Ο Μανώλης επέμενε να μην περάσουν τα φετινά Χριστούγεννα στην Νικολέττα, την θεία της Χρύσας στην Καλαμάτα.
Αισθανόταν ήδη πολύ κουρασμένος από την δουλειά του σαν υπεύθυνος πωλήσεων σ` ένα από τα μαγαζιά γνωστής αλυσίδας παιδικών παιχνιδιών. Το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει σπίτι, να χουχουλιάζει στις κουβέρτες του καναπέ, παίζοντας με την ενάμισι έτους σχεδόν κόρη του την Μυρτώ, η χαζεύοντας στην τηλεόραση. Δεν είχε καμμιά όρεξη για ταξίδια, και ταλαιπωρία.
– Αστο ρε Χρύσα να πάμε καλύτερα το Πάσχα, είμαι πολύ κουρασμένος. Χρειάζομαι κι`εγώ λίγη ξεκούραση.
– Μανώλη θα πάμε δεν ακούω τίποτα. Δεν ξεχνάω τι μου έχει προσφέρει αυτή η γυναίκα. Στην ουσία αυτή με μεγάλωσε, όταν η μάνα μου, κι`ο πατέρας μου, δούλευαν μέρα νύχτα για να τα βγάλουν πέρα με τα σοβαρά προβλήματα υγείας του μακαρίτη του αδερφού μου του Δημήτρη. Μ` έφτασε ολόκληρη κοπέλα μέχρι να έρθω στην Αθήνα να μπορέσω να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις. Της χρωστάω πολλά, και νοιώθω πόσο μας έχει ανάγκη στην μοναξιά της. Δεν μπορώ να την αφήσω έτσι τώρα αφού δεν ζουν πια οι δικοί μου.
– Εντάξει δεν λέω πως δεν θέλω, αλλά θα ήταν καλύτερα να το αφήσουμε για το Πάσχα να έχει ανοίξει κι`ο καιρός. Αφού το βλέπεις πως είμαι κομμάτια.
– Και το Πάσχα θα είσαι Μανώλη αν το σκεφτείς, και τότε θα έχεις δουλειές και θα λες να περιμένουμε τις διακοπές τον δεκαπενταύγουστο, γι` αυτό πάμε τώρα και το Πάσχα ξαναπάμε. Με παρακάλεσε η καημένη και της το υποσχέθηκα πως αυτά τα Χριστούγεννα θα τα περάσουμε μαζί. Σκέψου τι χαρά θα πάρει που θα δει πρώτη φορά την Μυρτώ.
– Καλά θα δούμε.
– Οχι θα δούμε θα πάμε σε παρακαλώ.
– Εντάξει αφού δεν γίνεται αλλιώς θα πάμε τι να κάνω ?
– Να κάνεις αυτό που πρέπει, και ξέρεις πολύ καλά ποιο είναι αυτό.
-Ναι, αλλά να δούμε πως θα τα καταφέρει η μικρή να βγάλει ένα τόσο μακρινό ταξίδι χωρίς να ζαλιστεί. ?
-Δεν την φοβάμαι αυτήν, θα τα καταφέρει μια χαρά μην ανησυχείς καθόλου.
-Μάλλον μου έμοιασε …..της λέει χαμογελώντας.
– Δεν θα το` λεγα γιατί εσύ είσαι μόνο καναπέ, παντόφλα, και ποδόσφαιρο, οπότε άστο.
– Μα αφού δουλεύω πάνω από δώδεκα ώρες την μέρα …όλα από τα χέρια μας περνάνε
– Το ξέρω αλλά σε πειράζω…του λέει.
– Λοιπόν εγώ πάω για ύπνο. Εχω δύσκολη μέρα αύριο. Δηλαδή όχι μόνο αύριο….
– Καλά πήγαινε εγώ θα δω λίγη τηλεόραση και θα` ρθω. Η μικρή κοιμήθηκε ευτυχώς.
ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ….
