Στα δώδεκά της ήταν. Παιδούλα απονήρευτη κι έπαιζε στην αυλή του σπιτιού της με τις φιλενάδες της. Ένα παλικαράκι μπήκε μέσα και τις ρώτησε αν αυτό είναι το σπίτι του άρχοντα του Δημογιάννη.

mike
By
326 Views
18 Min Read

Ο έρωτας δυο νέων άφησε ίστορία. Μια ιστορία γεμάτη θέληση,αγάπη,πείσμα, μα και πόνο μαζί. Τόσο πόνο,που κανείς πλέον από όσους ξέρανε την ιστορία της Δέσπως και του Νικόλα,δεν ήθελε να ερωτευτεί τόσο πολύ.
Μα εκείνος όμως δεν σε ρωτάει,ούτε ποιον θέλεις να ερωτευτείς,ούτε πόσο θέλεις. Έρχεται και σου ρίχνει έναν κεραυνό στην καρδιά σου,και σου την καίει συθέμελα μαζί με τα σωθικά σου.
Κι ανασταίνεσαι μόνο στο φιλί του.

Έτσι κι η Δέσπω με τον Νικόλα. Ερωτευτήκανε κι ήταν μικρά. Τόσο μικρά που αψηφήσανε τον κίνδυνο της φωτιάς,και καήκανε μέσα της. Κάρβουνο γίνανε κι οι δυο τους. Τούτος ο έρωτας έγραψε ιστορία,που σαν την διηγείσαι,,σπαράζουν τα μέσα σου,και σαν την ακούς,μια το θέλεις,και τρεις το αρνιέσαι.
Στα δώδεκά της ήταν. Παιδούλα απονήρευτη κι έπαιζε στην αυλή του σπιτιού της με τις φιλενάδες της. Ένα παλικαράκι μπήκε μέσα και τις ρώτησε αν αυτό είναι το σπίτι του άρχοντα του Δημογιάννη. Η Δέσπω άφησε το παιχνίδι κι είπε ο πατέρας μου είναι,πάω να τον φωνάξω κι έφυγε τρέχοντας.
Αυτή την εικόνα την κουβάλαγε μαζί του ο Νικόλας ώσπου έφυγε από την ζωή. Την έβλεπε να τρέχει και τα μαλλιά της ανεμίζανε στο ελαφρύ αεράκι της τρεχάλας της.

Εκείνα τα μάτια της που τον κοιτάξανε και του είπαν,ο πατέρας μου είναι,γίνανε μαχαίρια και καρφωνότανε σ’όλο του το κορμί,ώσπου χωθήκανε στην καρδιά βαθιά και δεν βγαίνανε.
Του κάνανε μια μεγάλη πληγή που αιμορραγούσε συνεχώς,και σταμάταγε μόνο σαν την έβλεπε,και σαν του χαμογελούσε.
Έφυγε τρέχοντας,με τα μαλλιά της τα καστανά να ανεμίζουν και βγήκε ξανά
με τον πατέρα της να στέκεται στο κεφαλόσκαλο,κι αυτή ξαναγύρισε στις φίλες της να συνεχίσει το παιχνίδι της.

Ήθελε να γυρίσει να τον κοιτάξει η Δέσπω,μα φοβόταν τον πατέρα της. Το’κανε όμως. Κάποια στιγμή που εκείνος μίλαγε μαζί του,γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε.
Στάθηκε πάνω στο στραβοκουμπωμένο του πουκάμισο.
Καλοκαιράκι ακόμα και το’χε ανοιχτό μέχρι δυο τρία κουμπιά,μα σαν περίμενε τον Δημογιάννη,τα κούμπωσε βιαστικά,και σ’αλλη τρύπα.
Ήταν ασέβεια,ήταν ντροπή να στέκεσαι μπροστά στον άρχοντα με ανοιχτό πουκάμισο,και θέλησε να το κλείσει,μα στην βιάση του στραβά το έκανε.

