Κάποιος φοιτητής τῆς Φιλοσοφικῆς ἀπό τήν Βέροια, χρεωστοῦσε δύο μαθήματα ἀκόμη, γιά νά πάρη τό πτυχίο του. Τοῦ παρουσιάσθηκε τότε ἕνα πρόβλημα φοβίας, σύνηθες φαινόμενο κι αὐτό.
Τό παλληκάρι αὐτό, γνωστός μου, φοβόταν να βγῆ ἔξω στο δρόμο να περπατήση (ἀγοραφοβία). Κατέφυγε καί σέ ἰατρούς, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά τόν βοηθήσουν.
Ἄκουσε τότε καί γιά τόν δικό μας τόν ιατρό. Ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, στην «Παναγούδα».
Ὁ Πατήρ μέ τήν πολλή του ἀγάπη καί τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού εἶχε ἄφθονη, τόν θεράπευσε ἀμέσως. Επόμενο ήταν νά ἔχη μεγάλη εὐγνωμοσύνη τό παιδί στόν Ἅγιό μας.
Στήν ἀμέσως ἐπόμενη ἐπίσκεψή του στην «Παναγούδα», και καθώς πλησίαζε ὁ καιρός νά ἀναχωρήση από τούτη τήν ζωή ὁ Πατήρ, ἔπεσε στήν ἀγκαλιά του ὁ φοιτητής καί τόν παρεκάλεσε νά τοῦ πῆ κάτι, γιά νά τό θυμᾶται σέ ὅλη του τήν ζωή, μήπως δέν τόν ξαναέβλεπε.
Καί ὁ Πατήρ τον συμβούλευσε: «Κύτταξε, παιδί μου, ὅταν βρεθῆς ἐκεῖ ἐπάνω (καί ἔδειχνε μέ τό χέρι του τό ἐπάνω) νά μή χρωστᾶς κανένα μάθημα».
Χάρηκε ὁ φοιτητής καί πῆρε τό χέρι τοῦ Γέροντα καί τό καταφιλοῦσε μέ εὐλάβεια ἐπί ὥρᾳ πολλῇ.
Βιβλίο: Ιερομονάχου Παϊσίου: «Α Εωράκαμεν και Ακηκόαμεν:
Οι Αναμνήσεις μου από τον Άγιο Παΐσιο»,
εκδόσεις της Ιεράς Μονής Αγίου Ιλαρίωνος Πρόμαχοι Αριδαίας