Έτσι πέρασε ο καιρός ώσπου ήρθε η ημέρα να ταξιδέψουν για την Καλαμάτα. Η θεία Νικολέττα ανυπομονούσε να τους δει και να γνωρίσει την μικρή Μυρτώ. Ως και ροζ κουβερτούλα και μαξιλαράκι της είχε έτοιμα. Ασε εκείνο το πανέμορφο σκουφάκι με το όνομά της κεντημένο επάνω. ΜΥΡΤΩ. Η ίδια το είχε φτιάξει όπως έκανε και για την Χρύσα αλλά και για τον Δημήτρη τον αδερφό της όταν ήταν μικρά.
Ο καιρός μετά την χθεσινή νεροποντή ήταν καλός και η κίνηση στον δρόμο αρκετή.
Η διάθεση του Μανώλη καθώς απομακρύνονταν από την Αθήνα, σιγά σιγά άρχισε ν` αλλάζει….” Βρε καλά επέμενε η Χρύσα να πάμε στην θεία της. Ηδη αισθάνομαι καλύτερα. Την χρειαζόμουνα αυτήν την αλλαγή, να που είχε δίκιο…” σκέφτηκε.
Η μικρή στο πίσω παιδικό της κάθισμα βρισκόταν στον “κόσμο” της είχε πιάσει κάποιο ακαταλαβίστικο τραγούδι δικής της έμπνευσης και έδειχνε να το διασκεδάζει πιο πολύ απ` όλους.
Βλέποντας την από τον καθρέφτη του οδηγού ο Μανώλης είχε σκάσει στα γέλια την στιγμή που η Χρύσα μιλούσε στο τηλέφωνο με μια παλιά της φίλη στην Καλαμάτα και κανόνιζαν να βρεθούν να πουν τα δικά τους.
Σε μια στιγμή η Μυρτώ σταμάτησε το “τραγούδι” της τέντωσε το παιδικό της χέρι στο μπροστινό τζάμι λέγοντας κάποια λέξη …”το”…”το”…”το”….κάτι τέτοιο.
– Τι είναι αυτό το “το” κούκλα μου λέει γελώντας ο Μανώλης
– Ποιος ξέρει τι της ήρθε στο μυαλουδάκι της, αλλά μπορεί και κάτι να θυμήθηκε – λέει η Χρύσα – που είχε τελειώσει την συνομιλία με την φίλη της στο τηλέφωνο.
– Μάλλον, αλλά κοίταξε με πόσο ένταση και πάθος το λέει και επιμένει να δείχνει μπροστά. Τι να θέλει να πει άραγε ?
– Ναι, λέει χαμογελώντας η Χρύσα, αλήθεια τώρα περιμένεις να βγάλεις άκρη με το τι θέλει να μας πει η Μυρτώ ?
-Ξέρω κι` εγώ απλώς μου κάνει εντύπωση με τον τρόπο της δεν την έχω ξαναδεί έτσι.
Στο μεταξύ η μικρή όση ώρα μιλούσαν δεν σταμάτησε στιγμή να επαναλαμβάνει τα δικά της, και να συνεχίζει να δείχνει μπροστά προς το τζάμι του αυτοκινήτου ακόμα πιο έντονα.
Θα είχε περάσει πάνω από μία ώρα από όταν ξεκίνησαν από την Αθήνα. Η κίνηση βέβαια ήταν αυξημένη σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες. Πολλά τα αυτοκίνητα που έφευγαν από την πρωτεύουσα και σαφώς λιγότερα αυτά που πήγαιναν.
Η διάθεση είχε έρθει πια για τα καλά στην οικογένεια, αλλά η Μυρτώ δεν σταματούσε να δείχνει, να στέλνει και φιλάκια καμμιά φορά, και να συνεχίζει τα δικά της…. “το”…”το”…”το”
Απορημένοι η Χρύσα και ο Μανώλης με την επιμονή της κοιτάζονταν και αναρωτιόνταν με τα μάτια τι να συμβαίνει με αυτήν την μονοσύλλαβη λέξη, και να δείχνει συνέχεια μπροστά.