Κι αυτής τα μάτια,εκεί σταματήσανε και χαμογέλασε. Το είδε ο Νικόλας,μα δεν ήξερε το γιατί,κι όταν είδε και κείνος το στραβοκουμπωμένο του ρούχο,είπε γι’αυτό γέλασε.γι’αυτό.
Μα η Δεσπούλα,έτσι την φωνάζανε οι δικοί της,δεν γέλασε για το κουμπί.
Γι’άλλο γέλασε που και κείνη αν την ρώταγες,δεν ήξερε να σου πει. Μα θαρρώ πως ήταν για κείνη την φλέβα που χτύπαγε στον λαιμό του.
Ναι ναι,για κείνη την φλέβα ήταν που χτύπαγε έτσι άτακτα και νόμιζες πως θα σπάσει από το φούσκωμα που είχε καθώς χτύπαγε.

Κι ασυναίσθητα έβαλε το χέρι της και κείνη στο δικό της λαιμό,και να δεις που χτύπαγε και κείνης η φλέβα έτσι,κι έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της.
Δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει γιατί ήταν ντροπή να χτυπάει μια φλέβα έτσι. Δεν μπόρεσε ακόμα κι όταν ρώτησε την μάνα της να της πει το γιατί.
Είσαι μικρή Δεσπούλα μου εσύ να ρωτάς τέτοια πράγματα της είπε.
Κι η Δεσπούλα σκεφτόταν,αφού είμαι μικρή,γιατί χτύπησε έτσι και μένα η φλέβα μου;
Τέντωσε το δεκατετράχρονο κορμί του ο Νικόλας να φανεί μεγαλύτερος,μα ο Δημογιάννης τον κοίταξε και του είπε.εγώ δεν θέλω παιδιά στην δούλεψή μου.

Άντρα θέλω μπρατσωμένο. Η δουλειά που θα κάνει σκληρή θα’ναι και συ μικρός για να την κάνεις. Δοκίμασέ με αφεντικό του είπε και ξανατεντώθηκε.
Ο Δημογιάννης είδε την θέληση και την ανάγκη του για δουλειά,και τον ρώτησε ποιος σ’έστειλε σε μένα; Η φήμη σου του είπε. Η φήμη σου πως δίνεις ψωμί σε κείνον που το χρειάζεται του είπε κι αναθάρρησε σαν του έκανε την ερώτηση.
Του είχαν πει,πως αν του απαντήσει και εκτιμήσει την απάντηση θα τον κρατήσει για δουλειά. Και τα κατάφερε ο Νικόλας.

Φώναξε τον επιστάτη του,έναν μεγάλο ηλικίας άνθρωπο,τον μάστρο Νάκο και του είπε πάρε τον και μάθε του όλα τα πόστα,κι όλα τα μυστικά της δουλειάς σου,μα μεγάλωσες και πρέπει να ξεκουραστείς.
Από τα ελαφριά τον έβαλε πρώτα ο μάστρο Νάκος. Από τα ελαφριά κι είδε πως είχε ζήλο μεγάλο για να μάθει. Ο ζήλος του μεγάλωνε κάθε μέρα όπως κι ο χτύπος στην φλέβα του λαιμού του.
Στο χρόνο πάνω,στα δέκα πέντε του,είχε μάθει όλα τα ελαφριά πόστα.

Εκείνο που δεν είχε μάθει ήταν να μπορεί να ηρεμεί την καρδιά του,που στη σκέψη της Δέσπως κόντευε να βγει από το στήθος του. Κι ούτε θα το μάθαινε ποτέ αυτό. Ποτέ. Όπως δεν είχε μάθει πως κι αυτηνής η καρδιά χτύπαγε δυνατά,όπως και κείνη η φλέβα στον λαιμό σαν άκουγε στο τραπέζι να λέει ο πατέρας της,πως κείνο το παλικαράκι το αμούστακο είναι γερός εργάτης.
Να δεις έλεγε στην γυναίκα του,πως σ’ένα χρόνο ακόμα θα μάθει και τα δύσκολα. Να ξεκουράσει τον Νάκο που τον έχομε κοντά μας τόσα χρόνια.

Φίλος του ήταν ο Νάκος. Φίλος καρδιακός κι ο επιστάτης του,στην απέραντη περιουσία. Ο Νάκος οικογένεια δεν είχε κάνει. Και πως άλλωστε αφού είχαν αγαπήσει και οι δυο οι φίλοι την ίδια γυναίκα; Πως, που έμεινε πιστός σε μια αγάπη που την γνώριζε μόνο εκείνος;
Ποτέ δεν τόλμησε να το πει. Όλοι θα γελούσαν,και θα χάλαγε και η φιλία τους. Έτσι το κράτησε εφτασφράγιστο μυστικό κι έμεινε κοντά τους στα κτήματά τους.

Δέχτηκε την δουλειά του επιστάτη,μόνο και μόνο να την βλέπει. Ετούτο του έφτανε. Με τούτο έζησε όλη του την ζωή,και με το μυστικό του. Και σαν του λέγανε γιατί δεν έκανες οικογένεια εσύ ο τόσο άξιος; Τους απαντούσε πως αν ο άνθρωπος αγαπήσει μια φορά δυνατά,δεν μπορει να ξαναγαπήσει,κι η οικογένεια χωρίς αγάπη δεν χτίζεται.
Ο Δημογιάννης μια κόρη είχε. Την Δεσπούλα. Άλλο δεν τους έδωσε ο θεός,μα και την Δέσπω τους κοντέψανε να την χάσουν στην γέννα μαζί με την μάνα. Τα κατάφεραν και έζησαν,και την είχαν μη βρέξει και μη στάξει. Αρχοντοπούλα με τα όλα της.

Άλλο δεν είχαν κι όλη τους η αγάπη και η έγνοια ήταν δική της. Κάνανε σχέδια,κάνανε όνειρα και της ετοιμάζανε την τύχη της από τώρα.
Μα δεν την ρώτησαν αν εκείνη ήθελε να συμμετέχει σ’όλα αυτά. Η μάνα της την προετοίμαζε σιγά σιγά να βάλει στο μυαλό της,πως σε κάνα δυο χρόνια θα πάρει τον γαμπρό που της ετοιμάζανε.
Τον γιο του Γέρο Στάθη,που είχε όλο το βουνό δικό του.
Να ενώσουν βουνό και κάμπο,και να γίνει η περιουσία τους τρανή. Έναν τον είχε και κείνος. Έναν όμορφος κι άξιος γίνονταν,κι αρχοντόπουλο σαν και του λόγου της.

Όλο το βουνό δικό του κι από τις δυο πλευρές,και μέσα του ίσα με χίλια κεφάλια γελάδια να βοσκάνε,κι ο γιος όλη μέρα πάνω στ’αλογο να διαβαίνει το βουνό να ελέγχει τα ζωντανά του και τους βοσκούς του. Μεγάλη τύχη Δεσπούλα μου,της λέγανε. Μεγάλη.
Κι η Δεσπούλα σαν τα άκουγε όλα αυτά,και σαν είχε το νου της στον Νικόλα που έγινε αντράκι υπάκουο και σεμνό,και σαν η καρδιά της αντιδρούσε σκεφτόταν τι να κάνει για να ξεφύγει από τούτη την τύχη. Ο Νάκος που την κράταγε από το χεράκι σαν ήταν μικρή,το κατάλαβε το σαράκι της,όπως είχε καταλάβει και του Νικόλα.

Και σαν θέλησε να του το πει, την έκοψε αμέσως λέγοντάς της,να το ξεχάσει και να το βγάλει από το μυαλό της. Και δεν ξαναμίλησε η Δεσπούλα. Δεν του είπε ξανά τίποτα.
Πέρασε ένας χρόνος ακόμα. Στα δεκάξι του ο Νικόλας,στα δεκατέσσερα εκείνη. Επιστάτης πια ο Νικόλας,κι αποτραβήχτηκε ο Νάκος. Είσαι ο γιος που δεν έχω του είπε ο Δημογιάννης σαν τον έκανε επιστάτη. Είσαι ο γιος που δεν έχω.

Κι ο Νικόλας χαμήλωσε τα μάτια του,μη φανεί η αγάπη που’χε για την κόρη του. Τα μάτια του Νικόλα και της Δέσπως όταν συναντιόταν λέγανε για τον έρωτα που κρύβανε,μα μια μέρα δεν θέλανε άλλο να είναι κρυφός,και σαν του άγγιξε το χέρι από λάθος η Δέσπω ένιωσε να την χτυπάει κεραυνός στα στήθια της.
Το ίδιο κι ο έρμος ο Νικόλας κι από την ώρα εκείνη,τον θέλανε το κεραυνό να τους κάψει ολόκληρους. Κάρβουνο να γίνουν στο άγγιγμά τους.

Την ζήση τους δεν την θέλανε χώρια,κι ήταν μαρτύριο ετούτο. Να φύγει θέλησε ο Νικόλας. Να φύγει,γιατί αυτό που ένιωθε,ήταν ευλογία και κατάρα μαζί. Αν το μάθαινε ο Δημογιάννης,το κεφάλι θα του έπαιρνε,μα δεν τον ένοιαζε.
Και που το έχει; Ποιο το όφελος; Μήπως και θα έχει την κόρη του ποτέ; Όχι.
Κι όταν κάλεσε ένα βράδυ τον Νάκο να φάνε και να κουβεντιάσουν για το ποιος είναι ικανός για αυτή την θέση αφού θέλει να φύγει ο Νικόλας,κανείς του είπε κείνος.

Κανείς δεν είναι και να του δώσεις παραπάνω χρήματα να μείνει. Τα αρνήθηκε. Δεν θέλω χρήματα του είπε. Μου φτάνουν αυτά που μου δίνεις.
Ένα σημείωμα έγραψε για την Δέσπω. Ένα σημείωμα με μια ερώτηση μόνο. Το κουβάλαγε μαζί του μέρες,ώσπου να βρει την ευκαιρία να της το δώσει χωρίς να τον δει κανείς.
Ναι,η όχι; Μόνο τούτο έγραφε.
Κι όταν στην τσέπη της το έβαλε ένα απόγευμα,έφυγε κείνη αμέσως χωρίς να μπορέσει να του πει,αυτό για το οποίο πήγε.

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε κι έλεγε ναι. Ναι,με την καρδιά της,ναι,με το μυαλό της,ναι,με το σώμα της,και τ’άγγιγμά τους. Εκείνο το ένα και το μοναδικό τους άγγιγμα.
Ναι,με όλο της το είναι,και κείνη η φλέβα χόρευε στον ρυθμό όλων των ναι! Ναι,του έγραψε και κείνη κι έτρεξε να του το δώσει. Δεν χρειάζονταν πολλές κουβέντες ο έρωτάς τους.
Τα μάτια τους είχαν ήδη πει πολλά.
Έτρεξε και τον βρήκε. Του το έδωσε το ναι της,και του είπε κείνο για το οποίο πήγε την πρώτη φορά. Ο πατέρας μου σε θέλει το βράδυ στο τραπέζι.

Και πήγε,ο Νικόλας. Πήγε για να ακούσει να μην φύγει,μα αυτός γάμο του ετοιμάζει με την κόρη του γείτονα. Μικρός είσαι του είπε,μα δεν θέλω να σε χάσω από επιστάτη και θα’μαι στο πλευρό σας να σας βοηθήσω σ’ό,τι θέλετε.
Κι οι φλέβες και των δυο κόντευαν να σπάσουν.ώσπου ο Νικόλας βρήκε το θάρρος να του πει,πως αφού τον έβλεπε έτοιμο για γάμο,την κόρη του θέλει.

Έσπασε κι η φλέβα της Δέσπως και χύθηκε το αίμα της φωνάζοντας ναι. Ναι,και γω τον θέλω. Η μάνα σωριάστηκε,κι ο Δημογιάννης άρπαξε την κανάτα με το κρασί που ήταν πάνω στο τραπέζι και την κατέβασε μονορούφι.
Γύρισε το μάτι του ανάποδα,κι ο Νάκος τον κράτησε καθώς ετοιμαζόταν να χτυπήσει την κόρη του. Μπήκε κι ο Νικόλας μπροστά με τ’ανάστημα της αγάπης και του φώναξε πως αν την πειράξει,αν κατεβάσει το χέρι πάνω της,μαζί του θα’χει να κάνει.

Τι ήταν να το πει; Του βγήκαν τα μάτια έξω του Δημογιάννη ήθελε να φωνάξει μα του’ρθε κόλπος και σωριάστηκε και κείνος.
Πάμε του είπε η Δέσπω και τον τράβηξε από το χέρι του. Πάμε είπε και κείνος. Πήρε κείνη μια αλλαξιά ρούχα,πήρε κείνος τις οικονομίες του και φύγανε. Κι ο καημένος ο Νάκος,που τους ζήλεψε για το θάρρος τους,στάθηκε μπροστά τους,και τους είπε,είμαι σίγουρος πως θα προκόψετε,μα πάρτε και τις δικές μου οικονομίες. Εμένα άχρηστες μου είναι.

Την ευχή σου θέλουμε του είπαν κι όχι χρήματα. Την πήραν την ευχή του και φύγανε. Πήγαν στους γονείς του Νικόλα,και κάνανε έναν γάμο απλό και πλούσιο από κατανόηση.
Πλούσιο,όπως κι η αγάπη τους. Κάνανε την δική τους οικογένεια. Απόχτησαν τρία παιδιά. Τα παιδιά του έρωτα,και της αγάπης,κι ήταν πανέμορφα.
Ζούσανε από τα λίγα χωράφια του Νικόλα,μα δεν άργησε κείνος να τα κάνει περισσότερα.Κι η Δέσπω στο πλευρό του πάντα να τον βοηθάει.

Μαζί του. Χώρια δεν μπορούσαν να είναι παραπάνω από δυο ώρες. Τούτη η αγάπη ήταν μοναδική κι αξιοζήλευτη. Ευχή και κατάρα μαζί.
Πόλεμος ξέσπασε,κι ο Νικόλας με την φλέβα να χτυπάει πήγε να πολεμήσει τον εχθρό,και σε μια μάχη,στήθος με στήθος,του καρφώσανε την ξιφολόγχη στην καρδιά.
Δέσπω μου είπε κι έφυγε,με την εικόνα της στα μάτια του.
Εκείνη την εικόνα που ανέμιζαν τα μαλλιά της σαν πήγε τότε…να φωνάξει τον πατέρα της.

Και κείνη έφυγε σαν το έμαθε. Σαν της τον πήγαν σκοτωμένο. Έφυγε μαζί του. Ζωή δεν είχε. Μια ζωντανή νεκρή ήταν. Έπρεπε να μεγαλώσει τα παιδιά τους. Μικρά ήταν ακόμα.
Οι γονείς της σαν το μάθανε στείλαν τον Νάκο να την βρει,να την πάρει πίσω. Να τους πεις,εγώ γονείς δεν έχω. Ορφάνεψα πριν πολλά χρόνια,και τώρα ορφάνεψα κι απ’την αγάπη μου.
Κι άλλες προσπάθειες έκαναν,μα η απάντηση πάντα ίδια. Δεν έχω γονείς,παρά μόνο του Νικόλα και μαζί τους θα μείνω.

