Το χρέος της Μυρσίνης
Σαν κουλουριασμένο φίδι που είχε κρύψει το κεφάλι του στο σώμα είχε κάτσει σιάδι κι η Μυρσίνη.
Σταυροπόδι με το κεφάλι της σκυφτό να κουνάει το κορμί της μια μπρος και μια πίσω.
Πόση ώρα είχε περάσει έτσι ούτε που ήξερε αλλά δεν είχε και σημασία.
Για κείνη ο χρόνος σταμάτησε όπως και το μυαλό της. Τέσσερις λέξεις έλεγε μονάχα καθώς κουνιόταν μπρος πίσω.
Τι θα γίνω τώρα έλεγε και ξανάλεγε.
Δυο μήνες ο άντρας της κατάκοιτος κι αυτή δεν είχε πιστέψει πως θα τον χάσει.
Μαύρη να’ταν η ώρα που ανέβηκε στην στέγη να φτιάξει δυο τρεις πλάκες που είχαν φύγει από την θέση τους.
Γλίστρησε ο δόλιος κι έπεσε και σακατεύτηκε. Δυο μήνες στο κρεβάτι δεν κούναγε πόδια και χέρια.
Είχε απομείνει πετσί και κόκαλο με τα μάτια του να κοιτάνε το ταβάνι. Ούτε κι αυτά τα κούναγε.
Η μάνα του τον έκλαψε ζωντανό λέγοντάς της, νύφη ετοιμάσου. Την τύχη μου θα’χεις.
Κι αυτή τον είχε χάσει νωρίς αλλά όχι από πέσιμο. Ο διάολος τον έβαλε μια μέρα και πήρε να καθαρίζει το τουφέκι του. Άδειασέ το του φώναζε. Βγάλε την σφαίρα από μέσα.
Έχω το νου μου γυναίκα της έλεγε. Έχω το νου μου. Βγάλε την να χαρείς του ξανάλεγε.
Που ακούστηκε να καθαρίζεις το τουφέκι γιομάτο; Έχω το νου μου να λέει αυτός και να γελάει.Μια στιγμή ο νους του πετάχτηκε στον τοίχο.Πάει και το γέλιο πάει κι ο νους κι έμεινε μονάχη της με το παιδί του στην κοιλιά.
Από αγάπη δεν ήξερε.
Με προξενιό τον πήρε και δεν πρόλαβε να τον αγαπήσει. Ακόμα οι φωνές από το γλέντι του γάμου δεν είχαν κατακάτσει.
Μες τ’αυτιά της είχε τις ευχές και το όπα γαμπρέ.
Όπα γαμπρέ και δώστου να χορεύει.
Στον μήνα πάνω ήταν που βγήκαν τα μυαλά του και κόλλησαν στον τοίχο. Τον τίμησε όμως.
Έσφιξε το μαύρο της το μαντήλι σφιχτά στο κεφάλι της, έβαψε και τα σκουτιά της μαύρα και δεν ξανακοίταξε άντρα στα μάτια ποτέ της. Τον τίμησε σαν χήρα κι ας μην τον αγάπησε.
Με την νύφη της δεν ήταν το ίδιο. Αυτή έπινε νερό στο όνομά του. Τον αγαπούσε πολύ.
Δυο μήνες είχε να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Ξαγρυπνούσε από πάνω του και του μίλαγε μέρα νύχτα. Στα γόνατα κοιμόταν δυο μήνες τώρα κι αυτή.
Πέσε να κοιμηθείς Μυρσίνη μου της έλεγε, μα αυτός ούτε ακούει ούτε και θα σου ξαναμιλήσει, μόνο τοιμάσου. Την πρώτη φορά που της είπε τούτη την κουβέντα φωτιές βγάλανε τα μάτια της νύφης.
Φωτιές να την κάψουν λες κι αυτή δεν πόναγε. Όταν ο πόνος της μαζευόταν και την βάραινε,έφευγε και πήγαινε μακριά στην ερημιά και τον μοιρολογούσε ζωντανό.
Πήγαινε στα χωράφια του κουτσο Γιώργη που ήταν ένα πηγάδι κι έβαζε το κεφάλι της μέσα κι ούρλιαζε.
