Εἰσαγωγικά
Τό «Πάτερ ἡμῶν» (Ματθαῖος 6:9 -13) εἶναι ἡ πιό γνωστή προσευχή λέγεται σέ ὅλα τά Μυστήρια, στήν θεία Λειτουργία, πρίν τήν Κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων γιατί σ’ αὐτά ἀναφέρεται, καθώς ἐπίσης καί στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Λέγεται καί στίς ἰδιωτικές μας προσευχές. Ὀνομάζεται Κυριακή Προσευχή γιατί μᾶς τήν δίδαξε ὁ Κύριός μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Σχεδόν ὅλοι οἱ χριστιανοί τήν γνωρίζουν καί προσεύχονται μέ αὐτή τήν προσευχή.
Περιλαμβάνει ἑπτά αἰτήματα, πρός τόν Θεό.
Γιά τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ μας, στήν προσευχή, ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος: Νά προη- γεῖται μία μελέτη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἤ τό Γεροντικό, ἤ ἀπό τά συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων καί κυρίως, κατά τόν μακαριστό Δημ. Παναγόπουλο: «Πρίν ἀπό τήν ἀπαγγελία της, πρέπει νά προηγεῖται ἄλλη προσευχή ὅπως ἔλεγε: «σάν προθέρμανση», πού εἶναι τό: «Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε τό Πνεῦμα ».
Γνωρίζουμε ὅμως τήν σημασία τῶν λόγων τῆς Κυριακῆς προσευχῆς; Αὐτό τόν σκοπό ἔχει ἡ ἐργασία μας αὐτή ζητοῦμε συγνώμη γιά τίς παραλήψεις καί τά λάθη.
Ὡς βασικό βοήθημα χρησιμοποιήσαμε τήν Ἑρμηνεία «τοῦ Πάτερ ἡμῶν», τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.
Οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου ρώτησαν τὸν Μέγα Γέροντα, τὸν ἀββᾶ Βαρσανούφιο, τί εἶναι προτιμότερο, νὰ προσεύχωνται μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ἤ μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησόν με». Ἐπίσης τὸν ρώτησαν ἄν τὸ «Πάτερ ἡμῶν» εἶναι προσευχὴ ποὺ μποροῦν νὰ τὸ χρη-σιμοποιοῦν μόνο οἱ τέλειοι, καὶ ἔδωκε τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:
Τὸ «Πάτερ ἡμῶν» δόθηκε καὶ γιὰ τοὺς τέλειους καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὥστε οἱ τέλειοι,
γνωρίζοντας τίνος εἶναι Υἱοί, νὰ φροντίσουν νὰ μὴ χάσουν τὴν υἱότητα. Καὶ οἱ ἁμαρτωλοί,
ἀποκαλῶντας ἀναξίως Πατέρα Ἐκεῖνον ποὺ πολλὲς φορὲς ἔχουν λυπήσει, νὰ ντραποῦν καὶ
νὰ ἔλθουν σὲ μετάνοια. Ἀλλ’ ὅμως, νομίζω, μᾶλλον περισσότερο ἁρμόζει στοὺς ἁμαρτω- λοὺς τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Διότι, τὸ νὰ πῆ κανεὶς «συγχώρησέ μας τὰ ὀφειλήματα», εἶναι τῶν ἁμαρτωλῶν γιατί ποιὰ ὀφειλήματα ἔχουν οἱ τέλειοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει υἱοὶ τοῦ Ἐπου-ράνιου Πατέρα; Ἀλλὰ καὶ πάλι, τὸ νὰ πῆς «μὴ μᾶς ἀφήσης νὰ πέσωμε σὲ πειρασμό, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρό», εἶναι ἰσοδύναμο μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με καὶ βοήθησέ με».
Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τρόπο συνοπτικὸ περιέχει κρυμμένα μυστικὰ ὅλα τά ἀγαθά πού προξένησε μὲ τὴν κένωσή του κατὰ τὴν σάρκωση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκει νὰ ἐπιδιώ-κωμε ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μόνο ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, μέσῳ τῆς φυσικῆς μεσιτείας τοῦ Υἱοῦ, χορηγεῖ ἀληθινὰ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὰ εἶναι: α) Θεολογία, β) υἱοθεσία γ) μὲ τὴν κατά χάρη, ἰσοτιμία μέ τοὺς Ἀγγέλους, δ) μετοχὴ στὴν αἰώνια ζωή, ε) ἀποκατάσταση τῆς φύσεως ποὺ στρέφεται ἀπαθῶς στὸν ἑαυτό της, στ) κατάλυση τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ ζ) κατάργηση τῆς τυραννίας τοῦ πονηροῦ ποὺ κυριάρχησε πάνω μας μὲ ἀπάτη.
Ἡ Κυριακὴ Προσευχή ἀναφέρει: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου». Ὁ Θεός Πατήρ θέλει περισσότερο ἀπό ὅλα τήν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, γιά τήν ὁποία ἔγινε καί ἡ ἀπόρρητη κένωση, (ἄδειασμα, ταπείνωση), τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του, δηλαδή τό ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος ἐκ τῆς Παρθένου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς Θεός ὁ Ἰησοῦς Χριστός γεννήθηκε «πρό πάντων τῶν αἰώνων» ἀπό τήν θεία οὐσία τοῦ Πατέρα τοῦ Ὁποίου τό ὄνομά Του εἶναι: «ὁ Υἱός τοῦ Πατρός ἤ ὁ Πατήρ τοῦ Υἱοῦ».
«Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς σέ παλαιότερη ἔκδοση τοῦ Εὐαγ-γελίου του, ἀναφέρει: «ἐλθέτω τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί καθαρισάτω ἡμᾶς». Αὐτό εἶναι τό πρῶτο μυστικό ἡ Θεολογία, πού ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τρία Πρόσωπα μέ μία Οὐσία, αὐτήν λατρεύουμε καί προσκυνοῦμε.
Ὁ Θεός Πατέρας δέν ἀπέκτησε ἐκ τῶν ὑστέρων τό ὄνομα καί τήν βασιλεία γιατί εἶναι ἄναρ-χος καί Πατέρας καί Βασιλεύς, ἄρα πάντοτε ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα συνυπάρχουν κατά τήν οὐσία ὡς ὑποστάσεις (Πρόσωπα) μέ τόν Πατέρα, τό πῶς εἶναι; εἶναι μυστήριο.
Εἴμαστε κατά χάρη υἱοί, ἔχουμε τήν χάρη τῆς υἱοθεσίας.Εἶναι το δεύτερο μυστικό. Κατά φύση Υἱός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἐμεῖς ἔχουμε κατά χάρη τόν ἴδιο Πατέρα εἴμα-στε καί μεταξύ μας ἀδέρφια. Ὅταν μέ τήν ζωή μας ἁγιάζομε τό ὄνομά Του, νεκρώνοντας τίς ἐπιθυμίες καί, τότε παύει καί ἡ μανία τοῦ θυμοῦ καί ἀγωνιζόμαστε κατά τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, γινόμαστε πρᾶοι καί ταπεινοί. Τότε εἴμαστε κατά χάρη ἀδέρφια τοῦ Χριστοῦ καί ἔχουμε πνευματική μητέρα τήν Ἐκκλησία, ἔτσι μόνο γινόμαστε κληρονόμοι τῆς βασι-λεία Του.
Τό ἄλλο μυστικό εἶναι ἡ ἰσοτιμία μέ τούς Ἀγγέλους. Εἶναι στή φράση: «Γενηθήτω τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Ὁ Χριστός μέ τήν Σταυρική Του θυσία εἰρη-νοποίησε τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια (Κολ. 1, 20).
Οἱ Ἄγγελοι πάντα πραγματοποιοῦν τό θεῖο θέλημα καί δοξολογοῦν τόν Θεό. Ἔτσι καί ὁ ἄν-θρωπος μιμεῖται τούς Ἀγγέλους μέ τήν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί στήν δοξο-λογία τοῦ Θεοῦ.
Ἕνα ἄλλο μυστικό εἶναι ἡ μετοχή μας στήν αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστός μᾶς μεταδίδει διά τῆς θείας Κοινωνίας καί τοῦ λόγου Του, μᾶς δίδει τόν Ἑαυτόν Του ὡς τροφή μας καί μαθαί-νουμε μέ ἐπίγνωση, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός (Ψαλ. 33, 9) καί μᾶς ὁδηγεῖ πρός τήν θέωση. Ὅσοι Τόν τρῶνε καί πίνουν το Α+ιμα Του, εἶναι καλῶς προετοιμασμένοι μέ βαθιά μετάνοια καί ἐξομολόγηση, ἀφοῦ εἶναι ὁλοφάνερο καί εἶναι καί ὀνομάζεται ἄρτος ζωῆς καί δυνάμε- ως. (Ἰωάν. 6, 33 & 35).
«Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον». Ὁ ἅγιος Μάξιμος δίδει δύο ἑρμη-νεῖες, μία πνευματική καί μία κυριολεκτική. Ἡ πνευματική, ἄρτος ἐπιούσιος εἶναι ἡ θεία τροφή, ἡ θεία Κοινωνία, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς καί τῆς ἐπιγνώσεως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄρτος τῆς ἐπιγνώσεως τόν ὁποῖο στερήθηκε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος λόγω τῆς ἁμαρτίας· τόν ὁποῖο θά ἐγεύετο ὅταν θά συνέχιζε νά ζεῖ Θεοκεντρικά καί δέν θά τόν ἄγγιζε ὁ θάνατος.
Ὁ κυριολεκτικός ἄρτος εἶναι ὁ καθημερινός καί ἐφήμερος, ἀναφέρεται καί στά ἄλλα ὑλικά ἀγαθά πού εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή μας. Ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μα-θητές Του εἶναι νά μήν ἀσχολοῦνται μέ τόν αἰσθητό ἄρτο μέ τήν μέριμνα, ἀλλά νά ζητοῦν πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά κι ἄν μᾶς δίδαξε νά ζητοῦμε τόν καθημερινό ἄρτο, (κάθε τί ὑλικό πρᾶγμα πού εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν ζωή μας), δέν πρέπει νά ὑπερ-βαίνουμε τά χρονικά ὅρια πού θέτει ἡ προσευχή καί νά συγκεντρώνουμε ἀγαθά γιά πολλά ἔτη, χωρίς ἄλλη μέριμνα. «Ὁ Θεός προνοεῖ γιά τίς ἀνάγκες μας, γιατί ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώ-που εἶναι νά ἀποκτήσει τήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί αὐτό πρέπει νά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό πρωτίστως». (Ματ. 6, 33). Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τοπικά κάπου, ἀλλά εἶναι ἡ θεία Χάρη πού δίνει ὁ Θεός καί τήν ὁποία ζοῦμε ἐδῶ στόν κόσμο αὐτό, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ζοῦμε τήν βασιλεία ὡς Χάρη Θεοῦ. Τό ἄλλο, τό αἰώνιο, ὁ Θεός τό ξέρει. Ἐκεῖ, ὅταν θά πᾶμε, θά δοῦμε πῶς ἀκριβῶς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἀποκατάσταση τῆς φύσεως ποὺ στρέφεται ἀπαθῶς στὸν ἑαυτό της, εἶναι τό πέμπτο μυστικό. Πρόκειται γιά τήν φράση: «Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίε-μεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ πλησίον συντελεῖ ὄχι μόνο στήν ἄφεση καί τῶν δικῶν μας ἁμαρτημάτων ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κυρίως ἀποφεύγονται οἱ διαιρέσεις καί οἱ διαστάσεις μέ τούς συνανθρώπους μας καί ἐπικρατεῖ ἡ εἰρήνη μεταξύ μας. Ἐπίσης μέ τόν ἀγώνα ἀποφεύγονται καί οἱ ἐσωτερικές μας συγκρούσεις καί πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μέ τήν ἑνότητα καί συμφωνία ὅλων.
Ἡ ἀκολουθοῦσα φράση «καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», εἶναι τό ἕκτο μυστι-κό. Εἶναι ἡ κατάλυση τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας μέ τήν ὑπέρβαση τοῦ ἡδονικοῦ καί ὀδυνη-ροῦ πειρασμοῦ. Ὁ ἡδονικός εἶναι προαιρετικός καί ἑκούσιος, πατέρας τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ὀδυνηρός πειρασμός ἀντίθετα, ἡ ὀδύνη δηλαδή εἶναι τιμωρός τῆς ἁμαρτίας, μέ τήν πρό-κληση ἀκουσίων πόνων τιμωρεῖ καί παιδαγωγεῖ τήν φιλαμαρτήμονα διάθεση. Ἄν ὑπομεί-νει κανείς αὐτόν τόν ὀδυνηρό, τόν ἀκούσιο πειρασμό, θά ἐπαινεθεῖ κατά τόν ἀπόστολο Ἰάκωβο, (1, 2 – 3) πού συνιστᾶ νά χαιρόμαστε, ὅταν περιπέσουμε σέ ποικίλους ἀθέλητους πειρασμούς. Λέγει ὁ μέγας Ἰάκωβος: «Γνωρίζοντας ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς πίστεώς σας δημι-ουργεῖ ὑπομονή· καί ἡ ὑπομονή σας ἄς τελειοποιηθεῖ, γιά νά εἶστε τέλειοι καί ὁλοκληρω-μένοι, χωρίς νά σᾱς λείπει τίποτε» (Ἰακ. 1, 4).
Οἱ πειρασμοί σέ ἄλλους στέλνονται ἀπό τόν Θεό γιά τήν ἐξάλειψη ἁμαρτημάτων πού ἔχουν ἤδη γίνει, σέ ἄλλους γιά ἁμαρτήματα πού τώρα γίνονται, καί σέ ἄλλους γιά νά τούς ἐμποδίσουν ἀπό ἁμαρτήματα πού πρόκειται νά γίνουν στό μέλλον. Ἐκτός βέβαια ἀπό ἐκεί-νους τούς πειρασμούς πού στέλνονται γιά νά δοκιμασθεῖ κάποιος, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Ἰώβ.
Ὁ φρόνιμος ἄνθρωπος, ἐπειδή ἀναλογίζεται τήν θεραπευτική ἐνέργεια τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ὑπομένει εὐχαρίστως τίς συμφορές πού τοῦ ἐπέρχονται καί σκέπτεται ὅτι κα-νένας ἄλλος δέν εἶναι αἴτιός τους παρά μόνον οἱ ἁμαρτίες του. Ὁ ἀνόητος ὅμως, ἐπειδή δέν γνωρίζει τήν σοφώτατη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἁμαρτάνει καί τιμωρῆται, θεωρεῖ ὡς αἰτίους τῶν συμφορῶν του ἤ τόν Θεόν ἤ τούς ἀνθρώπους.
Ὁ Διάβολος μεταχειρίζεται καί τούς δύο πειρασμούς μέ πολλή κακουργία· τόν ἡδονικό πειρασμό, γιά νά ἀποσπάσει τήν ψυχή μέ ἡδονές ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τόν δέ ὀδυνη-ρό πειρασμό, γιά νά φθείρει τόν ἄνθρωπο μέ τόν πόνο καί τήν ἀπόγνωση καί νά τόν πα-ρακινήσει σέ βλασφημία καί κατηγορία τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ὅμως πού γνωρίζουμε τίς μεθο-δεῖες τοῦ Διαβόλου καί τίς πονηρές του σκέψεις πρέπει νά ἀπομακρύνουμε τόν ἡδονικό πειρασμό, νά πάρουμε διαζύγιο ἀπό τίς ἡδονές, γιά νά μή χωρισθοῦμε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τόν δέ ὀδυνηρό πειρασμό, τά διάφορα δεινά πού μᾶς ἔρχονται, γιατί τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός, νά τά ὑπομείνουμε μέ γενναιότητα, γιά νά φανοῦμε ὅτι προτιμοῦμε τόν Κτίστη ἀπό τά κτίσματα.
Τό τελευταῖο αἴτημα: «Ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ», εἶναι τό ἕβδομο μυστικό.
Πονηρός, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Πονηρόν (ὁ Χριστός), ἀποκαλεῖ τόν Διάβολον» συνιστῶντας μας μέ τόν χαρακτηρισμόν αὐτόν νά μή τόν ἐμπιστευώμαστε ποτέ καί σέ τίποτε καί νά ἔχωμε μαζί του πόλεμο ἀνειρήνευτο».
Ὅπως τό σκουλήκι χωρίς τή συνεύρεση γεννιέται, ἔτσι οὔτε κατά τήν κατά σάρκα γέν- νηση τοῦ Κυρίου προηγήθηκε συνεύρεση. Μέ δόλο ὁ Διάβολος ἐξαπάτησε τόν ἄνθρωπο, δελεάζοντάς τον μέ δόλωμα στό ἀγκίστρι τήν ἐλπίδα τῆς θεότητας. Τόν συνέλαβε καί τόν κατάπιε μέ ἀποτέλεσμα τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία, δίνοντας ὑπόσταση στόν θάνατο καί τήν φθορά. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Κύριος γίνεται Ἄνθρωπος καί δολώνει τήν ἀν-θρώπινη φύση στό ἀγκίστρι ὥστε ὁ νοητός δράκοντας χάφτοντας τήν εὔκολη σάρκα, συλ-λαμβάνεται καί καταστρέφεται τελείως μέ τήν δύναμη τῆς θεότητας πού εἶχε μέσα της καί νά ἐξεμέση αὐτόν πού γελάστηκε ἀπό τήν προσδοκία τῆς θεότητας. Ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία νικᾶ τόν Διάβολο καί ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο.
