Τώρα είμαι Τουρκάλα. Μα το βράδυ, όταν κλείνω τα μάτια, προσεύχομαι στην Παναγία που μου ‘μαθε η μάνα σου πριν φύγει

mike
By
81 Views
3 Min Read

Την ιστορία την άκουσα από μια γριά στο προσφυγικό της σπιτι, στη Νέα Ιωνία. Είχε βγάλει φωτογραφία τον άντρα της νέο, μαύρο κουστούμι, χαμόγελο πικρό. «Αυτός γύρισε, εγώ όχι», μου είπε.
Κι άρχισε να λέει:
«Η μάνα μου ήταν από τα Σούρμενα. , την πήραν οι Τούρκοι, την πήρε ο χαμός. Εγώ ήμουν μωρό. Με φύλαξε μια γειτόνισσα, Τουρκάλα, σ’ ένα πατάρι. “Μην βγάλεις φωνή”, μου ‘λεγε, “θα ‘ρθει η μάνα σου”. Δεν ήρθε ποτέ.

Μεγαλώνοντας, έμαθα πως η μάνα μου πρόλαβε να κρύψει ένα μενταγιόν. Μέσα είχε μια τούφα μαλλιά δικά μου και μια εικόνα της Παναγίας, ραμμένη σε ύφασμα. Το ‘βαλε σε μια τρύπα στον τοίχο, πίσω από το τζάκι. Μου το ‘πε ένας θείος, λίγο πριν πεθάνει.
Σαράντα χρόνια μετά, πήγα στα Σούρμενα. Βρήκα το σπίτι. Μου άνοιξε μια Τουρκάλα, με μαντήλα, γριά κι αυτή. Της μίλησα με σπαστά, της είπα για το μενταγιόν. Εκείνη κοίταξε κάτω, σιώπησε, μετά είπε: “Περίμενε”.

Γύρισε με ένα κουτί. Το άνοιξε. Εκεί ήταν το μενταγιόν και δίπλα ένα χαρτί, γραμμένο στα τουρκικά, με γράμματα παιδικά.
“Τι είναι αυτό;” ρώτησα.
“Το έγραψα εγώ, όταν ήμουν μικρή”, μου είπε. “Η μάνα μου το βρήκε στον τοίχο. Μου ‘πε: ‘Κράτα το, κάποιος θα ‘ρθει να το πάρει’. Κι εγώ έγραψα: ‘Εδώ μένει τώρα το παιδί που έχασες. Αν το διαβάσεις, να ξέρεις ότι εγώ σε πρόσεχα, χωρίς να το ξέρεις'”.
Έμεινα άγαλμα. “Ποιο παιδί;” της λέω.

Εκείνη σήκωσε το χέρι της, άγγιξε το μενταγιόν και ψιθύρισε: “Εγώ. Εγώ ήμουν εκείνο το μωρό στο πατάρι. Η μάνα σου με άφησε στην αγκαλιά της μάνας μου, για να σωθώ. Κι εγώ μεγάλωσα εδώ. Τώρα είμαι Τουρκάλα. Μα το βράδυ, όταν κλείνω τα μάτια, προσεύχομαι στην Παναγία που μου ‘μαθε η μάνα σου πριν φύγει”.
Έκλαιγα. Εκείνη έκλαιγε. Την αγκάλιασα. Της ζήτησα να ‘ρθει στην Ελλάδα.

“Δεν γίνεται”, μου είπε. “Τα παιδιά μου είναι στρατιωτικοί. Δεν ξέρουν. Αν μάθουν, θα με σκοτώσουν ή θα σκοτωθούν μεταξύ τους. Εσύ πήγαινε. Πες της μάνας σου, αν ζει, ότι εγώ κράτησα την υπόσχεση”.
Γύρισα στην Ελλάδα. Η μάνα μου είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν. Δεν πρόλαβε να μάθει ότι το παιδί που θρήνησε όλη της την ζωή, στην πραγματικότητα, ζούσε και την είχε κρατήσει ζωντανή μέσα της, προσευχόμενη σε μια εικόνα που της είχε μάθει η ίδια, πριν τη χάσει.

Το μενταγιόν το ‘φερα. Το έχω κρεμασμένο δίπλα στην εικόνα. Κι όταν το βλέπω, σκέφτομαι: η προσφυγιά δεν είναι μόνο αυτός που φεύγει. Είναι κι αυτός που μένει πίσω, κι αλλάζει όνομα, μα η καρδιά του χτυπάει ακόμα στην ίδια γλώσσα που έμαθε να λέει “μάνα” πριν μάθει να λέει “αλλού”.»
🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article