Ξαλάφρωνε και γύριζε πίσω κι αγκάλιαζε την νύφη της. Από το πρωί φαινόταν πως θα γινόταν το κακό.
Τα μάτια του ήταν θολά πολύ και φώναξε την πεθερά της να τα δει. Τίποτα δεν είναι Μυρσίνη. Τίποτα. Μέρα νύχτα ανοιχτά,ε θολώσανε κι αυτά τι να σου κάνουν. Τι να της πει;
Πως φεύγει; Σάμπως εκεί ήταν δυο μήνες τώρα;
Ξαναπήγε στην ερημιά και τον έκλαψε πάλι. Μια στιγμή σηκώθηκε κι είπε,φτάνει. Φτάνει μη δεν μου μείνουν άλλα δάκρυα για την κηδεία και θα γελάει το χωριό.
Είχαν και το χωριό βλέπεις. Στην ανάγκη σου δεν πλησίαζαν,αλλά ποιος κλαίει και ποιος δεν κλαίει το τήραγαν.
Η Μυρσίνη όταν έπιασε τα χέρια του κι ήταν μπούζι κατάλαβε πως πέθανε. Έτσι κι αλλιώς τα μάτια ανοιχτά κι ασάλευτα τα είχε. Έκανε να φωνάξει μα φωνή δεν βγήκε.
Κουλουριάστηκε σαν το φίδι και πήγαινε το κορμί της μια πίσω μια μπρος και ψιθύριζε τι θα κάνω τώρα.
Της το έλεγε η πεθερά της μα κείνη δεν ήθελε να το πιστέψει. Αυτή νόμιζε πως θα γίνει καλά.
Πόση ώρα πέρασε δεν ήξερε. Γύρισε τον κοίταξε και σηκώθηκε να πάει στο δίπλα δωμάτιο που ήταν της πεθεράς της.
Άνοιξε την πόρτα κι ήταν και οι τρεις τους ξαπλωμένοι σ’ενα στρώμα από τσουβάλια γεμισμένα με φύλλα από καλαμπόκι,κι όταν κουνιόταν ν’αλλάξουν πλευρό κάνανε φουρ φουρ τα φύλλα. Η πεθερά στη μέση κι από δεξιά κι αριστερά τα παιδιά της.
Είχε ανοίξει τα χέρια της αυτή κι είχαν ξαπλώσει πάνω τους τα εγγόνια της. Εκεί ήταν κι η κουζίνα.
Εκεί μαγειρεύανε και σηκώνανε το στρώμα με τα φύλλα σε μια άκρη να μπορούν να κάνουν τις δουλειές τους.
Το βράδυ το ρίχνανε δίπλα από την φωτιά και κοιμόταν. Πολλές φορές κοιμόταν και τα παιδιά της,πότε το ένα και πότε το άλλο. Μια φορά έπεσε ένα καρβουνάκι και πήραν φωτιά τα φύλλα.
Πλάνταξε η πεθερά της από τον καπνό.
Ευτυχώς που δεν ήταν τα παιδιά της εκείνο το βράδυ. Το βήχα άκουσε η Μυρσίνη και σηκώθηκε από το κρεβάτι της.
Μάνα της φώναζε,μάνα σήκω θα πλαντάξεις.
Αυτή την είχε ναρκώσει ο καπνός και ήταν σαν μεθυσμένη. Πέταξε δυο τρεις κουβάδες νερό η νύφη στα φύλλα και σε κείνη και την συνέφερε.
Μην ξαναβάλεις στρώμα με φύλλα της είπε μα κείνη είχε μάθει να κοιμάται στα παχιά και το ξανάφτιαξε. Τα παιδιά δεν τα άφησε να ξανακοιμηθούν μα τούτες τις μέρες δεν τα έπαιρνε μαζί της στην κάμαρά της. Ας κοιμηθούν με την γιαγιά τους έλεγε μην και γίνει το κακό και τρομάξουν.
Αγκαλιά τα είχε και τα δυο κι έκλεισε την πόρτα αθόρυβα κι έφυγε. Δεν την θέλω την ζωή μου δίχως του σκέφτηκε,άρπαξε και μια τριχιά στο διάβα της από την αυλή και σαν υπνωτισμένη έκανε να περάσει την αυλόπορτα.
Να πάει να κρεμαστεί στον πλάτανο του του καρά Βασίλη. Εκεί κρεμιούνταν όλοι που δεν θέλανε την ζωή τους.
Δεν την πέρασε όμως παρά έβγαλε μια κραυγή κι οι κότες όλες άρχισαν να βγαίνουν από το κοτέτσι.
Είχαν μαζευτεί να κουρνιάσουν για το βράδυ και δεν τις είχαν κλείσει ακόμα το πορτάκι.
Τούτη την δουλειά την έκανε ο γιος της. Όταν πήγε και τα είδε στην αγκαλιά της γιαγιάς τους,αυτό του έλεγε. Άντε βλαστάρι μου να κλείσεις το κοτέτσι. Άντε.
Τρόμαξαν από την κραυγή της και φουρτούλαγαν δεξιά κι αριστερά και κουτούλαγαν στον τοίχο.
Εκεί που είχε πεταχτεί το μυαλό του πεθερού της πριν πολλά χρόνια. Τι πάω να κάνω φώναξε.
Τι πάω να κάνω; Ζουρλάθηκα η έρμη. Ζουρλάθηκα. Που θα αφήσω τα παιδιά μου; Στη γιαγιά;
Γύρισε πίσω και είδε την πεθερά της με τα δυο παιδιά της να τρέχουν καταπάνω της.
Η πεθερά κατάλαβε, μα όχι τα παιδιά. Μάνα να τα πάρεις να τα πας δίπλα στην κάκω Φώτω να μην δούνε που θα τον ετοιμάζουμε για το ταξίδι του.
Μάνα ποιος θα πάει ταξίδι λέγανε τα καψερά. Κανείς τους είπε και τ’ αγκάλιασε. Κανείς.
Τα έπιασε από το χέρι η γιαγιά να τα πάει δίπλα και κείνα ήθελαν να μάθουν ποιος θα ταξιδέψει. Που να φανταστούν πως ο πατέρας τους ταξίδευε ήδη.
Η μάνα τους έλεγε πως θα γίνει καλά. Και τι να τους πει η δόλια κι αυτή; Πως μην περιμένετε να τον ξαναδείτε όπως τον ξέρατε; Τι να τους πει;
Τον ντύσανε οι δυο τους και τον κλάψανε. Του φόρεσε η γυναίκα του την φορεσιά του γάμου τους. Ένα κατάλευκο πουκάμισο με κεντημένες κουμπότρυπες. Η ίδια τις είχε κεντήσει όπως και το σεντόνι που είχαν στρώσει στο νυφιάτικο κρεβάτι. Τι να το κάνω εγώ του έλεγε κι έπεφτε πάνω του. Τι να το κάνω χωρίς εσένα.
Με τούτο τον σκεπάσανε κι όλη νύχτα τον κλαίγανε οι δυο μαζί. Κατά τα ξημερώματα πήγαν δυο τρεις γειτόνισσες να δούνε τι είχε γίνει. Τα παιδιά είχαν δει αποβραδίς να είναι δίπλα.
Στα τελευταία του είναι ο πατέρας τους, τους είπε και μου τα φέρανε εδώ απόψε.
Άρχισαν το μοιρολόι και κείνες. Τον έκλαψαν σαν να ήταν δικό τους παιδί, κι άμα ήταν ώρα να τον πάνε στην εκκλησιά, πήρε τα παιδιά της και τους είπε ελάτε να χαιρετίσετε τον πατέρα σας. Πήγανε τα δόλια και τι να δουν;
Χαμογελούσε με τα μάτια του κλειστά. Πέσανε πάνω του και φώναζαν πατέρα μου πατέρα. Ξύπνα να μας πεις που πήγες; Να μας πεις πότε θα έρθεις από το ταξίδι σου.
Τα πήρε η γιαγιά τους παράμερα. Δεν θα γυρίσει τους είπε.
Δεν θα γυρίσει μα θα’ ρχεται στον ύπνο σας να τον βλέπετε.
Έτσι τα ξεγέλασε και μέρωσαν λίγο από το κλάμα.
Όλα γίνανε κατά πως του ταιριάζανε του άντρα της και με το παραπάνω. Όλο το χωριό ήρθε να τον αποχαιρετίσει.
Μάνα και γυναίκα με το κεφάλι ψηλά δέχονταν τις παρηγοριές κι αυτός τις έβλεπε από ψηλά κι ήταν περήφανος και για τις δύο. Κυρίως για την γυναίκα του.
Όταν ζούσε στις καλές τους τις στιγμές,τις έλεγε αν φύγω πρώτος Μυρσίνη μου κι είσαι νέα ακόμα θα παντρευτείς ξανά; Εκείνη δεν του απαντούσε αν δεν της έλεγε πρώτα αυτός πως δεν θα σήκωνε μάτια να δει άλλη γυναίκα.
Κι ύστερα του έλεγε πως αν ο ήλιος βγει από την δύση τότε θα παντρευτεί και κείνη ξανά.
Αγκαλιάζονταν σφιχτά κι αλλάζανε κουβέντα λέγοντας πως δεν θα την ξανακάνουμε τούτη την συζήτηση ποτέ.
Ο ήλιος είχε γείρει στο βουνό και κείνη ήταν εκεί να του μιλάει ακόμα. Να του λέει όλα αυτά που πρόλαβαν και έζησαν. Να του ζητάει να της πει πως γνωρίστηκαν.
Η πεθερά της είχε πάει στο σπίτι να μαζέψει τα εγγόνια της να τα βάλει στην αγκαλιά της να μην νιώσουν την ορφάνια.
Εκεί την βρήκε ο παπάς σαν πήγε να διαβάσει τους πεθαμένους του. Κάθε απόγεμα το έκανε.
Αφού δεν έρχεστε εσείς τους έλεγε θα έρχομαι εγώ. Εκεί την βρήκε να του μιλάει και να σκουπίζει τα δάκρυά της με το κεφαλομάντηλό της.
Σήκω της είπε. Σήκω και πήγαινε στο σπίτι σου μα δεν σε χρειάζεται πια αυτός. Τα παιδιά σου σε έχουν ανάγκη να τους σταθείς. Σ’αυτόν στάθηκες και σαν ζούσε και σαν αρρώστησε. Του στάθηκες όπως καμιά άλλη,μα σήκω να πας στα παιδιά σου κι άστον κι αυτόν να ηρεμήσει.
Μη του κρατάς την ψυχή του εδώ. Μην το κάνεις Μυρσίνη μου αν τον αγαπάς. Μα τι της λέει; Αν τον αγαπάει;
Ούτε τον εαυτό της δεν αγάπησε έτσι. Ούτε τον εαυτό της.
Σηκώθηκε να φύγει. Δεν πρέπει λέγανε να σε βρει η νύχτα στο νεκροταφείο. Ταράζονται οι ψυχές.
Και’γω σ’αγαπάω της έλεγε και’γω! Ακόμα και πεθαμένος θα σε φροντίζω. Από ψηλά θα βλέπω τις ανάγκες σου και θα σε φροντίζω. Δεν θα σε αφήσω μόνη σου.
Σήκω της ξανάπε ο παπάς,κι έφυγε. Πόσο να κάτσω σκέφτηκε,αύριο πάλι. Αύριο. Κάθε μέρα μέχρι να χρονίσει πήγαινε. Κάθε μέρα πρωί και βράδυ.
Όταν του κάνανε τον χρόνο,στρώσανε ένα τραπέζι μεγάλο στην αυλή και πέρασε όλο το χωριό ξανά όπως και στην κηδεία του να πιει ένα ποτήρι κρασί.
Να τον μνημονεύσουνε για να αναπαυτεί η ψυχή του. Η μάνα του δεν το ήθελε ετούτο. Τα παιδιά σου έχουν ανάγκη τους παράδες που θα ξοδέψεις της είπε. Ο κόσμος θα’ρθει να φάει και να πιει κι όχι για τον πεθαμένο άντρα σου.
Ας μην το κάνουμε το τραπέζι κόρη μου της είπε,κι ας πάμε λίγο αλεύρι κι ένα κομμάτι κρέας σε κάνα δυο οικογένειες φτωχές μα το ίδιο και καλύτερα είναι κι αυτός θα το’θελε να γίνει έτσι.
Αυτή δεν την άκουσε κι ήταν από τις λίγες φορές που το έκανε. Πάντα άκουγε τις συμβουλές της.
Το έκανε το τραπέζι και το βράδυ ήρθε στον ύπνο της να της πει πως ευχαριστημένος είμαι και τώρα και τότε που ήμουν κοντά σας,μα μην ξοδεύεσαι για μένα πια.
Φύλαξε τα χρήματα για τα παιδιά μας. Δουλεύεις πολύ σκληρά στα χωράφια όλη μέρα να τα βγάλεις. Μην τα χαλάς για μένα.
Και τον άκουσε τον άντρα της.
Τα φύλαγε για τα παιδιά της. Τα παιδιά της που μεγάλωναν και πρόκοβαν στο σχολείο. Οι καλύτεροι μαθητές ήταν.
Ο γιος της ολόιδιος ο πατέρας του.
Όμορφος λεβέντης σαν και κείνον κι η θυγατέρα της το ίδιο. Πότε μεγάλωσαν έτσι τα παιδιά μας του έλεγε σαν πήγαινε να του ανάψει το καντήλι του. Πότε μεγάλωσαν…
Θα φύγουν να σπουδάσουν και θα μείνω μόνη μου. Σε χρειάζομαι του έλεγε μα λείπεις. Την μάνα την έχεις εσύ πια κοντά σου κι θ’απομείνω μόνη μου σαν φύγουν. Κι η κόρη μας θέλει να σπουδάσει. Αν ήσουν εδώ θα της έλεγες να πάει,και’γω το ίδιο θα κάνω. Να πας της είπα να πας παιδί μου.
Γιατρός θέλει να γίνει η κόρη μας. Γιατρός. Ακούς; Να γιατρεύει τους αρρώστους να μην φεύγουν κι αφήνουν ορφανά όπως έκανες εσύ.
Γύρναγε μετά προς στο μνήμα της πεθεράς της,κοντά κοντά ήταν οι δυο τους και της έλεγε και κείνης,θυμάσαι μάνα που ο εγγονός σου ήθελε να γίνει δάσκαλος; Θυμάσαι;
Για τούτο ετοιμάζεται. Να μαθαίνει τα παιδιά του κόσμου γράμματα γιατί εσύ ήσουν εκείνη που του έλεγες αν ήξερε πέντε δέκα γράμματα παραπάνω ο πατέρας σου δεν θα’ταν στο χώμα τώρα. Κι αυτός θέλει να μάθει να γράφουν και να διαβάζουν τα παιδιά να μην μπούνε νωρίς στο χώμα.
Να μην απομείνουν χωρίς πατέρα τα παιδιά τους. Έκανε την καρδιά της κόμπο σαν τα αποχαιρέτισε τα παιδιά της.
Τα πήγε στην πόλη τα ταχτοποίησε σε μια καμαρούλα ενός μακρινού ξαδέρφου της.
Θα σου δίνω νοίκι του είπε,κι ένα ποσόν να τρώνε ένα πιάτο ζεστό φαΐ. Μη στεναχωριέσαι Μυρσίνη της είπε. Μη στεναχωριέσαι μα καλά θα’ναι κοντά μας. Το ίδιο της είπαν και κείνα. Μη στεναχωριέσαι μάνα. Ένα χρόνο διαφορά είχαν κι ο γιος της έμεινε ένα χρόνο μαζί τους στο σπίτι του ξαδέρφου.
Σαν πήγε κι η κόρη της τους νοίκιασε την καμαρούλα στην αυλή. Ο θεός να την κάνει κάμαρη. Μια αποθήκη ήταν που έβαζε τα εργαλεία του αυτός,και δεν τα έβγαλε από κει.
Τα μάζεψε σε μια γωνιά είχε και το κλειδί κι ό,τι ώρα τα ήθελε έμπαινε και τα έπαιρνε.
Μια αποθήκη που έμπαζε από παντού και κλείνανε τις τρύπες με νάυλον να μην μπαίνει αέρας και βροχή σαν βρέχει.
Να το φτιάξεις του είπα και θα σου στείλω τα λεφτά. Τα έστειλε μα κείνος δεν την έφτιαξε.
Μάνα της έγραφε ο γιος της. Έλα γιατί αρρώστησε η μικρή και δεν μπορεί. Την ίδια μέρα που έλαβε το γράμμα έφυγε για την πόλη. Το βράδυ ήταν εκεί κι αυτό που είδε της ανέβασε το αίμα στο κεφάλι.
Η κόρη της να ψήνεται στον πυρετό κι είχε χάσει βάρος.
Έχασε κι αυτή τα λογικά της και σαν ήρθε ο ξάδερφος να αφήσει τα εργαλεία του στην αποθήκη που δεν είχε φτιάξει και πούντιασαν τα παιδιά της,του χύμηξε και τον ξέσκισε με τα νύχια της όπως ξεσκίστηκε η ψυχή της σαν τα είδε σε κακό χάλι.
Δεν του άφησε κρέας στα μάγουλα.
Τα μουγκρητά του ήταν εκείνα που φέρανε την γυναίκα του στην αποθήκη κι άμα τον είδε της βγήκαν τα μάτια έξω από τον φόβο της. Έχασε και την μιλιά της.
Άρπαξε ένα σφυρί από την γωνιά που είχε τα εργαλεία του και το’φερε στο κεφάλι του λεγοντάς της,αν δεν μου φέρεις τα λεφτά που σας έχω δώσει να την φτιάξετε,θα τον σκοτώσω.
Και θα μου φέρεις και κείνα που σας έδινα να τρώνε τα παιδιά μου που τα βρήκα πετσί και κόκαλο.
Να εύχεσαι να μην πάθει κάτι η κόρη μου γιατί ο τάφος και των δύο σας θα γίνει τούτη η αποθήκη. Μη της είπε και εγώ θα σου τα δώσω πάει και τα έφερε και της τα έδωσε.
Πήρε την κόρη αγκαλιά,μα σταλιά είχε μείνει και βγήκαν στο δρόμο.
Μπήκε μπροστά στο πρώτο αμάξι που πέρασε και το σταμάτησε.Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα. Σαν την είδε ο οδηγός με την κόρη της αγκαλιά κατάλαβε και πήγε τρέχοντας στο πρώτο νοσοκομείο.
Από του χάρου τα δόντια την σώσανε. Πάλεψε κι έγινε καλά κι ήθελε να τα πάρει μαζί της.
Μα κείνα ήθελαν τόσο πολύ να σπουδάσουν και μείνανε σε μια γριά που παρέα ήθελε και κείνη. Ήταν τόση η χαρά της που θα είχε παρέα και δεν έπαιρνε φράγκο μα η Μυρσίνη αλλιώς την πλήρωνε.
Κάθε βδομάδα ετοίμαζε ένα καλάθι με τρόφιμα και τα έστελνε και κει μέσα έβαζε και λίγα χρήματα.
Στα τελευταία της ήταν η γριά και πήγε κοντά της να μην είναι μόνη της. Να πεις χαιρετίσματα στον άντρα μου της είπε σαν κατάλαβε πως τους άφηνε.
Να του πεις για τα παιδιά του πως τελειώνουν τις σπουδές τους. Να πεις και στην πεθερά μου,πως πάντα θυμάμαι τις στερνές της τις κουβέντες. Γι’αυτό και κατέβασα τα μάγουλα κάτω στον ξάδερφο. Για τα παιδιά σου θα γίνεις και φονιάς αν χρειαστεί μου έλεγε και την ώρα κείνη την θυμήθηκα.
Έκλεισε τα μάτια της η γριά κι έφυγε να πάει να τους τα πει.
Έμεινε η Μυρσίνη να της κάνει τα σαράντα της. Να την τιμήσει ήθελε που της φέρθηκε με τόση ανθρωπιά.
Κι άμα τέλεψε το χρέος της κι ετοιμάστηκαν να φύγουν από το σπίτι,ήρθε ένας δικηγόρος και τους είπε το σπίτι είναι δικό τους,κι όχι μόνο. Όλη την περιουσία της την άφησε στα παιδιά της.
Μόνη της ήταν χωρίς κληρονόμους.
