Σε μια πολιτεία που απλωνόταν ανάμεσα σε δύο λόφους, ζούσε κάποτε ένας γέροντας που τον έλεγαν Στέφανο. Δεν ήταν ούτε πλούσιος ούτε φημισμένος. Καθόταν συχνά κάτω από ένα πλατάνι στην άκρη της αγοράς και έπλεκε καλάθια. Οι περαστικοί τον χαιρετούσαν, λίγοι όμως σταματούσαν να τον ακούσουν.
Μια μέρα ήρθε στην πολιτεία ένας νεαρός άρχοντας. Είχε σπουδάσει σε ξένες χώρες, ήξερε πολλούς νόμους και μιλούσε με ευκολία. Ο λαός τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό, γιατί υποσχόταν να φέρει τάξη στα πράγματα του κράτους.
Ο νεαρός, βλέποντας τον γέροντα κάτω από το πλατάνι, τον πλησίασε με υπεροψία.
– Εσύ, γέροντα, τι κάνεις εδώ; Οι άλλοι δουλεύουν, εσύ κάθεσαι και πλέκεις. Δεν ντρέπεσαι;
Ο Στέφανος δεν σήκωσε το βλέμμα. Συνέχισε να πλέκει ήσυχα.
-Άρχοντα, είπε με ηρεμία, πριν μιλήσεις για τη δική μου τεμπελιά, κοίτα μήπως η δική σου βιασύνη κρύβει άλλη τεμπελιά.
Ο νεαρός γέλασε.
– Εγώ θα κυβερνήσω αυτή την πολιτεία. Θα βάλω τάξη εκεί που υπάρχει χάος.
-Κατάλαβα, είπε ο γέροντας. Και πες μου, έβαλες πρώτα τάξη στο δικό σου σπίτι;
Ο άρχοντας σώπασε για μια στιγμή. Η γυναίκα του τον είχε αφήσει εδώ και μήνες, τα παιδιά του δεν του μιλούσαν, και τα οικονομικά του ήταν σε σύγχυση. Αλλά δεν το παραδέχτηκε.
– Το σπίτι μου είναι δικό μου θέμα, αποκρίθηκε απότομα.
-Αλήθεια; είπε ο Στέφανος. Πώς μπορείς να βάλεις τάξη σε χίλια σπίτια, αν δεν μπορείς να βάλεις τάξη σε ένα;
Ο νεαρός ταράχτηκε. Γύρισε να φύγει, αλλά ο γέροντας τον σταμάτησε με τη φωνή του.
-Κάτσε, άρχοντα. Πες μου ακόμα κάτι. Εσύ που θα γράφεις νόμους για όλους, ποιος νόμος κυβερνά τη δική σου καρδιά;
Ο νεαρός κοκκίνισε από θυμό.
– Δεν ήρθα εδώ για να δώσω λογαριασμό σε έναν καλαθοπλέκο!
-Δίκιο έχεις, είπε ήσυχα ο γέροντας. Αλλά εγώ δεν ζήτησα λογαριασμό. Εσύ ήρθες σε μένα και μέτρησες πρώτος τη δική μου αδράνεια. Γιατί μέτρησες τη δική μου, πριν μετρήσεις τη δική σου;
Ο άρχοντας έμεινε άφωνος.
Τότε ο Στέφανος σηκώθηκε αργά. Πήρε ένα καλάθι που είχε μόλις τελειώσει και το άπλωσε προς το μέρος του.
-Πάρε αυτό. Είναι μικρό, μα είναι πλεγμένο γερά. Όπως αυτό το καλάθι, έτσι και η ψυχή: αν τα κενά της είναι μεγάλα, ό,τι βάλεις μέσα θα χυθεί.
Ο νεαρός το πήρε διστακτικά. Για πρώτη φορά κοίταξε στα μάτια τον γέροντα. Είδε εκεί κάτι που δεν είχε συναντήσει σε κανέναν δάσκαλο, σε καμία ξένη χώρα, σε κανένα βιβλίο. Είδε έναν άνθρωπο που είχε βρει κόσμο μέσα του και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν να μετράει τον κόσμο έξω.
Έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα.
Καθώς ο ήλιος έγερνε, ο νεαρός άρχοντας κάθισε δίπλα στον γέροντα κάτω από το πλατάνι. Δεν μίλησε. Κοίταζε τα χέρια του γέροντα που συνέχιζαν να πλέκουν ήσυχα, και για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε πόσο λίγα ήξερε.
Την επόμενη μέρα, ο λαός περίμενε τον άρχοντα να βγάλει διατάγματα. Εκείνος όμως δεν πήγε στο αρχοντολόι. Πήγε πάλι κάτω από το πλατάνι. Κάθισε δίπλα στον Στέφανο και είπε:
– Δίδαξέ με πρώτα πώς να κυβερνώ την καρδιά μου. Μετά θα μιλήσω για το κράτος.
Και ο γέροντας, χωρίς να σταματήσει το πλέξιμο, είπε μόνο:
– Η αρχή είναι μία: κράτα όλα τα πράγματα στην κατάλληλη απόσταση, μόνο την ψυχή σου πλησίασε όσο περισσότερο στον Θεό.
Η ιστορία αυτή διδάσκει ότι όποιος θέλει να διορθώσει τον κόσμο, ας αρχίσει πρώτα από τον εαυτό του. Γιατί κανείς δεν μπορεί να δώσει όσα δεν έχει, ούτε να φέρει τάξη έξω, αν μέσα του βασιλεύει το χάος.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού