Η καλύβα του Γιώργη του μουντού,ήταν στους πρόποδες του βουνού. Το μουντός ήταν το παρατσούκλι του. Σε κείνο το χωριό όλοι είχαν παρατσούκλι.Με τ’όνομά τους δεν τους έβρισκες. Αν έλεγες όμως το παράνομα,αμέσως σου λέγανε που θα πας να τον βρεις. Τον Γιώργη τον είπαν μουντό,γιατί είχε μια σκοτεινιά στα μάτια. Μια μουντάδα…
Ο Γιώργης γεννήθηκε από μια γυναίκα τσιγγάνα μια νύχτα που είχαν στήσει τα τσαντίρια τους να βγουν στη ζητιανιά στο χωριό.
Μια μέρα καθόταν,βγαίνανε να μαζέψουν ό,τι τους δίνανε και φεύγανε. Δεν καθότανε πολλές μέρες. Κείνο το βράδυ γεννήθηκε ο Γιώργης,και τον αφήσανε φεύγοντας έξω από το χωριό που ήταν το ξωκλήσι του Αϊ Γιώργη και τον βρήκε ο παπάς σαν πήγε.
Και του δώσανε και τ’όνομά του.
Σε ένα δέντρο το είχαν κρεμάσει μέσα σε έναν τουρβά. Δεν το θέλησε η μάνα του,αλλά όχι να το φάνε κιόλας περαστικές αλεπούδες κι ό,τι άλλο,κι έτσι το κρεμάσανε στο δέντρο.
Από μακριά το άκουσε ο παπάς το κλάμα κι έπεσε κάνα δυο φορές ώσπου να φτάσει. Ήταν και μεγάλος,πάτησε και τα ράσα κι έπεσε.
Αϊ Γιώργη μου είπε ο καψερός,βοήθα με να φτάσω να δω γιατί κλαίει το μαξούμι. Βοήθαμε με και’γω θα σε λειτουργήσω. Μάζεψε το ράσο του είπε κείνος να μεγαλώσεις το βήμα,κι άσε τις λειτουργίες που σαν δείτε τα ζόρια όλο με λειτουργάτε…
Μάζεψε το ράσο σου και πήγαινε να δεις γιατί κλαίει. Το μάζεψε ο παπάς και τάχυνε το βήμα. Δεν ξανάπεσε και βρέθηκε να ξεκρεμάει τον τουρβά από το δέντρο.
Είχε μελανιάσει το σκασμένο από το κλάμα. Μαύρο και σκοτεινό είχε γίνει σαν τον ουρανό όταν ετοιμάζεται να βρέξει.
Το’βαλε ο δόλιος κάτω από το ράσο μαζί με τον τουρβά και γύρισε πίσω τρέχοντας τούτη την φορά. Αν δεν σκάσω σήμερα έλεγε σαν κείνα τα ζώα που διψάν πολύ κι όταν βρίσκουν πηγή και πίνουν,πίνουν τόσο πολύ που σκάνε,δεν θα σκάσω ποτέ.
Άμα έκανε να φύγει με το μαξούμι κάτω από το ράσο,γύρισε κι είπε στον Αϊ Γιώργη,θα γυρίσω να σε λειτουργήσω,κι έβαλε τα γέλια ο άγιος,λέγοντάς του θα σε περιμένω…
Από τον δρόμο φώναζε την παπαδιά να βγει να της το δώσει και να δει τι θ’απογίνει το καημένο το κρεμασμένο…
Βγήκε κείνη και το πήρε μα γλώσσα μέσα δεν έβαζε από το κλάμα και την πείνα. Τι να κάνει κι αυτή, ξεκουμπώνει το φουστάνι της, έκανε ένα μεγάλο σταυρό,ζήτησε συγχώρεση από τον θεό για τούτο που θα’κανε και το’βαλε στο βυζί της.
