Δεν σας το λέω για να αρχίσετε τις φλωριές “χιλιόχρονοι, να ζήσετε”και τέτοια μα λόγω της ημέρας μου ήρθε στο μυαλό ένα ΟΧΙ
που ευτυχώς δεν ειπώθηκε.
Θα θυμίσει κάτι αυτή η ιστορία στους παλιούς φατσόφιλους.
Μερικές ώρες απόμεναν ακόμα μέχρι να στηθώ στα σκαλιά της εκκλησίας με το μπουκέτο στα χέρια. Δε θυμάμαι τι λουλούδια ήταν, εύχομαι να μην το διαβάσει αυτό η μικρή.
Περνάει ο κουμπάρος απ΄το σπίτι μου και μου ανακοινώνει πως έχει κλείσει ραντεβού σε έναν κομμωτή grande, κάπου στο Κολωνάκι.
“Που να τρέχω τώρα, άσε να βάλω λίγο ζελέ κ μιά χαρά είμαι” του είπα.
“Πας καλά ρε, τέτοια μέρα και θα πας με λίγο ζελέ? Είναι όλα πληρωμένα και μας περιμένουν…άντε προχώρα” μου απάντησε εκείνος ενθουσιασμένος.
Σκάμε σε έναν όροφο που ήταν το κομμωτήριο, με βουτάει ο κουρέας της Σεβίλλης κι αρχίζει να με χτενίζει, ενώ 2 βοηθοί του, μου έβαζαν ζεστές πετσέτες στο πρόσωπο.
Δεν μου είχε ξανατύχει, μόνο κάτι μπριζόλες είχα δει στην τηλεόραση που βάζανε στα μάτια μετά το ξύλο οι μποξέρ αλλά λευκό πετσετάκι σαν αχνιστό πατσά στη μάπα…όχι.
Ήταν οι εποχές που οι περισσότεροι άντρες είχαμε μακρύ μαλλί κ εγώ ακολουθούσα το τσούρμο.
“Αχ να ζήσετε. Θα σας τα κάνω φιλαριστά (ή κρεπαριστά, δε θυμάμαι τι μου είπε) για να είναι εντυπωσιακά στις φωτογραφίες”.
“Κάντε τα και κρεπερί, τι να σας πώ…εσείς ξέρετε” απάντησα με τον πατσά ακόμη στη μούρη.
Άρχισε να τραβάει, να βουρτσίζει, να αδειάζει ένα μπουκάλι λάκ επάνω τους μέχρι που έβγαλε τις πετσέτες από πάνω μου και αποκαλύφθηκε το νέο έργο του Καλατράβα.
έ.. έχετε δεί κουλουριασμένο ασβό σε κεφάλι?
Εγώ ναι…παντρεύτηκα έτσι.
Παίδες τα είχε μαζέψει όλα ψηλά σαν φωλιά αποδημητικών. Μιλάμε άνετη γκαρσονιέρα για ένα ζευγάρι πελαργών.
“Τέλειοθθθ….θεσπέθιος….η ώρα η καλή” να μου λέει και να χοροπηδάει από ενθουσιασμό ο κουρέας της Σεβίλλης
Ο κουμπάρος να με κοιτάει γεμάτος περηφάνεια για το ακριβό δώρο που έκανε στον κολλητό του και εγώ από ντροπή να μη μπορώ να μιλήσω.
“Κάνε υπομονή, τον δέρνεις μετά τον γάμο” σκεφτόμουν.
Μετά από ώρα σκάμε στην εκκλησία.
Οι γονείς μου, ο κουμπάρος, φίλοι κ συγγενείς και εγώ σαν τη Παγώνα με τη στάμνα στα μαλλιά.
Τέτοιο άγχος ούτε στον εχθρό μου, όση ώρα περίμενα ανυπόμονα τη νύφη, ανέλυα όλα τα πιθανά σενάρια που μπορούσαν να συμβούν.
“Να δεις που μόλις σε κοιτάξει, θα το βάλει στα πόδια, θα ξαναμπεί στο νυφιάτικο αμάξι και θα φωνάξει “Πάτα γκάζι οδηγέ, καλύτερα να πάρω γάτα παρά να παντρευτώ Καρυάτιδα”
Μαύρες σκέψεις να μου πλημμυρίζουν το μυαλό και να έχω και τον κουμπάρο να έρχεται όλη την ώρα, να μου ελέγχει το μαλλί μπας και πέσει κάνα κλαδί απτή φωλιά και χαλασει το αριστούργημα του Φειδία.
Σε λίγο έφτασε η νύφη…ξερό κατάπια. Κρύος ιδρώτας άρχισε να ρέει στην πλάτη μου αλλά η φωλιά εκεί, ακλόνητη.
Δε ξέρω αλλά μόλις βγήκε απ΄το αυτοκίνητο για ν ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας κοντοστάθηκε κάνα 5λεπτο και με κοιτούσε μες στα μάτια.
Πήρε μια βαθιά ανάσα η μικρή, μου χαμογέλασε και προχώρησε…επιτέλους.
Ευτυχώς δλδ
…αλλιώς ένας κουμπάρος κι ένας μπαρμπέρης θα έπαιζαν άρπα στον παράδεισο από εκείνη τη μέρα.