Πήγαν οι ίδιοι να την βρουν και τους έδιωξε χωρίς να τους ακούσει. Στον τάφο πήγαινε του Νικόλα της και του’λεγε ,τους έδιωξα Νικόλα μου. Τους έδιωξα,όπως εκείνοι εσένα.
Κι αυτός της έλεγε Δέσπω μου,και χτύπαγε και κείνη η φλέβα σαν το’λεγε.
Χτύπαγε ακόμα και κάτω από το χώμα. Οι γονείς του φύγανε από τον καημό τους,κι οι δικοί της το ίδιο. Ο Νάκος γύρναγε μονάχος στα χτήματα,κι έλεγε και’γω την αγαπούσα.

Και σαν τον ρώταγαν ποια; Ποια αγαπούσες,κούναγε το κεφάλι του ο έρμος. Ακόμα και πεθαμένη δεν το μαρτύραγε. Μια διαθήκη υπάρχει για σένα της είπε ένας δικηγόρος. Πρέπει να έρθεις να την παραλάβεις. Πήγε η Δέσπω και την πήρε. Όλη η περιουσία περνούσε στα χέρια της.
Την έδωσε στο κράτος η Δέσπω όλη με τον όρο να χτιστούν σπίτια να στεγαστούν τα ορφανά που άφησε ο πόλεμος. Και κείνη δεν κράτησε τίποτα.

Έχετε είπε στα παιδιά της. Έχετε από τον πατέρα σας. Έζησε μέχρι τα εξήντα της. Είδε γάμους των παιδιών της,είδε εγγόνια. Μα όλα της φαίνονταν λίγο,χωρίς τον Νικόλα της.
Εκείνη η φλέβα που της έδινε ζωή,είχε πάψει να χτυπάει. Χτύπαγε μόνο πάνω από το μνήμα του Νικόλα. Θα’ρθω να σε βρω του είπε. Θα΄ρθω.
Και μέρα με την μέρα έχανε τις δυνάμεις της. Δεν ήθελε γιατρούς. Δεν πήγε πουθενά κι ας της το λέγανε τα παιδιά της. Εκείνη έλεγε μονίμως,θα’ρθω να σε βρω.

Μόνο νερό έπινε για μέρες. Φαγητό καθόλου. Μαράζωνε. Ήθελε να φύγει. Από τα παιδιά της ζήτησε να την πάνε εκεί που πρωτόδε το κουμπί του Νικόλα της. Εκεί που είδε το στραβοκουμπωμένο πουκάμισο. Εκεί που πρωτοχτύπησε η φλέβα στον λαιμό της. Κι άμα φτάσανε στην αυλή του πατρικού της, αφήστε με τους είπε. Θα πάω μόνη μου.

Τα πόδια της την πήγαν μέχρι κείνο το σημείο. Μέχρι το σημείο που είχε σηκώσει το ανάστημά του ο Νικόλας και το παιδικό του το κορμάκι,να υποδεχτεί τον Δημογιάννη.
Σαν αστραπή περάσανε όλα από το νου της. Σαν τον κεραυνό εκείνο που ένιωσε να καίει το σώμα της σαν άγγιξε το χέρι του κείνη την πρώτη φορά

Το βλέμμα της στάθηκε στο λαιμό του τον παιδικό που είχε τεντωθεί καρτερώντας τον Δημογιάννη,και χαμογέλασε όπως και τότε… Και την ένιωσε την φλέβα της να χτυπάει,ξανά σαν τον είδε ολόρθο μπροστά της. Νικόλα μου είπε. Νικόλα μου,έρχομαι.
Και έφυγε η Δέσπω,έφυγε, με το χαμόγελο στα χείλια,και την φλέβα να χτυπάει,σαν τότε…

Ελευθερία Λάππα

add
TAGGED:
Share This Article