Σ’ ένα παλιό εκκλησάκι, χαμένο σ’ ένα στενό της πόλης, υπηρετούσε ένας άνθρωπος που κανείς δεν εμπιστευόταν ιδιαίτερα. Τον έλεγαν Μάρκο.
Δεν ήταν κακός από φύση μα ήταν αδύναμος. Άφηνε δουλειές στη μέση, γκρίνιαζε για όλα, κι αν έβρισκε ευκαιρία, κρατούσε λίγα κέρματα από το παγκάρι «για ώρα ανάγκης», όπως έλεγε.
Ο ιερέας, ο παπα-Ιάκωβος, τον κρατούσε κοντά του χωρίς να τον ελέγχει πολύ. Όχι γιατί δεν ήξερε αλλά γιατί περίμενε.
«Ο άνθρωπος αλλάζει μόνο όταν το θελήσει», έλεγε.
Ένα βράδυ του χειμώνα, έκανε κρύο που έκοβε την ανάσα. Ο Μάρκος είχε τελειώσει όπως όπως τις δουλειές και ετοιμαζόταν να κλείσει την εκκλησία. Καθώς πήγε να τραβήξει την πόρτα, είδε έναν άντρα έξω, καθισμένο στα σκαλιά.
Δεν ήταν ζητιάνος όπως οι άλλοι. Ήταν καθαρός, αλλά τα ρούχα του φτωχά. Κρατούσε τα χέρια του σφιχτά, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μέσα τους την ζέστη που δεν είχε.
«Έκλεισε», είπε κοφτά ο Μάρκος.
Ο άντρας σήκωσε τα μάτια του.
«Δεν θέλω να μπω», είπε ήρεμα. «Μόνο… να καθίσω λίγο στο φως».
Ο Μάρκος γύρισε πίσω. Το μόνο φως που είχε μείνει ήταν ένα μικρό καντήλι δίπλα στην πόρτα.Ο Μάρκος κοντοστάθηκε. Έβαλε το χέρι στην πόρτα, έτοιμος να τη σπρώξει και να τελειώνει. Ύστερα κοίταξε πάλι το καντήλι.
Ήταν το τελευταίο που έσβηνε κάθε βράδυ. «Για να μη μένει το σπίτι του Θεού ποτέ στο σκοτάδι», έλεγε ο παπα-Ιάκωβος.
Γύρισε πίσω με έναν μικρό εκνευρισμό σαν να μάλωνε με τον εαυτό του.
«Δεν γίνεται να το αφήσω», μουρμούρισε. «Έχει κανονισμό».
Ο άντρας δεν απάντησε. Μόνο έτριψε τα χέρια του και φύσηξε απαλά πάνω τους.
Ο Μάρκος έμεινε να τον κοιτά. Κάτι μέσα του σκλήρυνε κι αμέσως μετά κάτι έσπασε.
Μπήκε πάλι μέσα. Πήρε το καντήλι προσεκτικά, μην χυθεί το λάδι. Το κράτησε για μια στιγμή μπροστά στην εικόνα.
«Συγχώρα με», ψιθύρισε χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί.
Βγήκε έξω και το ακούμπησε δίπλα στον άντρα.
Το φως άπλωσε απαλά στο πρόσωπό του. Δεν χαμογέλασε. Δεν ευχαρίστησε. Μόνο κοίταξε τη φλόγα σαν να τη γνώριζε.
Ο Μάρκος κάθισε λίγο πιο πέρα, αμήχανα.
«Δεν έχω τίποτα άλλο», είπε. «Ούτε ψωμί, ούτε χρήματα».
Ο άντρας έγνεψε.
«Αυτό φτάνει», απάντησε.
Έμειναν έτσι για λίγη ώρα. Χωρίς λόγια. Μόνο με το φως ανάμεσά τους.
Κάποια στιγμή, ο Μάρκος ένιωσε τα μάτια του βαριά. Σαν να τον πήρε ο ύπνος για μια ανάσα.
Όταν τα άνοιξε, ο άντρας δεν ήταν εκεί.
Σηκώθηκε απότομα.
«Έλα…» φώναξε χαμηλόφωνα. Κανείς.
Μόνο το καντήλι έμενε στη θέση του. Και η φλόγα του δεν έτρεμε καθόλου παρότι ο αέρας είχε δυναμώσει.
Ο Μάρκος το πήρε στα χέρια του. Ήταν ζεστό πιο ζεστό απ’ ό,τι πριν.
Το επόμενο πρωί, ο παπα-Ιάκωβος τον βρήκε να κάθεται σιωπηλός στην πόρτα.
«Δεν το έσβησες χθες;» τον ρώτησε.
Ο Μάρκος σήκωσε τα μάτια.
«Δεν μπόρεσα», είπε απλά.
Ο ιερέας δεν ρώτησε άλλα.
Από εκείνη τη μέρα, ο Μάρκος δεν άλλαξε απότομα. Δεν έγινε άγιος μέσα σε μια νύχτα. Μα κάτι μέσα του είχε μετακινηθεί.
Σταμάτησε να παίρνει χρήματα. Άρχισε να ανάβει τα καντήλια νωρίτερα. Και κάθε βράδυ, άφηνε εκείνο το μικρό φως δίπλα στην πόρτα λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
«Για όποιον περάσει», έλεγε.
Χρόνια μετά, όταν ο Μάρκος γέρασε και δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθιος, ζήτησε να τον πάνε μια τελευταία φορά στην είσοδο της εκκλησίας.
Κοίταξε το καντήλι.
Έκαιγε όπως τότε.
Και για μια στιγμή, καθώς έκλεινε τα μάτια του, ψιθύρισε:
«Ήρθες πάλι… ή σε θυμήθηκα;»
Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν εκείνος ο άνθρωπος στο σκαλί.
Μα όσοι περνούσαν αργά τη νύχτα από εκείνο το στενό, έλεγαν πως το φως της πόρτας δεν έσβηνε ποτέ.
Και πως, αν στεκόσουν για λίγο σιωπηλός, ένιωθες σαν κάποιος να κάθεται δίπλα σου χωρίς να φαίνεται.
Σαν να περίμενε, όχι να του δώσεις πολλά.
Αλλά να του δώσεις αυτό που κρατάς μόνο για σένα.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού