Ἀσκητής Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης.
Ἕνα Σάββατο, ἐνῶ ἔκανε κομποσχοίνι στούς ἁγίους Πάντες, εἶδε τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι σέ μία τοιχογραφία στήν Λιτή τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας, μέ ξίφος καί μανδύα. «Βάδιζε», διηγεῖτο, «καί ἡ οὐρά τοῦ μανδύα ἄνοιγε–κλοῦσε». Τό ἐξωμολογήθηκε στόν Γέροντά του καί ἐκεῖνος σταυροκοπιόταν καί ἐπαναλάμβανε: «Δόξα σοι ὁ Θεός!».
Πήγαινε στοῦ Φιλοθέου, παλαιά πού ἦταν ἰδιόρρυθμο, καί ὅταν ὁ ὑπεύθυνος μοναχός μοίραζε τήν κουμπάνια στούς πατέρες, ὁ γερω–Εὐθύμιος ἔλεγε σ᾽ ἕνα καλογέρι· «τώρα νά δῆς τί θά τούς κάνω». Πήγαινε καί ἔμπαινε μπροστά στήν γραμμή πρίν ἀπ᾽ ὅλους τούς πατέρες, καί ἐνῶ δέν ἐδικαιοῦτο κουμπάνια, γιατί δέν ἦταν ἀπό τό Μοναστήρι, ἔλεγε ἀπαιτητικά: «Θά μοῦ δώσεις δύο κουτιά καλαμαράκια, μία πλάκα τυρί, ἐκεῖνο καί ἐκεῖνο», καί ἀφοῦ γέμιζε τόν ντορβά του μέ τρόφιμα, πήγαινε καί τά μοίραζε σέ φτωχά καί ἀνήμπορα γεροντάκια. Ἔδινε τήν ἐντύπωση τοῦ παράξενου, τοῦ ἰδιότροπου, τοῦ σαλοῦ, τοῦ πλεονέκτη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε τόσο πτωχικά καί ἀσκητικά.
Ἡ ἑκούσια διά Χριστόν πτωχεία του ἦταν μεγάλη. Τά ράσα του ἦταν μπάλωμα στό μπάλωμα. Κανείς δέν θά τά ἔπαιρνε. Οὔτε καί γιά σκιάχτρα ἔκαναν. Τό καλυβάκι του παλαιό καί ἁπλό, ἀλλά καθαρό καί περιποιημένο. Ἀργότερα ἄφησε καί τό ἐργόχειρο καί ἀσχολεῖτο μόνο μέ τά πνευματικά. Ἀπό χρήματα εἶχε μόνο 200 δραχμές καί δύο–τρία τάλληρα, μήπως περάση κάποιος φτωχός μέ «πανταχοῦσα» νά δώση ἐλεημοσύνη.
Προαισθανόμενος τήν κοίμησή του συγχωρήθηκε μέ ὅλους τούς πατέρες καί ἐκοιμήθη εἰρηνικά στίς 9 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 2004