Ένα βυζί στεγνό και μαραμένο δίχως γάλα να το ξεγελάσει. Άρχισε το κακορίζικο να τραβάει την ρώγα της παπαδιάς μα γάλα τίποτα. Είδε κι απόειδε,τράβα και τράβα και ξανάβαλε τα κλάματα. Το πήρε κι η παπαδιά με το φουστάνι ξεκούμπωτο και βγήκε στην αυλή και πήγαινε πέρα δώθε μπας και σταματήσει. Μα κείνο έσκουζε πιότερο.
Την ώρα που έκανε να βγει στο δρόμο,άκουσε την γίδα της να βελάζει. Είχε ξεχάσει να την ταΐσει,ήταν και φρεσκογεννημένη και πεινούσε και κείνη σαν το μωρό που’χε στην αγκαλιά της. Πάει στο μαντρί και της έριξε ταγή να φάει κι όση ώρα έτρωγε αυτή, είχε βάλει στο μαστάρι της το μαξούμι και βύζαινε.
Χόρτασε γάλα και σταμάτησε να σκούζει,μα δεν ήταν λύση τούτη. Απόκανε από την κούραση,γέμισε και τ’άντερό του και κοιμήθηκε. Βγήκε και κείνη να πάει να βρει την Αννέτα του μαστροχαλαστή που έμενε στο δίπλα χωριό από το δικό τους.
Είχε γεννήσει πρόσφατα κι ίσως του έδινε το βυζί της. Στην ανάγκη θα της έφερνε και κείνη πρόσφορα από την εκκλησιά να τρώει να δυναμώσει.
Τα πρόσφορα δεν φέρνουν γάλα της είπε κείνη. Το γάλα θέλει τηγανίτες,θέλει πίτες και κοψίδια παπαδιά. Δαγκώθηκε η παπαδιά αλλά τι να κάνει;
Απ’όλα θα’χεις της είπε. Απ’όλα,μόνο να έρθεις να το πάρεις να μοιραστεί το βυζί με το δικό σου. Όχι παπαδιά,εσύ θα το φέρνεις να το ταΐζω της είπε κείνη.
Αγρίεψε σαν τ’άκουσε,και της λέει,άκου να δεις Αννέτα που’μαθες και συ τις πονηριές του άντρα σου του μαστροχαλαστή,που τον παίρνει ο κόσμος να μαστορεύει,και κείνος για να’χει μεροκάματα περισσότερα μαστορεύει και χαλάει.
Άκου να δεις της είπε,αν θες κοψίδια και πίτες θα’ρχεσαι,αλλιώς καλό είναι και της γίδας μου. Κι η Αννέτα σκιάχτηκε μην χαλάσει η συμφωνία και δέχτηκε.
Άντε της είπε. Πάμε να πάρει λίγη πυτιά από μάνα. Πάμε. Θα’χει ξυπνήσει και δεν είναι κι ο παπάς εκεί. Πήρανε τον δρόμο για το σπίτι της παπαδιάς και δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Η κάθε μια στις σκέψεις της. Η Αννέτα στα κοψίδια και κείνη στην τσούχτρα την μαυριδερή την νύφη της ξαδέρφης της την ετοιμόγεννη,που αν είχε γεννήσει δεν θα πήγαινε στην πόρτα της Αννέτας να της κουβαλάει πίτες.
Αλλά για το ορφανό το κρεμασμένο θυσίες θα έκανε. Να όπως για την σκρόφα της ξαδέρφης της,που της έβαλε λόγια πως συναντούσε κρυφά τον άντρα της. Ποιος; Αυτή…
Αυτή που σαν τον είδε κάνα δυο φορές ήταν να του πει να κοιτάει το σπίτι του κι όχι κείνης της ξενομπάτισσας που’χε έρθει τώρα τελευταία στο χωριό τους.
Ποιος; Αυτή… Αυτή που προτίμησε να της κόψει την καλημέρα η ξαδέρφη της,παρά να μάθει την αλήθεια. Πέρασε καιρός να ξαναμιλήσουν αλλά την μαυριδερή,ούτε να την δει δεν ήθελε. Κι έπρεπε τώρα να πέσει στην ανάγκη της.
Άντε να γεννήσει σκεφτόταν με το καλό να μην έχω την Αννέτα να θρέφει κώλους με τις πίτες και τα κοψίδια,κι ας τα φάει η τσούχτρα. Δυο μέρες το βύζαξε η Αννέτα.
Κι όταν ήρθε να το βυζάξει ξανά,της είπε η παπαδιά πως θα του δώσει βυζί η τσούχτρα,και πως πως κοψίδι δεν έχει σήμερα,μα πάρε δυο φτερούγες από την κότα που έσφαξα,έτσι κι αλλιώς νηστικό το άφηνες.
Ανήσυχο ήταν δυο μέρες τώρα,κι ήμουν έτοιμη να του δώσω το μαστάρι της γίδας. Άρπαξε τις φτερούγες η Αννέτα κι έφυγε. Όχι που θα τις άφηνε.
Μισή ώρα περπάταγε για να’ρθει.
Γέννησε η νύφη της ξαδέρφης,μα το παιδί δεν έζησε,κι αυτή δεν το’βγαλε από το βυζί της. Μέχρι τριών χρονών το βύζαινε. Ο Γιώργης ήταν η αιτία που απάλυνε τον πόνο της για το παιδί που έχασε. Και πως να ζούσε το καημένο; Το’να χεράκι του κολλημένο το’χε στο κορμάκι του,και δίχως στόμα ήταν. Άι πες μου εσύ,ζει ένα τέτοιο παιδί; Ζει;
Και βρήκε κόρφο ο Γιώργης να βυζαίνει και να γιομίζει τ’αντεράκι του. Τι σόι θεός είναι τούτος παπά μου του είπε μια μέρα. Τι θεός είναι τούτος,να παίρνει ένα παιδί από την αγκαλιά της μάνας του,χωρίς έλεος. Μη βλασφημάς παπαδιά. Είναι αμαρτία.
Ξέρει κείνος τι κάνει της είπε. Ξέρει. Να,μπορεί να της το πήρε.μα της έδωσε τον κρεμασμένο μας να γιομίζει η αγκαλιά της. Όσο γι’αυτό παπά μου,όσο γι’αυτό δίκιο έχεις.
Δεν το ακουμπάει σιάδι καθόλου η τσούχτρα. Καθόλου. Χαλάλι και τα κοκόρια που σφάζω συνέχεια. Χαλάλι της. Μα κείνο που μου΄κανε δεν μπορώ να το ξεχάσω.
Ο Γιώργης μεγάλωσε,κι έγινε άντρας της παντρειάς. Η τσούχτρα τον αγαπούσε τόσο πολύ που όποιος της έλεγε κακιά κουβέντα για κείνη την σκοτεινιά που’χε,όρμαγε να τον χτυπήσει.
Κάποτε δεν πρόλαβε να τραβηχτεί μια στέρφα που δεν μπόρεσε να κάνει παιδιά,κι έφαγε ένα χαστούκι σαν της είπε,αν δεν ήταν ο μουντός,δεν θα’σουν μάνα.
Πέντε σβούρες έφερε γύρα γύρα κι ύστερα σωριάστηκε στο χώμα με το δόντι στη χούφτα της. Δεν ξανάπε κουβέντα ποτέ.
Τι ν’απομείνει χωρίς δόντια. Και στέρφα και φαφούτα;
Μεγάλωσε το κρεμασμένο και μεγάλωνε κι η σκοτεινιά του. Κατά τ’άλλα ήταν όμορφος και καλός άντρας. Σεμνός και ταπεινός. Δέκα χρονών ήταν όταν έμαθε την αλήθεια για την μάνα που τον γέννησε και που κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Μαζί με την παπαδιά του την είπαν.
Ο παπάς της είχε πει λίγο πριν φύγει από την ζωή,πως πρέπει να μάθει μήπως και φύγει κείνο το σκοτάδι από τα μάτια του.
Μα δεν έφυγε παπά μου του έλεγε σαν πήγαινε να ανάψει το καντηλάκι του στον τάφο. Δεν έφυγε παπά μου. Μεγάλωσε η σκοτεινιά,και δεν ξέρω αν είναι ο λόγος ετούτος που δεν θέλει να κάνει φαμίλια,γιατί ικανός και άξιος είναι. Ακούς παπά μου; Ακούς;
Και δεν σε ρώτησα και ποτέ,τον λειτούργησες τον Αϊ Γιώργη όταν σου είπε να μαζέψεις το ράσο να τον βρεις η ξέχασες παπά μου; Λες να την έχει επειδή δεν φωτίστηκε η χάρη του; Λες μωρέ παπά; Μπα,δεν νομίζω…
Η τσούχτρα μαζί του ξεχάστηκε και δεν πολυσκεφτόταν το δικό της παιδί,μα κι ο Γιώργης δικός της είναι. Μοσχαναθρεμμένο τον είχε,και τροπικός ήταν. Κι ο ανιψιός της,ο πατέρας του τον είχε από κοντά συνέχεια να τον συμβουλεύει,κι έγινε γνωστικός.
Αλλά για γάμο δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα ο βλοημένος. Κουβέντα. Και να πεις πως δεν τον θέλανε οι γυναίκες; Τραβηχτικός ήταν. Είχε κείνη την ομορφιά των τσιγγάνων.
Όταν του είπαν που τον βρήκαν έξω από τα σκαλιά του Αϊ Γιώργη,κούνησε το δεκάχρονο κεφάλι του κι είπε για πρώτη και τελευταία φορά,κάλιο να μη με βρίσκατε.
Δεν του είπαν πως ήταν κρεμασμένος στο δέντρο μες τον τουρβά. Του το κρύψανε. Πως να του το λέγανε που δεν έβγαινε από το στόμα τους καθόλου.
Κάλιο να μη με βρίσκατε τους είπε,και σηκώθηκε πάνω η μάνα του η τσούχτρα και ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μην το ξαναπείς του είπε αυτό. Να μην σε ξανακούσω να το πεις. Είσαι ολόκληρη η ζωή μου. Τούτο να σκέφτεσαι μονάχα.
Κι άστραφτε η τσούχτρα και βρόνταγε,και τον αγκάλιαζε και τον γέμιζε φιλιά,κι ήταν η μοναδική φορά που για λίγο φωτίστηκε το βλέμμα του. Για λίγο μόνο. Ύστερα ξανά σκοτείνιασε.
Όταν τους έχασε,όλους αυτούς που αγαπούσε,παπά,παπαδιά και τους γονείς του,έβαλε διπλή κλειδαριά στο σπίτι και πήγε κι έχτισε την καλύβα στους πρόποδες του βουνού κι αγνάντευε το χωριό που απλωνότανε στον κάμπο.
Ζούσε σαν ερημίτης με ό,τι η φύση του έδινε. Πολλές φορές σκεφτόταν την μάνα την μαυριδερή την τσούχτρα,όπως σκεφτόταν και την παπαδιά και δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει γιατί της είχε βγάλει αυτό το παρατσούκλι. Στα χέρια πιάστηκε σαν παιδί μ’ενα γειτονόπουλο που του είπε μια μέρα, πως οι τσουκνίδες μοιάζουν της μάνας σου.
Μην τις πιάνεις τσούζουν. Τσουχτερές σαν την μάνα σου είναι. Και κείνος τον έπιασε από τους ώμους του και τον κούναγε πέρα δώθε κι από τότε τον έλεγε κούνια μπέλα.
Όμως φίλοι γίνανε μετά από αυτό και έλεγαν στο χωριό,σαν του μουντό Γιώργη και του κούνια μπέλα φιλίες δεν υπάρχουνε.
Κι αλήθεια ήταν γιατί μόνο αυτός πήγαινε και τον έβλεπε στην καλύβα. Για την ακρίβεια μόνο αυτόν δεχότανε,και κάθε φορά που έφευγε του έδινε ο μουντό Γιώργης και κάτι φιγούρες αγίων που’χε σκαλίσει πάνω σε ξύλο,να τα κρεμάσει στις εκκλησιές.
Έτσι περνούσε τις μέρες του σκαλίζοντας μορφές αγίων. Στο χωριό κατέβαινε μια φορά τον χρόνο,την μέρα που’χε χάσει την τσούχτρα του.
Πήγαινε και της άναβε το καντηλάκι της,όπως και της παπαδιάς,και γύρναγε ξανά πίσω. Μια φορά δεν πήγε. Άρρωστος ήταν βαριά και νόμιζε πως θα’χανε την ζωή του,μα όλη την νύχτα ήταν κι οι δυο στο κρεβάτι του,όπως και την άλλη μέρα ώσπου τον γιάτρεψαν κι έγινε καλά.
Μπορεί να μην τα είχαν και τόσο καλά οι δυο τους,μα σαν ήταν για κείνον,γινόταν μια αγκαλιά από πάνω του.
Είχε ρωτήσει την μάνα του,γιατί την είπε τσούχτρα η παπαδιά και κείνη έγινε κόκκινη σαν την παπαρούνα. Δεν του είπε την αλήθεια για το πως και το γιατί,παρά μονάχα πως της είχε στάξει λίγο ούζο σε μια πληγή της και την έτσουξε,κι από τότε την είπε τσούχτρα η παπαδιά.
Αυτό είπα στο παιδί και μη με βγάλεις ψεύτρα της είπε.
Μα σαν ήταν για το καλό του και κείνη συμφώνησε λέγοντάς της είδες πως τσούζει η αλήθεια και δεν βγαίνει; Είδες; Ας είναι όμως.
Ας είναι της είπε,αλλά μην το πολυστάζεις κείνο το ούζο στην πληγή. Μην το πολυστάζεις για θα μεθύσει κι οι μεθυσμένοι δεν κρατάν το στόμα τους κλειστό. Δεν έμαθε την αλήθεια ποτέ ο μουντός. Αλλά και να την μάθαινε,ήταν τόση η αγάπη που της είχε που δεν θα τον ένοιαζε τούτο το ψεματάκι της.
Απόγευμα ήταν κι αγνάντευε τον κάμπο ο Γιώργης. Έβλεπε ως πέρα μακριά. Ως εκεί που ακούμπαγε ο ήλιος και κρυβότανε στα απέναντι βουνά.
Μαζί του τον πήρε το ηλιοβασίλεμα και βρέθηκε σε μια γυναίκα μπροστά που του έλεγε πως εσύ είσαι ο γιος της τσιγγάνας.
Είσαι το παιδί που άφησε στην πόρτα της εκκλησιάς. Όχι γιατί δεν σε ήθελε. Όχι. Μα γιατί δεν είχε ζωή πολύ η Αϊσέ. Γι’αυτό και σ’αφησε. Δεν ήθελε να μείνεις στο καραβάνι τους. Δεν ήθελε να γυρνάς σαν καταραμένος χειμώνες και καλοκαίρια,βρέχει χιονίζει να μην έχεις ένα ζεστό σπίτι να γέρνεις το κορμί σου. Αυτός ήταν ο λόγος που σε άφησε.