Ὅταν λέει,: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν», ἔτσι τελειώνει ἡ Κυριακή Προσευχή. Κι ἐνῷ θυμόμαστε αὐτήν τήν προσευχή, ἐνῷ ἐξακο-λουθοῦμε νά τήν ἐπαναλαμβάνουμε, ἡ ζωή μας ἀνοίγεται πρός τόν οὐρανό, γεμίζει δύνα-μη, λάμπει ἀπό δόξα, ἐνώπιον τῆς ὁποίας τό σκοτάδι, τό μίσος καί τό κακό κείτονται ἀνί-σχυρα. Ἀληθῶς.
Γιατί ὁ Κύριος συνέταξε τήν Κυριακή προσευχή;
Γράφει ὁ ἅγιος Μακάριος Κορίνθου: Τρία πράγματα σώζουν τόν ἄνθρωπο, ἡ πίστη, ἡ πράξη καί ἡ θεωρία. Πρῶτα εἶναι ἡ ἐξ ἀκοῆς πίστη, πράξη εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τρίτο ἀξιώνεται νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεόν «ἐν αἰσθήσει», καί μετά ἀπολαμβάνει τήν θεωρητι-κή πίστη, πιστεύει δηλαδή αὐτά πού ἄκουσε.
Ὁ Κύριος μέ θαυμαστή σοφία συνέταξε τήν Κυριακή αὐτή προσευχή. Καί ἄρχισε μέ τό κεφάλαιο τῆς Θεολογίας, καί τήν θεμελίωσε ἐπάνω στήν πίστη, (Ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός κ.τ.λ.). Μετά πρόσθεσε τά αἰτήματα πού ἀναφέρονται στήν πράξη, στήν τήρηση τῶν ἐντο-λῶν Του. Τόν δέ ἐπίλογο: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία…» τόν ἐπισφράγισε μέ τήν Θεολογία καί τήν πίστη, ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῶν σωζομένων πιστῶν.
Αὐτή τήν διδασκαλία τῆς προσευχῆς ὁ Κύριος τήν περιέβαλε: α) γιατί τήν ἐζήτησαν οἱ Ἀπόστολοι ὡς ὑπόδειγμα, β) γιατί κάθε ἀρετή κατορθώνεται διά τῆς προσευχῆς, καί ἄν ἐρευνήσει κάποιος ἀκριβῶς θά βρεῖ τήν ἀγάπη στήν προσευχή πού εἶναι τό κεφάλαιο τῶν ἀρετῶν, συνοδευομένη πάντοτε μέ τήν προσευχή· ἡ προσευχή διά τῆς ἀγάπης ἄρχεται καί τελειοῦται καί πάλιν ἡ ἀγάπη διά τῆς προσευχῆς ἐνδυναμώνεται καί τελειοῦται.
«Τό πάτερ ἡμῶν» καί οἱ «μοναχικές» ὑποσχέσεις
Τρεῖς εἶναι οἱ ὑποσχέσεις, ἀρετές, πού δίνει ὁ μοναχός, καί ὄχι μόνο, ἀλλά καί οἱ λαϊ-κοί. Εἶναι ἡ ὑπακοή, ἡ ἀκτημοσύνη καί ἡ παρθενία, στό «Πάτερ ἡμῶν», «Γενηθήτω τό θέ-λημά σου», αὐτό εἶναι ἡ ὑπακοή. Τό δικό Σου θέλημα νά γίνει, Θεέ μου, καί ὄχι τό δικό μου. Παρακάτω λέει ἡ προσευχή: «Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον», αὐτό εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ἀκτημοσύνης, ζητᾶμε τό ψωμί γιά νά περάσουμε σήμερα, δηλαδή τά ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἀγαθά γιά τήν ζωή μας. Τέλος «ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονη-ροῦ», εἶναι ἡ ἀρετή τῆς παρθενίας. (Γιά τόν ἔγγαμο λαϊκό, ἀναφέρεται στήν παρθενία τῶν αἰσθήσεων, τῆς διανοίας, τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Νά προσευχώμαστε νά μᾶς δίνει ὁ Θεός δύναμη νά ἔχουμε παρθενικούς λογισμούς (σκέψεις μέ εἰκόνες) ἔλεγε ἕνας Γέρον-τας. Γιατί ἀπό τούς λογισμούς ἐξαρτᾶται ἡ θεοφιλής πνευματική μας ζωή, ἤ νά εἶναι δαιμο-νική.
Ἐπιμέλεια: Κων/νος Δεσπότης Ἰωάννινα 10 Ἰανουαρίου 2026.