– Γιὰ πόσον καιρὸ ἔχεις μαζέψει προμήθειες;
– Γιὰ πάνω ἀπὸ ἕξι – ἑφτὰ μῆνες, πάτερ.
– Ἂν σοῦ ζητήσω ἐγώ, ποὺ ξέρω πὼς ἔχεις, θὰ μοῦ δώσῃς;
– Ἐννοεῖται, πάτερ μου.
– Ἂν σοῦ ζητήσῃ ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔχει μωρὸ παιδί, θὰ δώσῃς;
– Θὰ δώσω, πάτερ, ἐννοεῖται.
– Ναί, ἀλλὰ ἔτσι, δίνοντας στὸν ἔναν, δίνοντας στὸν ἄλλον, οἱ προμήθειες τῶν ἕξι – ἑφτὰ μηνῶν τὸ πολὺ σὲ τριάντα μέρες θὰ τελειώσουν. Τὶ θὰ κάνῃς μετά;
– Μετά, πάτερ, ἔχει ὁ Θεός.
– Καὶ γιατί, βρὲ εὐλογημένε, ὁ Θεὸς θὰ ἔχῃ μετά τὶς τριάντα μέρες και ὄχι ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα;
Ἀληθινὴ στιχομυθία φίλου μὲ τὸν πνευματικό του Άγιο Ιάκωβο Τσαλίκη