Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα χωριό δίπλα στην θάλασσα, ζούσε ένας γέροντας που όλοι τον αποκαλούσαν «Ναυαγό».

mike
By
117 Views
4 Min Read

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα χωριό δίπλα στην θάλασσα, ζούσε ένας γέροντας που όλοι τον αποκαλούσαν «Ναυαγό». Τον είχαν βρει κάποιοι ψαράδες σε μια έρημη ακτή, μωρό μέσα σε μια σκούπα βάρκα. Κανείς δεν ήξερε τ’ όνομά του, κανείς την καταγωγή του. Εκείνος όμως ήξερε μια μόνο αλήθεια: πως κάθε κύμα που σκάει στην αμμουδιά κουβαλάει ένα παραμύθι που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Ο Ναυαγός μεγάλωσε, κι έγινε ο πιο περίεργος άνθρωπος του χωριού. Κάθε βράδυ καθόταν στην προβλήτα κι έγραφε σε χαρτιά που μετά τα ‘δενε σε μπουκάλια. Όμως δεν τα ‘ριχνε ποτέ στην θάλασσα. Τα κρεμούσε στον τοίχο του δωματίου του. «Αυτά είναι τα σχέδιά μου», έλεγε. «Τα ομορφότερα που έφτιαξα και δεν έγιναν ποτέ».

Οι χωριανοί τον κορόιδευαν. «Τι να τα κάνεις;» του ’λεγαν. Εκείνος απαντούσε: «Κάθε ανεκπλήρωτο όνειρο είναι ένα μάθημα. Το ανθολόγιο της ψυχής μου δεν γράφει μόνο με πράξεις, αλλά με ρίγη που δεν έγιναν πράξη.»
Μια μέρα, μια νεαρή γυναίκα που είχε χάσει την ελπίδα της την έλεγαν Μαργαρίτα ήρθε να τον βρει. Είχε χωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, είχε πουλήσει το σπίτι της στην πόλη, κι είχε καταφύγει στο χωριό για να κλάψει την ζωή που δεν έζησε. Στο δωμάτιό του είδε τα μπουκάλια. Διάβασε μια μία τις ιστορίες:
«Σχεδίασα να ταξιδέψω στον Ωκεανό, αλλά φοβήθηκα το κρύο. Αντίθετα, έμαθα να ζεσταίνω τους μόνους ανθρώπους γύρω μου.»

«Σχεδίασα να γίνω πατέρας, αλλά ποτέ δεν βρήκα σύντροφο. Τα παιδιά του χωριού με λένε παππού, κι εγώ τους μαθαίνω ν’ αγαπούν τα κύματα.»
«Σχεδίασα να γίνω πλούσιος. Και τότε κατάλαβα πως ο πλούτος είναι η θάλασσα: δεν τη νοιάζει αν την κοιτάς, εκείνη συνεχίζει να ρέει.»
Η Μαργαρίτα ξέσπασε σε κλάματα. «Δεν έκανα τίποτα απ’ όσα ήθελα», ψιθύρισε.
Ο Ναυαγός χαμογέλασε. «Και όμως, παιδί μου, έκανες το πιο σημαντικό: έκλαψες γι’ αυτά που δεν έγιναν. Όποιος κλαίει για τα όνειρα που έχασε, ήδη άρχισε να τα ζει αλλιώς. Τα δάκρυα είναι η βροχή που ποτίζει τα χαμόγελα που θ’ ανθίσουν αύριο.»

Της έδωσε ένα άδειο μπουκάλι. «Πήγαινε στην ακτή και περίμενε το τυχαίο. Μην ψάχνεις τίποτα. Κάτι άγνωστο θα σε βρει χωρίς να το περιμένεις.»
Εκείνη υπάκουσε. Κάθισε στην άμμο ώρες. Τότε είδε ένα δελφίνι να σπρώχνει προς τα ρηχά έναν νεαρό ναυαγό όχι μωρό πια, έναν άντρα σαν κι αυτήν, που είχε χάσει το πλοίο του στην τρικυμία. Τον τράβηξε έξω. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Δεν είπαν λέξη. Μόνο γέλασαν, δίχως αιτία.
Χρόνια μετά, η Μαργαρίτα έγινε γριά. Κάθε καλοκαίρι, τα εγγόνια της κάθονταν γύρω της και τη ρωτούσαν: «Γιαγιά, πώς γνώρισες τον παππού;»

Εκείνη τους έδειχνε τον ορίζοντα. «Με βρήκε το άγνωστο, την ώρα που σταμάτησα να σχεδιάζω. Και κατάλαβα τότε: η ομορφιά που φεύγει με τα χρόνια, γίνεται σοφία. Κι εσείς, αν μάθετε να αγαπάτε και αυτά που δεν έγιναν, θα γίνετε ομορφότεροι άνθρωποι. Όπως ο γέροντας Ναυαγός, που ήξερε πως κάθε κύμα φέρνει μια πνοή κι ακόμα κι όταν δεν ακούς τίποτα, η θάλασσα πάντα ψιθυρίζει.»

Κι έτσι, το χωριό δίπλα στο νερό είχε πια δύο παραδόσεις: το βράδυ, όλοι κρεμούσαν ένα μπουκάλι στον τοίχο τους. Κανείς δεν το ‘ριχνε στη θάλασσα. Γιατί είχαν μάθει πως τα σχέδια που δεν έγιναν ποτέ είναι το χώμα που θρέφει τα τυχαία που θα ‘ρθουν.
Κι αν κάποτε περάσεις από εκεί, και δεις μια ηλικιωμένη γυναίκα να χαμογελά στο κύμα, θυμήσου: η θάλασσα συνεχίζει να ρέει. Το άκουσμα φτάνει στην ακτή. Εσύ απλά άκου.
🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού

 

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article