Μου την χάλασε ο αδερφός του άντρα μου, της είπε και είναι και γκαστρωμένη…

mike
By
1596 Views
20 Min Read

Μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη ήταν η Καστανή. Ετούτο το όνομα ήταν της μάνας μου. Καστανή την έλεγαν και κείνη, όπως την μια μου κόρη. Να κάνεις πολλά παιδιά του έλεγε. Πολλά να κάνεις, όχι μόνο ένα όπως οι γονείς μου. Δες με, μόνη μου είμαι δίχως μια αδερφή η αδερφό. Ευχή σου δίνω, πολλά να κάνεις, να έχουν παρέα το’να τ’αλλο.
Η μάνα μου ήταν μια γυναίκα Άγια. Όλοι είχαν να λένε για την καλοσύνη της. Ένα βράδυ της χτύπησε την πόρτα μια χωριανή μας. Την γνώμη της ήθελε, την συμβουλή της για ένα θέμα που μόνο η Καστανή θα κράταγε το στόμα της κλειστό. Μάζεψε την ντροπή της και πήγε.
Μάνα ήταν και τούτη και για την θυγατέρα της θα έκανε τα πάντα. Την πόρτα της όποιος και να την χτύπαγε του άνοιγε η Καστανή. Άνοιγε ό,τι ώρα και να ήταν.
Δεν φοβάσαι μάνα; Της έλεγα σαν ήμουν μικρός.

Όχι του έλεγε. Δεν φοβάμαι. Κείνος που κουβαλάει τον θεό μέσα του δεν έχει φόβο για τίποτα. Μα τι να μου κάνουν γιε μου; Έχω και σένα δίπλα μου σωστό άντρα, τι να φοβηθώ;
Όποιος σου χτυπάει την πόρτα νυχτιάτικα, να ξέρεις μεγάλη ανάγκη έχει παιδί μου κι ο θεός τον στέλνει να τον βοηθήσεις.
Η μάνα μου χήρεψε πολύ νωρίς. Εμένα στην κοιλιά της με είχε. Ο γάμος που έκανε ήταν με τον αρχοντόπαιδο του χωριού. Μεγάλος έρωτας, μεγάλος γάμος, μεγάλο γλέντι.
Και μεγάλος χαμός στην κηδεία του. Δεν πρόλαβαν να χαρούν την αγάπη τους. Από το άλογό του έπεσε ο πατέρας μου κι έμεινε στον τόπο.
Άμα είναι γραφτό του κάθε ενός να φύγει, η μοίρα του του βάζει πέτρες εκεί που πέφτει να χτυπήσει το κεφάλι του και να φύγει. Ένας διαβάτης που τον βρήκε μες τα αίματα, έσκυψε πάνω του να δει αν ανασαίνει και κείνος του είπε, να πεις στην γυναίκα μου την Καστανή πως την αγάπησα πολύ κι από τον άλλο κόσμο θα την αγαπάω.

Αυτό είπε και έφυγε, λες και περίμενε κάποιον να του δώσει τούτη την παραγγελιά. Σαν της πήγανε τα χαμπέρια της μάνας μου πάγωσε το αίμα της.
Έχασε το χρώμα της κι έγινε κίτρινη σαν το κερί. Εκείνη την μέρα μόλις είχε πει στην πεθερά της, πως καρτερεί το εγγόνι της κι ετοίμαζαν τραπέζι για τον πατέρα μου που θα έρχονταν να του πουν τα χαρούμενα μαντάτα. Ήρθαν όμως του θανάτου του.
Δάκρυ δεν έχυσε η μάνα. Είχε παγώσει και κείνο. Η πεθερά της της έλεγε σκούξε νύφη μου, θα πάθεις τίποτα με τέτοιον πόνο να μην ξεσπάς. Μάνα δεν βγαίνει της έλεγε. Δεν βγαίνει σαν να μην έχω ψυχή σαν να μην πονάω που τον έχασα.
Τα δάκρυά της βγήκανε σαν σαράντισε μετά την γέννα της σε μένα. Πήγε στον τάφο του κι άφησε μια κραυγή μεγάλη που σείστηκαν τα μνήματα όλα. Τέτοια ήταν η κραυγή της.
Ήρθα να σου πω του έλεγε πως έγινες πατέρας. Πως έκανα τον γιο σου.
Και κείνος χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια του, την πήρε αγκαλιά και την σήκωσε πάνω να σταθεί στα πόδια της. Η γυναίκα μου της είπε, μόνο όρθια πρέπει να στέκει. Ακούς;
Πήγαινε στο σπίτι Καστανή μου να φροντίσεις το παιδί μας και να το κάνεις καλό άνθρωπο σαν και σένα. Ακούς; Καλό άνθρωπο να το κάνεις.

