28 χρονών, μόλις είχε ανοίξει τα φτερά του. Δεν πρόλαβε να πετάξει.
Σάπια κι αυτά.
Έλιωνε σε ένα κρεβάτι.
Είχε τους δικούς του δίπλα του, αλλά ήταν πολύ μόνος.
Τα λόγια του ογκολόγου στριφογυρνούσαν στο κεφάλι του με απίστευτη ταχύτητα και ακρίβεια,
‘’Δεν ξέρω παιδί μου αν θα τα καταφέρεις.
Θα το παλέψουμε, αλλά δεν σου δίνω ψεύτικες ελπίδες’’.
Η μάνα του ήταν μέσα στο γραφείο όταν ο ογκολόγος ξεστόμισε την μαύρη αλήθεια.
Δεν έβγαλε άχνα.
Δεν έκλαψε.
Δεν κοίταξε τον γιό της στα μάτια.
Θα φαινόταν η θλίψη στα μάτια της.
Η απόγνωση.
Και αυτό απαγορευόταν εκείνη τη στιγμή.
Τον συνόδευσε στο κρεβάτι και βγήκε στην αυλή του νοσοκομείου.
Εκεί πότισε κάθε λουλούδι, κάθε φυτό, κάθε πέτρα, κάθε πλακάκι. Τα πότισε με τα δάκρυα της.
Δάκρυα βουβά.
Τα πιο δυνατά.
Τα πιο αληθινά.
Τα δάκρυα της μάνας.
Η θεραπεία προχωρούσε.
Τα σχήματα χ/ο διέλυαν με γεωμετρική πρόοδο το σάπιο κορμί του νεαρού.
Ο καρκίνος νικούσε κατά κράτος.
Ο νεαρός τις μοναχικές του ώρες είχε για συντροφιά δύο ακουστικά και τις αγαπημένες του νότες να τον συντροφεύουν στο νοερό ταξίδι προς την Ελευθερία.
Οι επισκέψεις του διευθυντή της κλινικής, των γιατρών και των νοσηλευτριών του έδιναν κουράγιο στα λόγια.
Εκείνος όμως δεν ήταν καθόλου λιπόψυχος.
Ήταν γενναίος.
Έσφιγγε τα δόντια κάθε φορά που τον φλεβοκεντούσαν.
Υπέμενε στωικά κάθε μαρτύριο (χ/ο, c/t, ακτινοβολίες, παυσίπονα, παυσίπονα, παυσίπονα, ναρκωτικά για τον πόνο που ηταν αβάσταχτος πλέον).
Θα πρέπει να ήταν η 8η εβδομάδα χ/ο θαρρώ όταν πήγε τρικλίζοντας από την αδυναμία στις νοσηλεύτριες.
Τους είπε με τρεμάμενη φωνή ότι δεν επιθυμεί άλλο μαρτύριο. Ήθελε να τον αφήσουν να πεθάνει.
Ναι, δεν άντεχε άλλο.
Άνθρωπος είναι.
Είχε όρια.
Οι νοσηλεύτριες, κρατώντας με δυσκολία τα δάκρυα τους, τον πήραν από το χέρι και τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι.
Ήταν 3 το πρωί.
Έκλεισε τα μάτια….
Όταν τα άνοιξε βρέθηκε να περπατάει σε έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο μαζί με τον πατέρα του.
Περπατούσαν ξυπόλητοι με δυσκολία.
Οι κοφτερές πέτρες τους μάτωναν τα πόδια.
Αφού περπάτησαν για 2 ώρες περίπου έφτασαν σε ένα ύψωμα όπου στην κορυφή υπήρχε ένα ξωκλήσι.
Ο νεαρός δεν είχε και τις πιο δυνατές σχέσεις με την εκκλησία, τα τυπικά όπως ο περισσότερος κόσμος.
Είπε στον πατέρα του να πάνε να ανάψουν ένα κερί.
Εκείνος αποκρίθηκε πως δεν μπορούσε να ανέβει το ύψωμα.
Το παλικάρι πήγε μόνο του.
Φτάνοντας στο ξωκλήσι, έκανε το σταυρό του και μπήκε μέσα.
Τα πόδια του ήταν ματωμένα και πονούσαν φρικτά.
Πήρε 4 κεριά (ένα για κάθε μέλος της οικογένειας του) και πλησίασε να τα ανάψει.
Όταν τα άναψε φωτίστηκε καλύτερα ο χώρος και διέκρινε στο βάθος, εκεί που κάθονταν οι δεσποτάδες, μια φιγούρα.
Πλησίασε λίγο και κοίταξε καλύτερα.
Ήταν ο Χριστός!
Φορούσε έναν εκτυφλωτικό λευκό μανδύα και καθόταν με σκυμμένο κεφάλι σα να περίμενε κάποιον με όχι καλά νέα.
Ο νεαρός έμεινε στήλη άλατος.
Όταν συμμάζεψε τις σκέψεις του, έσκυψε το κεφάλι του και ψέλλισε:
– Κύριε, είμαι ένα βασανισμένο παιδί.
Θέλεις να με ευλογήσεις;
Ο Χριστός έγνεψε στο παλικάρι να πλησιάσει.
Τον σκέπασε με τον μανδύα Του.
Το παλικάρι έκλεισε τα μάτια από δέος….
Όταν άνοιξε τα μάτια ήταν στο κρεβάτι του.
Λουσμένος στον ιδρώτα και την αγωνία.
Δεν θυμόταν να ήταν σε κρεβάτι.
Ήταν σίγουρος πως ήταν εκεί στο ξωκλήσι.
Πώς βρέθηκε στο κρεβάτι;
Τί έγινε;
Τα πόδια του πονούσαν αλλά δεν ήταν ματωμένα …
Ύστερα από δύο μέρες μπήκε στον θάλαμο ο διευθυντής της κλινικής με τους γιατρούς και τις νοσηλεύτριες.
Μερικές έκλαιγαν.
Άλλες πάλι, οχι.
– Εδώ έχουμε μία αίσια έκβαση είπε με τη βραχνή φωνή του ενώ μια ανεπαίσθητη σύσπαση μερικών μυών σχημάτισαν ένα διακριτικό στραβό χαμόγελο στο πρόσωπο του το οποίο έσπευσε να το μαζέψει, διευθυντής ήταν άλλωστε έπρεπε να είναι σοβαρός.
Το παλικάρι άκουσε αλλά έμεινε ατάραχο.
Ήξερε πριν απο τον διευθυντή ότι δεν θα πεθάνει.
Όχι από καρκίνο.
Όχι εκείνη τη χρονιά.
Το παλικάρι αυτό σήμερα ζει ανάμεσα μας.
Γνωρίζω ότι όλο αυτό που διαβάσατε είναι αληθινό.
Νομίζω μάλιστα ότι τον είδα και σε μια συναυλία που πήγα προχτές στην Θεσσαλονίκη να τραγουδάει με τον σημαντικότερο του φίλο.
Via ✍️Λαμπρος Λιαπης.
“ΜΈΘΕΞΗ”, συνάντηση ψυχής
Φωτεινη Τσιφουτουδη