Σε μια στιγμή από την αντίθετη κατεύθυνση ένα μαύρο τζιπ τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα σπάζει την προστατευτική μπάρα που χωρίζει τα δύο οδικά ρεύματα, και το βλέπουν να έρχεται μετωπικά πάνω τους
Τάκης Θηβαίος
– Μανώληηηηηηηη….Μανώληηηηηηηηη….ουρλιάζει η Χρύσα, και ταυτόχρονα με μια κίνηση τεντώνει το κορμί της μέσα από την ζώνη ασφαλείας προσπαθώντας να το βάλει ασπίδα για το παιδί της.
Τα φρένα στρίγγλιζαν αλλά όλα πια έδειχναν μάταια. Η απόσταση ήταν ελάχιστη και η μετωπική σύγκρουση πια αναπόφευκτη.
Αστραπιαία όλη η ζωή της Χρύσας πέρασε σαν ταινία από μπροστά της.
Ξανάδε όταν έκανε τα πρώτα της βήματα. Τα φιογκάκια που της έφτιαχνε η μάνα της στα μικρά της κοτσιδάκια, τις πρώτες ημέρες στο σχολείο, τις πρώτες της παιδικές συμμαθήτριες και φίλες της. Είδε την αχώνευτη την Ελπίδα που της τραβούσε τα μαλλιά και την έκανε να κλαίει. Αχ πόσο ήθελε να της κάνει το ίδιο αλλά την φοβόταν. Μετά πέρασε από μπρος από τα μάτια της ο πρώτος της εφηβικός έρωτας ο Στέλιος.
Ηταν τότε που νόμιζε πως αυτός ήταν η αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πρώτο άγουρο φιλί, που δεν το ξέχασε ποτέ. Οταν όμως το έμαθαν οι δικοί της το τι έγινε δεν περιγράφεται, γιατί μπορεί να ήταν καλοί και δίκαιοι γονείς αλλά ήταν πολύ αυστηροί.
Κάπως έτσι τελείωσε άδοξα εκείνος ο πρώιμος της νιότης της έρωτας. Ένα φιλί η προίκα του, αλλά ακόμα το θυμάται. Βέβαια στην αυστηρότητα των γονιών της ίσως είχε παίξει ρόλο και ο χαμός του αδερφού της του Δημήτρη – λόγω της αρρώστιας που τον νίκησε – και μπορεί γι` αυτόν τον λόγο να έγιναν τόσο υπερπροστατευτικοί.
Στοίχισε πολύ στον καημένο τον πατέρα της ο θάνατος του Δημήτρη κι΄ έτσι πονεμένος και στενοχωρημένος έφυγε σχετικά νέος προδομένος από την καρδιά του. Τον ακολούθησε λίγο αργότερα και η μάνα της μην μπορώντας να ξεπεράσει τις δυο μεγαλύτερες απώλειες της ζωής της παρ` όλο που έκανε φιλότιμες προσπάθειες να κρατηθεί δίπλα στην κόρη της, τελικά δεν άντεξε ούτε αυτή.
Ετσι η Χρύσα έμεινε μόνη της με την θεία της την Νικολέττα μοναδικό της συγγενή και μάνα και πατέρα και όλα. Της στάθηκε σαν να ήτανε δικό της παιδί μιας και τα δικά της – ο Αντώνης και ο Χρήστος – ξενιτεύτηκαν μικροί στην Αμερική κάναν` δικιές τους οικογένειες και σπάνια πια έρχονται στην Ελλάδα. Μόνο από το τηλέφωνο. “Ξεμάθανε παιδάκι μου, ξεπονέσανε τη δόλια μάνα ” έλεγε πάντα με παράπονο η θειά Νικολέττα
Δεν την ένιωθε για θεία, για μάνα την ένοιωθε η Χρύσα. Και πως χάρηκε η καημένη τότε που της είπε πως γνώρισε ένα καλό παιδί τον Μανώλη και θα παντρευτούνε. ” Ναι θεία είναι καλό παιδί ο Μανώλης θα τον γνωρίσεις και θα δεις” “Εγώ θέλω να είσαι ευτυχισμένη καρδιά μου μου και όταν με το καλό κάνετε κανα παιδάκι να μου το φέρνετε καμμιά φορά να το βλέπω όσο υπάρχω. Μακάρι να ζούσανε οι δικοί σου να σε καμαρώσουνε”
Ηταν πολύ δεμένες και πολύ αγαπημένες αδελφές η θεία Νικολέττα με την μάνα της την Αλεξάνδρα.
