Σε ένα μικρό χωριό χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, ζούσε ένας παππούς με τα τρία του εγγόνια: την Φωτεινή, τον Δημήτρη και την Ανθή…

mike
By
252 Views
5 Min Read

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, ζούσε ένας παππούς με τα τρία του εγγόνια: την Φωτεινή, τον Δημήτρη και την Ανθή.
Ο παππούς ήταν περίφημος καλαθοποιός. Τα καλάθια του ήταν τόσο γερά που κρατούσαν για χρόνια, τόσο όμορφα που τα ήθελαν όλοι για στολίδι.
Κάθε απόγευμα, τα τρία παιδιά κάθονταν δίπλα του και παρακολουθούσαν τα χέρια του να πλέκουν τα καλάμια με μαεστρία.

Ο παππούς δούλευε σιωπηλός, με ένα μυστήριο χαμόγελο. Μια μέρα, τα φώναξε κοντά του.
«Μεγαλώσατε», τους είπε. «Είναι καιρός να μάθετε την τέχνη. Πιάστε ο καθένας σας ένα σωρό καλάμια και προσπαθήστε να φτιάξετε ένα καλάθι.»
Ενθουσιασμένα, τα παιδιά όρμησαν στην δουλειά.
Η Φωτεινή ήταν υπομονετική και προσεκτική. Άπλωνε τα καλάμια ένα-ένα, τα μέτραγε με το μάτι, προσπαθούσε να τα πλέξει με τάξη. Αλλά όσο προχωρούσε, τα καλάμια γλίστραγαν, τα πλεξίματα χάλαγαν, και το καλάθι της γινόταν ανομοιόμορφο. Στο τέλος, λύγισε και έπεσε.

Ο Δημήτρης ήταν δυνατός και γρήγορος. «Δεν χρειάζονται πολλά-πολλά», μουρμούρισε. Έπιασε τα καλάμια με ορμή και άρχισε να τα μπλέκει βιαστικά.
Τα δάχτυλά του πίεζαν με δύναμη, αλλά τα καλάμια δεν άντεχαν. Κάποια έσπασαν, άλλα ξέφτισαν και το καλάθι του έγινε ένα άμορφο μάτσο.

Η Ανθή ήταν ονειροπόλα. Είχε στο μυαλό της το πιο τέλειο καλάθι που είχε δει ποτέ. Σκέφτηκε περίτεχνα σχέδια και περίπλοκες πλεξούδες. Αλλά όταν ήρθε η ώρα να το φτιάξει, τα χέρια της δεν ήξεραν από πού να αρχίσουν. Κοίταζε τα καλάμια και το μυαλό της πήγαινε μπροστά, χωρίς να κάνει την πρώτη κίνηση. Το καλάθι της έμεινε μόνο στη φαντασία της.
Τα τρία παιδιά κοίταξαν τις αποτυχίες τους και σκούξανε απογοητευμένα.

Ο παππούς γέλασε ήσυχα. Δεν τους είπε τίποτα. Απλώς, πήρε και τους τρεις σωρούς από τα καλάμια που είχαν μείνει, τους ένωσε σε έναν μεγάλο σωρό, και τους είπε:
«Τώρα, φτιάξτε ένα καλάθι και οι τρεις μαζί.»
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν διστακτικά.
Ο Δημήτρης έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Εγώ θα κρατάω τα καλάμια στην βάση, γιατί έχω δύναμη», είπε.
«Κι εγώ θα τα πλέκω με τη σειρά», είπε η Φωτεινή, που είχε μάθει από την παρατήρηση πώς δένει το ένα καλάμι με τ’ άλλο.
«Κι εγώ θα σκέφτομαι το σχέδιο και θα σας λέω πώς να τα φτιάξετε για να βγει όμορφο», είπε η Ανθή, που είχε τη φαντασία.

Ξεκίνησαν να δουλεύουν. Στην αρχή, μπερδεύονταν. Η Ανθή έλεγε ένα σχέδιο και η Φωτεινή δυσκολευόταν να το ακολουθήσει, ενώ ο Δημήτρης κρατούσε τα καλάμια τόσο σφιχτά που δεν άφηνε χώρο για πλέξιμο. Τα πρώτα τους βήματα ήταν αδέξια. Μάλωσαν λίγο, μετά σταμάτησαν, πήραν ανάσα και ξαναπροσπάθησαν.

Σιγά-σιγά, όμως, άρχισαν να νιώθουν ο ένας τον άλλον. Η Ανθή μάθαινε να προτείνει σχέδια που μπορούσαν να γίνουν. Η Φωτεινή μάθαινε να λέει «τώρα χρειάζομαι λίγο πιο χαλαρά εδώ» και ο Δημήτρης καταλάβαινε πότε να σφίγγει και πότε να αφήνει. Τα χέρια τους δούλευαν σαν να ήταν ένα.
Τα καλάμια που πριν γλιστρούσαν, τώρα έβρισκαν την θέση τους. Εκεί που πριν έσπαγαν, τώρα λύγιζαν με χάρη. Το καλάθι άρχισε να παίρνει μορφή. Γινόταν γερό, γιατί ο Δημήτρης το στήριζε με δύναμη. Γινόταν σταθερό, γιατί η Φωτεινή το έπλεκε με υπομονή. Γινόταν όμορφο, γιατί η Ανθή το στόλιζε με μεράκι.

Όταν τελείωσαν, το καλάθι ήταν πιο γερό, πιο σταθερό και πιο όμορφο από κάθε άλλο που είχαν φτιάξει μόνοι τους. Το κοίταξαν γεμάτα υπερηφάνεια. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβαν.
Ο παππούς πλησίασε, το πήρε στα χέρια του, το γύρισε και το ξαναγύρισε.
«Αυτό», είπε, «δεν είναι δικό σου, ούτε δικό σου, ούτε δικό σου. Είναι και των τριών. Και γι’ αυτό είναι ακατάλυτο. Η δύναμη χωρίς υπομονή γίνεται καταστροφή. Η υπομονή χωρίς φαντασία μένει άγονη. Η φαντασία χωρίς δύναμη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Μαζί, όμως, τα τρία γίνονται ένα. Και το ένα αυτό, είναι που λέγεται συνεργασία.»

Από εκείνη τη μέρα, τα τρία εγγόνια δεν ξαναέφτιαξαν ποτέ καλάθι μόνα τους. Και τα καλάθια τους ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, κουβαλώντας όχι μόνο φρούτα και λουλούδια, αλλά και τη μεγαλύτερη σοφία: πως όταν ενώνουμε τα ταλέντα μας, μπορούμε να πλέξουμε ακόμα και τ’ αστέρια.
Η συνεργασία δεν σημαίνει να κάνουμε όλοι τα ίδια, αλλά ο καθένας να δίνει αυτό που του ταιριάζει καλύτερα, συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον. Μόνοι μας μπορεί να σπάσουμε σαν ξερά καλάμια. Μαζί, γινόμαστε ένα καλάθι που αντέχει σε όλα.
🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού

facebook.com/agioikonstantinoskaielenikolonou

add
TAGGED:
Share This Article