνει; Να την φέρει πίσω; Να τους πει μου την δώσατε χαλασμένη;
Άσε που αν μαθευότανε θα χάλαγε κι ο αρραβώνας της μεγάλης.
Μα κι ο μικρός, γυναίκα δεν θα έβρισκε εύκολα. Όλα τα σκεφτόταν κι μοιρολογούσε, μα για τον δικό της ψυχικό πόνο κουβέντα.
Να το ξεχάσεις της είπε. Ακούς; Να το ξεχάσεις, και τσιμουδιά..
Μάνα πως; Πες μου πως, και θα το ξεχάσω.
Ό,τι σου λέω. Ακούς; Μ’ αγκάλιαζε, με φίλαγε, έκλαιγε. Φταίω έλεγε. Φταίω. Τι θα πω στον πατέρα σου.
Την λυπήθηκα κείνη την στιγμή, και της είπα, μάνα, δεν έγινε τίποτα. Τίποτα δεν έγινε. Έδιωξα τον πόνο μου, σαν είδα την μάνα μου έτσι. Τίποτα δεν έγινε μάνα.
Κούναγε το κεφάλι της, κι είπε θα δούμε και το είδαμε στο μήνα πάνω. Άλλο μοιρολόι. Άλλα μαλλιοτραβήγματα, κι άλλη τσιμουδιά, ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε.
Ήρθε κι ο πατέρας. Παντρέψαμε την μεγάλη. Έφυγε και πήρε τον μικρό κοντά του. Είχε τελειώσει το δημοτικό.
Μείναμε οι δυο μας. Στον πατέρα δεν είπαμε τίποτα. Εγώ στο ρέμα να ποτίζω, και να συμπεριφέρομαι σαν να μην έγινε κανένα κακό.
Που την βρήκα την δύναμη, δεν ξέρω.
Στην άκρη από το ρέμα καθόμουν μια μέρα, κάτω από ένα δέντρο, κι ήρθε ο ξένος. Λες κι ήξερα τι θα συμβεί δεν κουνήθηκα καθόλου, κι ούτε τρόμαξα. Με κοίταξε στα μάτια, και με ρώτησε αν θέλω να έρθει να με γυρέψει.
Κάτι άρχισα να του πω, με σταμάτησε και με ρώτησε ξανά. Για το παιδί που περίμενα ήθελα να του πω. Δεν με άφησε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη είπα ναι. Κι ήρθε την επομένη. Ο γάμος έγινε πολύ γρήγορα. Η μάνα έταξε μια λαμπάδα στο μπόι του ξένου. Θεόσταλτος είναι μου είπε.
Ναι μάνα της είπα. Γέννησα ένα αγοράκι. Ο άντρας μου το αγάπησε πολύ. Ποτέ δεν αναφέρθηκε στο γεγονός. Ποτέ.
Καμάρωνε για τον γιο του, και την γυναίκα του. Την πρώτη μας νύχτα που πέσαμε στο κρεβάτι. με πιάσανε τα κλάματα.
Μ’ αγκάλιασε λέγοντάς μου κλάψε, μα να’ ναι η πρώτη και η τελευταία φορά. Θέλησα να του μιλήσω για κείνη την πληγή. Μαζί θα την κλείσουμε μου είπε. Η μάνα ,μου είπε πως σε έστειλε ο θεός.
Γέλασε. Ο έρωτας με έστειλε είπε. Ο έρωτας.
Από έρωτα κάναμε και την κόρη μας.
Είσαι τόσο όμορφη και τόσο δυνατή. Και’ γω σε θέλω δίπλα μου. Και με είχε δίπλα του για μια ζωή ολόκληρη.
Μείναμε στο χωριό μου. Είχε κάτι οικονομίες και φτιάξαμε ένα μικρό σπιτάκι σε ένα χωραφάκι που μας έδωσε ο πατέρας. Στην αγκαλιά του έκλεισε κείνο το τραύμα. Αυτός μου έμαθε πως την γυναίκα δεν την παίρνουν… με το ζόρι.
Την γυναίκα την παίρνεις με την θέλησή της. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Στην αγκαλιά του έμαθα, πως μόνος ήταν από μικρός.
Πάσκιζε να κερδίζει την ζωή του. Και νίκησε. Μα η μεγαλύτερή του νίκη ήταν που κέρδισε εμένα. Έτσι έλεγε.
Στο ρέμα πηγαίναμε πάντα μαζί να ποτίζουμε τα χωράφια μας, και το κατακαλόκαιρο μαζί πέφταμε στο βαθούλωμα. Μαζί στεγνώναμε στο πέτρωμα, και μαζί κλείσαμε την πληγή.
Μου φαίνεται τόσο μακρινή στην αγκαλιά του. Τόσο μακρινή, και τόσο ξένη. Η αγάπη είναι φάρμακο.
Και’ γω στην αγκαλιά του ένα μωρό, που νιώθει ασφάλεια σαν το σφίγγουν δυνατά τα δυο του χέρια.
Τούτο το σφίξιμο, ήταν πιο δυνατό από κείνο που με γέμισε αίματα.. Κι αντρίκιο.
Κι ήρθε να διώξει του άναντρου την θύμηση…
Η μάνα μου μας επισκέφτηκε μια μέρα. Μας είπε για τον μικρό που θα γινόταν οι αρραβώνες του. Μας είπε για την μεγάλη που περίμενε το τρίτο της παιδί.
Μας είπε για τον γείτονα που τον βρήκαν νεκρό με το δάχτυλο κομμένο. Κάπου θα έμπλεξε σε καυγά είπε ο άντρας μου.
Εγώ του το έκοψα του είπα σαν έφυγε η μάνα μου. Εγώ. Τελικά αυτός ήταν είπα, κι έφτυσα στο χώμα.
Ο άντρας μου με αγκάλιασε και με φίλησε, να μου αφήσει την γεύση από το δικό του φιλί…
Τον κοίταξα στα μάτια. Σ’ αγαπάω του είπα. Κάθε που με φιλούσε, το περίμενε. Μόνο αυτό μου είχε ζητήσει.
Μόνο αυτό ήθελε. Να με φιλάει και να του λέω σ’ αγαπώ. Πως να μην κλείσουν οι πληγές με τέτοια αγάπη; Πως;
Ελευθερία Λάππα