Της στοίχισε πολύ ο χαμός της ….μα να…..σήμερα ….θα έπαιρνε λίγη χαρά. Δηλαδή τι λίγη την περίμενε πως και πως τούτη την στιγμή…το περίμενε ….τους περίμενε….αλλά τώρα….όλα τελειώνουν…όλα ήταν θέμα ελάχιστου χρόνου κάποια λίγα δευτερόλεπτα μόνο…ίσως τρία το πολύ και μετά το τέλος, ο θάνατος. Οχι…όχι για όνομα θεού ήταν άδικο να φύγει η Μυρτώ ένα βρέφος, δεν την ένοιαζε για την ίδια….το παιδί….το παιδί…….
Ουρλιάζοντας από τρόμο και με το κορμί της ασπίδα στην Μυρτώ περίμενε το μοιραίο την στιγμή που ο Μανώλης προσπαθούσε ενστικτωδώς να αποφύγει το αναπόφευκτο.
Η μικρούλα συνέχιζε να δείχνει το τζάμι με το μικρό της χεράκι και εξακολουθούσε εκείνη την περίεργη μονοσύλλαβη λέξη…
Όμως λίγο πριν τα δυο αυτοκίνητα συγκρουστούν ο μπροστινός τροχός του μαύρου τζιπ πέφτει σε μια μεγάλη λακούβα της ασφάλτου, που η κακοτεχνία των υπευθύνων σε συνδυασμό με την βροχή της προηγούμενη μέρας μάλλον ήταν η αιτία να ανοίξει αυτή η μεγάλη τρύπα καταμεσής του δρόμου.
Έτσι πέφτοντας μέσα ο μπροστινός τροχός του τζιπ το εκσφενδόνισε σ` ένα χωράφι παίρνοντας πολλές τούμπες, δίχως τα δυο αυτοκίνητα να έρθουν σε επαφή.
Το τζιπ από τις τούμπες που πήρε έπαθε μεν σοβαρές ζημιές, αλλά στάθηκε κανονικά στους τροχούς κι` έτσι βγήκε ο οδηγός του εντελώς ανέπαφος μιας και η θέση του οδηγού ήταν το μόνο σημείο που έμεινε σχεδόν άθικτο.
Ο Μανώλης βλέποντας την λακούβα την τελευταία στιγμή μόλις που πρόλαβε με μια μανούβρα να την αποφύγει, και μετά προσπαθώντας να το φέρει στα ίσια, μπόρεσε να το σταματήσει μετά από κάμποσα μέτρα σε έναν χώρο – άπλωμα έξω από την ροή της κυκλοφορίας
Σοκαρισμένοι και οι δυο από τον τρόμο είχαν μείνει άναυδοί κοιτάζοντας στο πουθενά. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι είχε γίνει λίγα δευτερόλεπτα πριν, προσπαθούσαν να συνέλθουν μα αυτό μόνο εύκολο δεν ήταν. Βρέθηκαν λίγα μόνο εκατοστά από τον θάνατο και την γλύτωσαν χάρη σε εκείνη την λακούβα.
Η φωνή της Μυρτώς φροντίζει να τους επαναφέρει στην πραγματικότητα με εκείνη την γνωστή άγνωστη λέξη “το” κι` ένα δυνατό γέλιο αφού η παιδική της άγνοια δεν μπορούσε να νοιώσει τι είχε συμβεί.
Γυρνώντας το βλέμμα του ο Μανώλης βλέπει τον οδηγό του μαύρου τζιπ να περπατάει προς την άσφαλτο χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.
– Ω Θεε μου πίστεψα πως δεν θα γλυτώναμε ούτε εμείς ούτε αυτός.
– Κι εγώ αυτό πίστεψα….ήταν τα πρώτα λόγια της Χρύσας μετά το σοκ.
– Η τρύπα στην άσφαλτο μας έσωσε την ζωή, λέει ο Μανώλης και ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου με σκοπό να πάει ως εκείνο το σημείο.
– Περίμενε έρχομαι κι` εγώ …λέει η γυναίκα.
– Όχι εσύ μείνε με το παιδί.
– Καλά.
Ο Μανώλης περπάτησε ως εκεί που θα έπρεπε να είναι η λακούβα που τους έσωσε την ζωή. Μα φτάνοντας δεν υπήρχε τίποτα πέρα από ίχνη από τα φρεναρίσματα είχαν αφήσει στην άσφαλτο. Δεν υπήρχε καμμιά λακούβα στο σημείο εκείνο
– Δεν είναι δυνατόν θα τρελαθώ …σκέφτηκε.
Ενα φιλικό χτύπημα στον ώμο τον έκανε να γυρίσει. Ήταν ο οδηγός του παραλίγο μοιραίου τζιπ.
– Φίλε μου χίλια συγνώμη ό,τι και να πεις έχεις δίκιο. Κάνε μου μήνυση, κάνε ότι θες. Παραλίγο να σας πάρω στο λαιμό μου αποκοιμήθηκα πάνω στο τιμόνι.
Ο Μανώλης δεν άκουγε τι του έλεγε ο οδηγός του τζιπ μόνο ψέλλιζε.
– Δεν γίνεται θα τρελαθώ τι συμβαίνει εδώ πέρα. Τι περίεργα πράγματα είναι αυτά……..
– Φίλε συγνώμη…συγνώμη ειλικρινά ακούει ξανά την φωνή του άλλου.
– Εντάξει αφού δεν έπαθε κανένας κακό τα υπόλοιπα θα τα βρούμε. Μόνο πες μου κάτι…εσύ κατάλαβες πως πετάχτηκες με το αυτοκίνητό σου στο χωράφι ?
– Ε βέβαια….έπεσε ο τροχός σε μια λακκούβα και με πέταξε.
– Και που είναι τώρα αυτή ? Εδώ δεν θα έπρεπε να είναι ?
– Ξέρω γω ρε φίλε εγώ έτσι κι` αλλιώς λιώμα από το μεθύσι ήμουνα μπορεί και να το φαντάστηκα.
– Και πως γίνεται να την είδαμε κι εγώ και η γυναίκα μου ?
– Τι να σου πω τώρα κι εγώ μακάρι να` ξερα. Αφού είμαστε όλοι καλά όπως και να έγινε…
Ο κόσμος είχε μαζευτεί πια και είχε έρθει και η τροχαία. Πλησίασε και η Χρύσα με την Μυρτώ στην αγκαλιά και μόλις είδε το τι ακριβώς συμβαίνει – πως δεν υπάρχει στην άσφαλτο καμμιά τρύπα καμμιά λακούβα – σάστισε και κάτι πήγε να πει. Ο Μανώλης της έκανε νεύμα μην πει τίποτα βιαζόταν να τελειώσουν οι διατυπώσεις να ξεμπλέξουν μια ώρα γρηγορότερα όπως και έγινε.
Ετσι όταν τελείωσαν όλα οδηγήθηκε ο οδηγός στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα λόγω μέθης κυρίως και η οικογένεια συνέχισε για τον προορισμό της σοκαρισμένη μεν αλλά όλοι σώοι και δίχως άλλα απρόοπτα.