Τα πεθερικά της τα έχασε σε δυο χρόνια. Έφυγαν ο ένας κοντά από τον άλλο από τον καημό τους. Αγαπιόντουσαν και κείνοι πολύ. Μόνη της έμενε η μάνα μου και διαφέντευε την περιουσία τους. Όλοι την σεβότανε γιατί ήταν δίκαιος άνθρωπος.
Αυτοί που’χε στην δούλεψή μας Αγία την λέγανε, μα έτσι ήταν κιόλας. Έτσι έμαθε και μένα, να είμαι καλός. Παραγγελιά του πατέρα σου μου έλεγε, να γίνεις σωστός και χρήσιμος στην κοινωνία.
Άντρα δεν ξανάβαλε στα σκέλια της η μάνα μου.
Ετούτο έγινε μια φορά σαν έβαλε τον πατέρα μου στην καρδιά της. Σ’αυτόν έδωσε και το κορμί της, αφού πρώτα του έδωσε την ψυχή της.
Άλλος ποτέ δεν της πήρε το φιλί. Το τελευταίο φιλί της το άφησε στο στόμα του νεκρού της. Εκεί έσκυψε και τον φίλαγε, λέγοντάς του πως έχω το παιδί μας στην κοιλιά μου.
Αυτή την κοιλιά δεν την είδε ποτέ ξανά κανείς.

Με μεγάλωσε με πολλή αγάπη κι όταν με φώναζε με το όνομά του, όταν με φώναζε Αυγερινέ μου φάνταζε πως μίλαγε σε κείνον. Δεν τον άφησε να σβήσει τον Αυγερινό της.
Τον κράταγε ζωντανό κι έπραξε κατά πως της είχε πει.
Να τον κάνεις καλό άνθρωπο, και μ’ έκανε. Όταν σου χτυπάνε την πόρτα βραδιάτικα, ανάγκη έχουν μου έλεγε. Έτσι και κείνη την νύχτα που της χτύπησε την πόρτα η χωριανή μας.
Της άνοιξα. Είχα πλέον μεγαλώσει και ‘γω. Είχα γίνει της παντρειάς πια.
Μπήκε μέσα η γυναίκα λαχανιασμένη. Να σου πω θέλω Καστανή μου, να σου πω κι έριξε ένα βλέμμα σε μένα. Έφυγα γιατί κατάλαβα πως έπρεπε να μείνουν μόνες να της μιλήσει. Μου την χάλασε της είπε. Μου την χάλασε ο αδερφός του άντρα μου.

Και δεν φτάνει ετούτο, είναι και γκαστρωμένη η θυγατέρα μου η μικρή. Τι να κάνω της είπε, που αν το πω στον πατέρα της θα γίνει φονικό. Θα τον σφάξει στο γόνατο τον κερατά. Θα κλείσουν δυο σπίτια. Θα μείνουν ορφανά, εφτά παιδιά από τις δυο μεριές.
Πες μου τι να κάνω; Που να την στείλω την κόρη να το γεννήσει και τι θα απογίνει μετά; Ό,τι με συμβουλέψεις θα κάνω Καστανή μου της είπε μες τα δάκρυά της η καψερή.
Σκούπισε τα μάτια σου της είπε η μάνα μου και πήγαινε στο σπίτι σου. Κουβέντα δεν θα πεις σε κανέναν. Ούτε στον άντρα σου.
Δεν λέω, βαρύ είναι ετούτο που σας έκανε, αλλά ο θεός βλέπει το κρίμα κι ανάλογα δίνει και την τιμωρία. Να μην βάψει ο άντρας σου τα χέρια του με το αίμα τ’ αδερφού, γιατί θα τιμωρηθεί και κείνος. Έχε πίστη και πήγαινε σπίτι σου.