Όχι από έλλειψη αγάπης,αλλά από πολλή αγάπη να μην ζεις την ζωή της. Μιας ζωής που την έστειλε στο θάνατο τόσο νέα. Τόσες βροχές και χιόνια δεν τα άντεξε η καρδιά της. Σε δυο μέρες μετά που ήρθες στην ζωή έφυγε. Είσαι ο γιος της τσιγγάνας που αγαπήθηκες πολύ!
Αυτή ήταν η μάνα σου η Αϊσε.
Εσύ ποια είσαι την ρώτησε με δάκρυα στα μάτια; Η μοίρα της είμαι του είπε. Η μοίρα της και η δική σου,και εξαφανίστηκε. Την φώναξε ο Γιώργης να του πει το όνομά της. Πως σε λένε; της είπε. Πως σε λένε; όνομα δεν έχεις; Έτσι απλά,μοίρα σε λένε;
Έχω του είπε κείνη και χάθηκε. Έχω,κι είναι το πρώτο όνομα που θα ακούσεις,σαν γυρίσεις πίσω στην καλύβα σου. Άνοιξε τα μάτια του ο μουντός. Μια γυναίκα τον σκούνταγε στην πλάτη του. Μια γυναίκα μελαμψή σαν και κείνον,μα είχε βλέμμα φωτεινό ετούτη.
Φωτεινό βλέμμα δίχως σκοτεινιά. Ποια είσαι εσύ της είπε; Ποια είσαι; Πρώτη φορά σε βλέπω,και πως ήρθες εδώ πάνω;
Είμαι και’γω μια σαν και σένα του είπε κείνη. Μια τσιγγάνα είμαι και’γω και ψάχνω κάπου να στεριώσω. Να γεννήσω τα παιδιά μου. Να μην τριγυρνάνε μέσα στο λιοπύρι,να μην αρρωσταίνουν μέσα στα τσαντίρια και να γυρνάνε μες την λάσπη.
Μια τσιγγάνα είμαι κι ήρθα να σε βρω. Η μάνα σου μου είπε που θα σε βρω κι ήρθα. Η μάνα σου με στέλνει να σ’ανταμώσω.
Πως σε λένε της είπε; Αγάπη του απάντησε. Αγάπη! Και φωτίστηκαν τα μάτια του τόσο πολύ που η τσούχτρα σηκώθηκε να πάρει λίγο από την λάμψη του,να πάει και στην παπαδιά να της το πει,πως έλαμψε το μουντός τους.
Όταν ήταν για το καλό του τα βρίσκανε οι δυο τους.
Αγάπη με λένε του είπε ξανά,κι ο Γιώργης μπήκε στην καλύβα του και πήρε μια μεγάλη εικόνα σκαλισμένη. Ήταν ένα μεγάλο βυζί. Ένα βυζί φωτεινό κι ένα μικρό παιδί που βύζαινε.
Έτσι σε φανταζόμουν της είπε. Ένα βυζί να ρουφάω την αγάπη.
Ένα βυζί που θα’ναι μήτρα,ζωή κι αγάπη!
Η καλύβα του Γιώργη του μουντού,ήταν στους πρόποδες του βουνού. Το μουντός ήταν το παρατσούκλι του. Μόνο που τώρα είχε γίνε ένα σπίτι να στεγαστεί η οικογένεια που είχε κάνει. Και κάθε δειλινό που έγερνε ο ήλιος στα απέναντι βουνά, έβλεπε στο βάθος του ορίζοντα, την τσούχτρα του, την παπαδιά και την μάνα του την Αϊσέ.
Και να δεις που η σκοτεινιά του που δεν υπήρχε πια στα μάτια του, η σκοτεινιά που έφυγε, πήρε και την αντιπάθεια που είχε η παπαδιά για την μαυριδερή μαζί της.
Αλλά για να μην της δώσει πολλά θάρρητα,της έλεγε γελώντας,πως μόνο τούτη πήρε. Την μαυρίλα σου,σου την άφησε…
Ελευθερία Λάππα