Έναν γιο είχε μα τον έχασε σαν ήταν φαντάρος. Τον είχε θάψει στην όχθη ενός ποταμού στο χωριό τους. Έπειτα εκείνη βρέθηκε στην πόλη. Την είχαν κλείσει στο τρελοκομείο.
Δεν είμαι τρελή έλεγε η καημένη. Πονεμένη είμαι. Μια χαροκαμένη μάνα είμαι κι όχι τρελή.
Έπεσε σε καλό γιατρό και δεν της φόρεσε ζουρλομανδύα. Την άκουσε. Άκουσε τον πόνο της και την κατάλαβε. Την κράτησε στο ίδρυμα να το καθαρίζει. Από κει έκανε την περιουσία της.
Δεν ήταν μεγάλη μα όλες της οι οικονομίες ήταν.
Στα χαρτιά της βρήκε το όνομα του χωριού της και του γιου της καθώς καθάριζε τα συρτάρια της.
Και κει είδε ένα όνομα που ο άντρας της το ανέφερε συχνά. Ένα όνομα που σαν το έλεγε γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα.
Κωνσταντίνος έλεγε ένα χαρτί. Κωνσταντίνος της Περσεφόνης Μανθέου,αγνώστου πατρός.
Μούλε του φωνάζαν στο στρατό και κείνος έσκυβε το κεφάλι του. Έτσι της έλεγε το είχε μονίμως το κεφάλι του κατεβασμένο. Την ντροπή κουβάλαγε του μούλικου.
Για κείνο τον φίλο του στο στρατό που τον βρήκαν κρεμασμένο στη σκοπιά συνέχεια της μιλούσε.
Κωνσταντίνο τον λέγανε Μυρσίνη μου. Της Περσεφόνης Μανθέου.
Στο χωριό του τον πήγαμε και τον θάψαμε στην όχθη ενός ποταμού. Θα πάμε μια φορά μαζί Μυρσίνη μου; Θα πάμε; Όταν μπορέσουμε θα πάμε του έλεγε.
Τα παιδιά της βρήκαν τον δρόμο τους. Πιάσανε και δουλειά. Η κόρη της γιατρός σε κρατικό νοσοκομείο κι ο γιος της διορίστηκε δάσκαλος σε ένα χωριό.
Κι αυτή πότε στο ένα της παιδί και πότε στο άλλο. Τον καιρό της πέρναγε στο πηγαινέλα.
Έκανε κι ένα ταξίδι ως το χωριό του φίλου του άντρα της τον κρεμασμένο. Πήγε και τον βρήκε χορταριασμένο στην όχθη του ποταμού. Τον ξεχορτάριασε και είδε τον σταυρό μου γκρεμισμένο να γράφει Κωνσταντίνος της Περσεφόνης αγνώστου πατρός. Τίποτα άλλο. Έβγαλε κι αυτή ένα μολύβι από την τσάντα της,έσβησε το αγνώστου πατρός κι έγραψε Μανθέου.
Κωνσταντίνος Περσεφόνης Μανθέου και τον έβαλε πάνω πάνω στο μνήμα. Όρθιο και στητό,κι ήταν σίγουρη πως ο πεθαμένος σήκωσε το κεφάλι του που το είχε μονίμως κατεβασμένο.
Όταν πήγε στον τάφο του άντρα της,και τούτο το έκανε πριν πάει στο σπίτι τους σαν γύριζε από τα παιδιά τους, καθώς του άναβε το καντηλάκι του,του είπε, πήγα άντρα μου.
Πήγα στον φίλο σου και μου είπε να σου πω,πως εκεί που είναι κανείς δεν τον φωνάζει μούλο. Και το κεφάλι του δεν το’χει πια χαμηλωμένο. Μα έχω ένα χρέος ακόμα να κάνω.
Να πάω στην μάνα του να της πω,πως έσβησα το αγνώστου πατρός κι έγραψα Μανθέου.
Να χαρεί και κείνη. Γιατί τα παιδιά είναι πρώτα της μάνας κι ύστερα του πατέρα. Έτσι δεν είναι άντρα μου;
Έτσι είναι Μυρσίνη μου. Έτσι της είπε κείνος κι αναστέναξε για τούτη την αλήθεια.
Ελευθερία Λάππα