Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο μικρός ναός του χωριού ήταν λουσμένος στο φως των κεριών. Ο εσπερινός είχε τελειώσει και η μυρωδιά από το λιβάνι πλανιόταν ακόμα στον αέρα, ανάμεσα στις παλιές εικόνες.
Ο κυρ-Αντώνης, ο γέροντας ψάλτης, καθόταν μόνος στο αναλόγιο, τακτοποιώντας τα βιβλία του. Ξαφνικά, η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε σιγά και μια ομάδα παιδιών μπήκε μέσα στα δάχτυλα των ποδιών τους, κρατώντας τα τρίγωνα σφιχτά κάτω από τα παλτό τους.
«Κυρ-Αντώνη», ψιθύρισε ο πιο μικρός, «θέλαμε να τα πούμε πρώτα στον Χριστό».
Ο ψάλτης χαμογέλασε και τους έκανε νόημα να σταθούν μπροστά στην εικόνα της Γέννησης. Μέσα στην απόλυτη ησυχία της εκκλησίας, ο ήχος από τα τρίγωνα ακούστηκε σαν ουράνιος κώδωνας. «Χριστός Γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει…».
Οι φωνές τους αντηχούσαν στον θόλο, και για μια στιγμή, ο κυρ-Αντώνης ένιωσε πως οι άγγελοι που ήταν ζωγραφισμένοι στους τοίχους έψαλλαν μαζί τους. Δεν ήταν απλά κάλαντα· ήταν μια προσευχή που ανέβαινε ψηλά. Όταν τελείωσαν, η ησυχία που ακολούθησε ήταν η πιο γλυκιά που είχε νιώσει ποτέ.
«Αυτή παιδιά μου», είπε ο γέροντας, «είναι η ομορφότερη λειτουργία που έγινε ποτέ σε αυτόν τον ναό».
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος