Χρονιάρες μέρες είναι κι η κυρα Δέσπω θυμήθηκε το κομπόδεμα για ώρα ανάγκης. Και σάμπως υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερη από δαύτη;

mike
By
154 Views
8 Min Read

Χρονιάρες μέρες είναι κι η κυρά Δέσπω ζει μόνη της. Μπορεί ακόμα!

Δίπλα είναι η κόρη της. Στα διακόσια μέτρα.

Δεν έχει παράπονο κανένα. Κάθε μέρα την φροντίζει και την νοιάζεται. Κι ο γαμπρός της το ίδιο! Γιατί δεν έρχεσαι της λένε να είμαστε όλοι μαζί! Μαζί είμαστε λέει αυτή. Μαζί!

Τι; Μας χωρίζουν λίγα μέτρα.. Δεν θέλει να τους γίνει φόρτωμα.
Όχι ακόμα. Μπορεί και μόνη της. Ως όπου φτάσει κι ύστερα βλέπει…Μια μικρή σύνταξη παίρνει από κείνες που δίνουν στις αγρότισσες. Γύρω στα 360 ευρώ.

Αλλά να είναι καλά η κόρη της κι ο γαμπρός της!

Μάνα τι θέλεις; Τι χρειάζεσαι τις λένε συνέχεια. Τίποτα δεν θέλει.

Τίποτα. Μόνο την υγειά της να μην κουράσει τα παιδιά της.

Χρονιάρες μέρες. Έρχονται Χριστούγεννα και θέλει η φιλότιμη η κυρά Δέσπω να τις κάνει ξεχωριστές αυτές τις μέρες και κοιτάει το πορτοφόλι της.

Ίσα για τα φάρμακά της έχει και να πάρει ένα δωράκι για τα εγγόνια της. Εκείνα δεν θέλουν γιατί ξέρουν πως η γιαγιά δεν έχει αλλά δεν γίνεται να μην τους πάρει κάτι…έτσι για το καλό!

Τα μετράει και τα ξαναμετράει μα δεν αυγατίζουν τα σκασμένα.

Και κείνη θέλει να κάνει τις μέρες αυτές τις άγιες, τις μέρες του Χριστού ξεχωριστές.

Δεν θα πάρω δώρο στα εγγόνια μου φέτος σκέφτεται μα πολλά παιχνίδια έχουν. Αλλά πάλι ξέρει πολύ καλά πως όσο κι αν λεν δεν θέλουν το περιμένουν κι η Δέσπω δεν μπορεί να μην τους δώσει την χαρά! Ωρέ θα τα πάρει! Θα τα πάρει κι ας μην αγοράσει τα χάπια της τούτο τον μήνα. Όμως κι αυτό δεν γίνεται γιατί τα χάπια την βοηθάνε να σταθεί όρθια…

Και είναι μες την στεναχώρια που δεν της βγαίνει εκείνο που’ χει στο μυαλό της να κάνει.

Κάτι κατάλαβε η κόρη της για την στεναχώρια της μα δεν της είπε τίποτα γιατί ήταν ικανή να το κάνει εκείνη τούτο που η Δέσπω είχε κατά νου.. Μα δεν την ξεγέλασε την κόρη της.

Έκανε πως την πίστεψε και της είπε, μάνα αν θες κάτι πάντως εγώ είμαι εδώ! Δεν θέλω τίποτα είπε.

Μα να σκέφτομαι κείνους που δεν έχουν τούτες τις μέρες λίγο ζουμάκι να μυρίζει κόκαλο..

Και δάκρυσε η Δέσπω. Να σ έχει ο θεός καλά παιδί μου μα τίποτα δεν έχω κι ούτε θέλω. Αυτό που είχε στο μυαλό της, μόνη της έπρεπε να το κάνει αλλιώς δεν έχει αξία. Και ξαφνικά σηκώνεται επάνω και φωτίστηκε το πρόσωπό της! Τούτο το φως κι ο ήλιος θα το ζήλευε..

Το κομπόδεμα φώναξε. Αυτό για ώρα ανάγκης..

Ανάγκη είναι και τούτη κι η μεγαλύτερη που μπορεί να βαστάξει ο άνθρωπος. Γελούσε κι έκλεγε η Δέσπω.

Μα πως δεν μου πέρασε απ το νου μου το κομπόδεμα έλεγε κι η ψυχή της φουρτούλαγε απ την χαρά!

Πάει εκεί που το είχε το πιάνει στα χέρια της το σταυρώνει και τ ανοίγει. Παίρνει αυτό που της χρειαζότανε και το’ βαλε στην τσέπη της. Έκλεισε το κομπόδεμα το σταύρωσε ξανά και το φύλαξε! Σ ένα μαντήλι δεμένο σφιχτά τα’ χε.

Αύριο προπαραμονή θα το κάμω τούτο που θέλω είπε κι έριξε και μια στροφή χορού η Δέσπω! Μόνο μια γιατί τα πόδια της δεν την βαστάνε…

Ξημέρωσε ο θεός την μέρα και σηκώθηκε πήρε το μπαστουνάκι της και κείνο το καρότσι που πήγαινε στην λαϊκή όταν μπορούσε και πήρε τον δρόμο για τον χασάπη. Μπαίνει μέσα κι αγοράζει μισό γουρουνόπουλο, δυο τρία κιλά κιμά, ένα μεγάλο κομμάτι μοσχαράκι και δυο συκωταριές αρνίσιες! Να της λέει ο χασάπης ετούτο θα σου δώσω το μικρό το τρυφερό! Τ άλλο μισό το πήρε η κόρη σου πριν λίγο.

Μα τι το θες κυρά Δέσπω εσύ; Κοίτα να το κόψεις καλά και να μην σε νοιάζει τι το θέλω του είπε.

Τα βάζει στο καροτσάκι της και πήρε το δρόμο αντίθετα απ το σπίτι της. Λίγα μέτρα πιο κάτω σταμάτησε και σκέφτηκε πως να το κάνω τούτο που θέλω; Τούτο που θα μου δώσει χαρά μεγάλη εμένα πως να το κάνω που η πόρτα που θέλω να χτυπήσω έχει από πίσω της μεγάλη αξιοπρέπεια και πως θα μπορέσω εγώ για να χαρώ αν τους την θίξω;

Και τις κόπηκαν τα πόδια της κυρά Δέσπως. Όμως δεν γίνεται.. Τούτα τα ψώνια έπρεπε να πάνε σε κείνη την πόρτα είπε κι έκατσε σ ένα χαμηλό τοιχάκι να μην στέκεται όρθια ώσπου να σκεφτεί τι να κάνει. Κοίτα να δεις λέει που θες να κάνεις καλό και δεν ξέρεις μην είναι και κακό…Την στιγμή ετούτη του προβληματισμού διαβαίνει ένας νέος άντρας, ένας λεβέντης και την ρωτάει. Είστε καλά; Πως να’ μαι καλά του είπε. Όχι δεν είμαι.

Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι; Να σας πάω κάπου; Να σας πάω στο σπίτι σας;

Όχι του λέει. Εγώ σπίτι μου δεν πάω αν δεν…και τον ρωτάει; Από δω είσαι; Τίνος είσαι παιδί μου; Ξένος είμαι περαστικός της είπε.

Ε, τότε θα πάω και γω στο σπίτι μου λέει η κυρά Δέσπω του δίνει τα ψώνια που είχε το καρότσι και του δείχνει μια πόρτα.

Αν θες να κάνεις κάτι για μένα, πήγαινε χτύπα κείνη την πόρτα και σαν σ ανοίξουνε να τους τα δώσεις! Μόνο να φύγω εγώ κι ύστερα να το κάνεις.

Τούτο ήθελε η καψερή να κάνει τις χρονιάρες μέρες της ξεχωριστές! Να στείλει δυο κομμάτια κρέας μέρες που είναι στην ανάπηρη χήρα με τα ορφανά της να ρίξει στο τσουκάλι της… Αυτό ήθελε η κυρά Δέσπω. Να ρουφήξουν λίγη σούπα τα μικρά να ζεστάνουν το μέσα τους κι αυτή το δικό της…

Και πάει στην κόρη της τάχα μου να την δει. Άλλο ήθελε να δει η Δέσπω. Το μισό το γουρουνόπουλο ήθελε να δει μα δεν το’δε πουθενά κι ούτε και την ρώτησε..

Και χόρτασε η Δέσπω! Χόρτασε η ψυχή της απ την ανθρωπιά της κόρης της! Να τούτο το φαί είναι που πρέπει ο άνθρωπος να δίνει στην ψυχή του! Τούτο και να το κρατάει μυστικό…

Όπως κι η κόρη της! Τι άλλο να θέλει η Δέσπω;

Τίποτα άλλο δεν θέλει. Όλα τα’ χει! Και κυρίως εκείνο το μικρό κομπόδεμα για ώρα ανάγκης…

Και δεν είναι άλλη ανάγκη μεγαλύτερη από κείνη της ψυχής.

Να θέλει να δώσει και να μην μπορεί.. Μα σαν στ αλήθεια το θέλει βρίσκει τρόπο αλλιώς δεν ησυχάζει..

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article