Την Μυρτώ δεν άργησε να την πάρει ο ύπνος και ξύπνησε όταν φτάσανε πια στο σπιτικό της θείας Νικολέτας.
Εκείνη τους υποδέχθηκε με φανερή αγωνία αφού είχε ενημερωθεί από το τηλέφωνο τι είχε γίνει.
– Παιδιά μου είσαστε καλά ?
– Καλά θεία μην ανησυχείς. Τρομάξαμε βέβαια αλλά ευτυχώς είμαστε καλά.
– Ελάτε περάστε μέσα να δω και την Μυρτώ τόσο πολύ την περίμενα.
– Θα την χορτάσεις θεία μην σε νοιάζει.
Πράγματι η Μυρτώ σε πολύ λίγο ήταν στην αγκαλιά της θείας Νικολέττας “σκασμένη” από τα φιλιά της και την αγάπη της.
Περνώντας όμως δίπλα από τις εικόνες που είχε το σπίτι τέντωσε το χέρι της και πάλι με εκείνη την λάμψη στα μάτια της έκανε αυτό που έκανε στο αυτοκίνητο όταν έρχονταν.
– ..”το”….”το”…..”το”
– Ναι Μυρτούλα μου αυτός είναι ο Χριστός αυτός που αγαπάει όλα τα παιδάκια. Εχει και η μαμά στο σπίτι την εικόνα του ε ?
Βλέποντας όλο αυτό ο Μανώλης με την Χρύσα κοιτάχτηκαν έκπληκτοι.
Δεν είχαν καμμιά εικόνα του Χριστού στο σπίτι ούτε κάποια άλλη. Δεν της είχαν πει τίποτα γι` αυτόν έστω και σαν παραμύθι.
Η θεία Νικολέττα την κατεβάζει και την βάζει μπροστά στο μικρό κορίτσι
– “το”…’το” …”το” λέει δείχνοντας τον Χριστό.
Τώρα καταλάβαιναν τι έλεγε σε όλο το ταξίδι η Μυρτώ. Τώρα καταλάβαιναν τί έδειχνε με το χέρι της.
Έτσι έχει και απάντηση η λακκούβα στην μέση του δρόμου που μετά εξαφανίστηκε.
Κατέβασαν το κεφάλι. Ποτέ δεν είχαν πιστέψει σε αυτόν. Ένιωσαν να τους διαπερνά ένα μούδιασμα σε όλο τους το κορμί.
Αυτό που τους έλεγε σε όλη την διαδρομή η Μυρτώ ήταν πως έβλεπε εκείνον. Από την στιγμή που ξεκίνησαν τα μάτια της έβλεπαν εκείνον, σε όλη την διαδρομή ήταν μαζί τους.
Κόντευαν Χριστούγεννα και διάλεξε να φανερωθεί σε μια παιδική και αθώα ψυχή. Διάλεξε με αυτόν τον τρόπο να διδάξει την πίστη. Τώρα πια ξέρουν, τώρα πια γνωρίζουν.
– Θεία αυτήν την εικόνα του Χριστού την θέλεις ? Θα μπορούσαμε να την πάρουμε μαζί μας όταν φύγουμε ?
– Και το ρωτάς καμάρι μου ? Εχω κι` άλλη εγώ αλλά άμα θέλω θα μου φέρει κι`ο πάπα Γιώργης λειτουργημένη κιόλας όπως είναι και αυτή. Πάρτε την δώρο στην Μυρτούλα μας
– Σε όλους μας είναι δώρο θεία. Σε όλους μας. Τώρα πια έχουμε να μάθουμε την ζωή μας ξανά από την αρχή.
Η θεία Νικολέτα τους κοίταξε με μα έκπληξη στα μάτια….δεν ήξερε…αλλά σε λίγο θα μάθαινε.
24 Δεκεμβρίου 2018.
Τάκης Θηβαίος απο φιλο της σελίδας μας
Ομφαλός της γης