Μόνο να πεις στην κόρη σου την Ασημούλα, να ετοιμαστεί να γίνει νύφη μου. Δεν νομίζω να πει όχι στον Αυγερινό μου που θα έρθει να σας την γυρέψει σε πέντε μέρες από τώρα.
Άντε να πας στο σπίτι σου και τοιμαστείτε της είπε.
Την άλλη μέρα το πρωί, κάτσε γιε μου να σου πω μου είπε. Έκατσα δίπλα της,και της είπα και γω,πριν μου πεις μάνα εσύ κάτι θέλω να σου πω και’γω πρώτα.
Πες μου παιδί μου μα το δικό μου, καρτερεί. Πες μου. Να, χθες που είδα την κυρά Ξανθή, σκέφτηκα πως είναι καιρός να πάμε να τους ζητήσουμε την μικρή τους την Ασημούλα. Την θέλω μάνα, την θέλω από καιρό, μα κείνη δεν σηκώνει τα μάτια της να με κοιτάξει.
Πως να τα σηκώσει παιδί μου που κουβαλάνε την ντροπή του μπάρμπα της δυο χρόνια τώρα; Δυο χρόνια κάνει τις ορέξεις του με την απειλή πως θα πει σε όλους πως αυτή τον προκάλεσε για τούτο το κακό.

Πως παιδί μου να σηκώσει τα μάτια που θαρρεί πως θα φανεί κείνο που έχει στην κοιλιά της. Κι ο Αυγερινός σκίστηκε στα δυο. Κομμάτια έγινε σαν τ’ άκουσε ετούτο.
Μάνα της είπε, εγώ θα την πάρω κι ας είναι και χαλασμένη κι ας έχει το παιδί του. Θα την πάρω μάνα. Θα την πάρω γιατί την έχω ερωτευτεί. Όνειρα έκανα για μένα και για κείνη και δεν θα τα χαλάσει ο άτιμος ο μπάρμπας της.
Η Καστανή δεν μίλαγε και κείνος της είπε, μάνα δεν μου κρένεις; Δεν λες τίποτα; Εκείνη είχε φουσκώσει από περηφάνια την ώρα τούτη και σκεφτόταν τον πατέρα του, να πως τον μεγάλωσα τον γιο μας. Να πως τον μεγάλωσα.
Μάνα της ξανάπε. Δεν έχεις τίποτα να πεις; Μου δίνεις την ευχή σου μάνα για τούτο; Την έχεις γιε μου! Την έχεις την ευχή μου! Πήρε τα χέρια της να τα φιλήσει και της είπε, πες μου τώρα και κείνο που ήθελες. Τι σημασία έχει γιε μου κείνο;

Να, για τα χωράφια ήθελα να σου πω κάτι. Μα τώρα έχουμε άλλα να σκεφτούμε και να κάνουμε. Κι άρχισαν οι ετοιμασίες για να πάνε να την ζητήσουν.
Μα κι η Ξανθή από την άλλη μεριά είπε στην κόρη της, καιρός να σηκώσεις τα μάτια σου θυγατέρα μου, γιατί ο θεός δεν σε άφησε απροστάτευτη.
Εγώ μάνα μου της είπε και κείνη, τα μάτια μου μια φορά τα σήκωσα να δω τον Αυγερινό της Καστανής σαν πέρασε απ’ το στενό μας και το πλήρωσα ακριβά.
Ετούτο είδε ο βιαστής μου που ήταν εδώ και κείνος στην αυλή με τον πατέρα μας, και μου’πε πως μεγάλωσα και πως αν ήθελα άντρα αυτός ήταν καλύτερος από τον Αυγερινό.
Από τότε έχω να τα σηκώσω τα μάτια μου μάνα και μη μου το λες ετούτο. Και τούτη την φορά για κείνον θα τα σηκώσεις κόρη μου. Για κείνον και μην ανησυχείς. Είναι ενημερωμένοι για αυτό που έπαθες. Όλα τα ξέρει η μάνα του και κείνος.

Θα ‘ρθουν να σε γυρέψουν σε λίγες μέρες. Θέλησε να μάθει το πως η Ασημούλα, μα δεν της είπε η μάνα της τίποτα, παρά μονάχα να σηκώσει τα μάτια της και να ετοιμάζεται για κείνον.
Γάμος και γλέντι τρικούβερτο έγινε κι η Ασημούλα έλαμπε από χαρά κι ομορφάδα. Ήταν πολύ όμορφη η σκασμένη μέσα στο νυφικό της. Η κοιλιά της δεν φαινότανε καθόλου κι ο άντρας της την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Από ‘κει έβλεπε και κείνος.
Από ‘κει και το ‘χε κρυφό, μα τώρα το έδειχνε κι ήταν χαρούμενος για την απόφασή του. Κανείς δεν θα χάλαγε τα όνειρά του και σαν έμαθε πως κι η Ασημούλα είχε όνειρα κρυφά για κείνον δυναμώνανε και των δυο τα όνειρα και φούντωνε την αγάπη τους, που δεν την κρύβανε.
Το βράδυ του γλεντιού τους πήγε και ο βιαστής στον γάμο.

Είχε πει η Καστανή να μην του πούνε τίποτα. Θα κάνανε πως δεν ξέρουν τίποτα για τον βιασμό. Και πως θα γίνει ετούτο της είπε η έρμη η μάνα που μου ‘ρχεται να του χυμήξω να του κόψω κείνο που ‘χει από κάτω; Πως;
Πήγε και κείνος κι ευχόταν τον αδερφό του, ευχόταν την Ξανθή και την Καστανή.
Πλησίασε και την Ασημούλα με τον Αυγερινό να τους ευχηθεί και κάνει ο γαμπρός μια το χέρι του και τον σταμάτησε. Του έκοψε την φόρα και τις ευχές, λέγοντάς του, πως θα ζήσουν με δίχως τις δικές του και δεν άφησε την Ασημούλα του μόνη της καθόλου.
Μόνο τούτο είπε με το στόμα του αλλά τα μάτια του λέγανε πολύ περισσότερα.
Δεν ήθελε να την πλησιάσει και να την ταράξει την μέρα του γάμου της. Έλαμπε κείνη σαν άστρο του ουρανού κι ο Αυγερινός δεν χόρταινε να την βλέπει. Τα ξημερώματα σκόλασε το γλέντι κι έφυγε ο κόσμος. Πήγε και τ’αντρόγυνο να πλαγιάσει.

Η Ασημούλα μαζεύτηκε σε μια γωνιά του κρεβατιού και δεν έβγαζε το νυφικό. Ο άντρας της κατάλαβε πως κάτι έχει. Ίσως να φοβάται κάτι…
Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε τρυφερά. Ασημούλα μου, με αγαπάς την ρώτησε; Σήκωσε τα μάτια της και του είπε, όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, αλλά να…
Δεν την άφησε να του πει πως ένας φόβος είχε φωλιάσει μέσα της σαν ήρθε η ώρα να του δώσει και το κορμί της αφού του είχε δώσει την καρδιά της. Δεν την άφησε να του πει πως έπειτα από τους πάμπολλους βιασμούς του μπάρμπα της, φοβίες πολλές είχε.
Δεν χρειαζότανε να τα ακούσει. Όλα τα καταλάβαινε ο Αυγερινός. Όλα. Άσε με της είπε να σου βγάλω το νυφικό και γείρε πάνω μου να κοιμηθούμε και μη φοβάσαι.
Αυτό που κάνουν τα ζευγάρια, θα σε αφήσω να το ζητήσεις εσύ όταν θα είσαι έτοιμη. Της έβγαλε το νυφικό κι αυτή έβαλε το κεφάλι της στον κόρφο του κι έκλεισε τα μάτια της. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της κι έβρεξαν το στέρνο του Αυγερινού. Δεν της είπε τίποτα.
Της χάιδεψε το κεφάλι της κι η καρδιά του πόνεσε.

Όλη μέρα κοιμόταν πάνω στο στέρνο του. Αυτός είχε ξυπνήσει και δεν κουνιόταν καθόλου να μην της χαλάσει τον ύπνο της. Την κοίταζε που ανάσαινε ήρεμα ήρεμα κι έλιωνε από αγάπη και πόθο. Σκεφτόταν την στιγμή που εκείνη θα ήταν έτοιμη να της κάνει έρωτα.
Να της δείξει πως δεν είναι βιασμός η αγάπη. Και πως ο έρωτας δεν είναι ντροπή και φόβος. Για τούτη την στιγμή ζούσε ο Αυγερινός.
Πέρασε μήνας κι η Ασημούλα σιγά σιγά άφηνε τους φόβους πίσω της. Η αγκαλιά του ήταν η γιατρειά τους. Κάθε που ξάπλωναν εκείνη φορούσε το νυχτικό της κι ο άντρας της σκεφτόταν τι άλλο να κάνει για να τους διώξει. Τίποτα έλεγε. Τίποτα. Μόνο υπομονή.
Ένα βράδυ την ώρα που τρώγανε η μάνα του, τους είπε πως θα λείψει για δυο τρεις μέρες. Στην ξαδέρφη της θα πήγαινε που την χρειαζότανε και πως αν θέλανε κάτι από την πόλη να τους το φέρει. Όχι μάνα δεν θέλουμε κάτι και μείνε όσο θέλεις.

Μην βιαστείς να γυρίσεις εμείς θα τα καταφέρουμε και μόνοι μας. Έφυγε πρωί πρωί η Καστανή κι η Ασημούλα ετοίμασε τον άντρα της για την δουλειά. Την ώρα που έσκυψε να την φιλήσει τον κοίταξε στα μάτια γεμάτη υποσχέσεις.
Όλη μέρα το σκεφτόταν τούτο το βλέμμα ο Αυγερινός. Αλλιώτικο ήταν από των άλλων ημερών και σαν ήρθε το μεσημέρι και πήγε στο σπίτι, η Ασημούλα είχε μια γλύκα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί. Το αγαπημένο του φαγητό ήταν στο τραπέζι.
Έκατσε δίπλα του όπως έκανε πάντα και του κουβέντιαζε πως ήταν η μέρα του. Μακριά σου δεν περνάνε οι ώρες της έλεγε. Δεν περνάνε.
Πάμε να ξαπλώσουμε να ξεκουραστείς του είπε και πήγαν στην κάμαρά τους. Έβγαλε το φουστάνι της και δεν φόρεσε το νυχτικό της. Η καρδιά του έσπασε από τον πόθο σαν ξάπλωσε δίπλα του και το σώμα της άγγιξε το δικό του.

Εκείνη αφέθηκε στα χάδια του και τα φιλιά του κι έμαθε πως η ένωση δυο σωμάτων δεν είναι βιασμός. Δεν γίνεται με τις απειλές και φοβέρες.
Δόθηκε στον Αυγερινό της κι ένιωσε πως ήταν η πρώτη της φορά. Εκείνος μπήκε στο σώμα της λέγοντάς της πως είναι ο πιο ευτυχισμένος άντρας στον κόσμο.
Πέρασε ο καιρός και γέννησε ένα αγόρι. Την μέρα που το έκανε και μαθεύτηκε ο βιαστής της, έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.
Άφησε ορφανά πίσω του και πλήρωσε με την ζωή του το κακό που της έκανε σαν κατάλαβε το λάθος του. Τούτο το λάθος το ξέρανε τέσσερις νοματαίοι και ποτέ δεν το ανάφεραν.
Ο γιος τους μεγάλωνε μαζί με τα αδερφάκια του. Καιρό δεν χάνανε. Τρία κάνανε με το πρώτο τους. Τέσσερα όλα μαζί. Δυο αγόρια δυο κορίτσια κι η ζωή τους κυλούσε όμορφα.
Η Καστανή τα μεγάλωσε όλα με την ίδια αγάπη. Ποτέ δεν ξεχώρισε το πρώτο τους. Όχι μόνο δεν το ξεχώρισε αλλά του είχε αδυναμία.

Σταμάτη τον είπανε σαν τον πατέρα της Καστανής. Αδυναμία της είχε κι ο Σταμάτης μεγάλη. Έζησε κοντά τους αρκετά χρόνια γεμάτα αγάπη και φροντίδα.
Σαν ήταν μικρά όλα τους τα μάζευε κοντά της, άνοιγε τα χέρια της όπως η κλώσα τα φτερά της τα έβαζε στην αγκαλιά της και τους έλεγε. Να γίνετε καλοί άνθρωποι. Καλοί και χρήσιμοι στην κοινωνία. Να πασκίζετε για το ψωμί σας και τα όνειρά σας.
Να λέτε την γνώμη σας άφοβα, μα να την ζυγίζετε καλά πριν την πείτε να μην γέρνει προς το άδικο. Καλοί και έντιμοι να γίνετε σαν τον πατέρα σας και σαν την μάνα σας.
Κι αν σας χτυπάνε την πόρτα, να την ανοίγετε ό,τι ώρα και να’ναι κι ας είναι και μαύρα μεσάνυχτα.
Κανείς δεν χτυπάει πόρτες νυχτιάτικα αν δεν είναι μεγάλη ανάγκη.
Ακούτε; Κανείς…
Ελευθερία Λάππα

add
TAGGED:
Share This Article