Το όνομά του το είχε πάρει από τον Απόστολο, αλλά οι χωριανοί του τον είχαν βαφτίσει “Πέτρο της Ανάστασης”. Κι αυτό γιατί μέσα από την ζωή του είχε ζήσει τόσες δοκιμασίες, που έμοιαζε σαν να ανασταινόταν κάθε φορά από τον δικό του Γολγοθά.
Ο Πέτρος ήταν χήρος. Η γυναίκα του, η Μαρία, του είχε φύγει πρόωρα, αφήνοντάς του μονάχα έναν γιο, τον μικρό Γιάννη. Κι ο Πέτρος, πέρα από πατέρας, έγινε και μητέρα. Δούλευε σκληρά στα χωράφια και παράλληλα μεγάλωνε το παιδί του με αγάπη και με τις αρχές της πίστης. Κάθε Κυριακή πήγαιναν μαζί στην εκκλησία, κι ο μικρός Γιάννης κρατούσε το χέρι του πατέρα του σαν να κρατιόταν από το πιο γερό στήριγμα του κόσμου.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας άλλος άνθρωπος, ο Μηνάς. Ήταν νοικάρης του Πέτρου σε ένα χωράφι που του είχε αφήσει η Μαρία.
Ο Μηνάς, όμως, είχε μάτι πονηρό. Μια χρονιά, η σοδειά ήταν καλή, κι εκείνος, αντί να δώσει το μερδικό του Πέτρου, το κράτησε όλο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά άρχισε να διαδίδει στο χωριό πως ο Πέτρος ήταν άνθρωπος τεμπέλης κι ανάξιος, πως δεν είχε δικαίωμα στο χωράφι γιατί το είχε παραμελήσει, κι ας ήξερε όλος ο κόσμος την αλήθεια.
Ο Πέτρος βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς το χωράφι του. Ο Μηνάς, με την δύναμη του χρήματος και της συκοφαντίας, κατάφερε να το οικειοποιηθεί. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατάφερε να στρέψει πολλούς χωριανούς εναντίον του Πέτρου. Κάποιοι σταμάτησαν να του μιλάνε. Άλλοι έκλειναν την πόρτα τους.
Ο Πέτρος βρέθηκε στον δρόμο με τον μικρό Γιάννη στην αγκαλιά. Κι οι πληγές του δεν ήταν μόνο υλικές. Η ψυχή του ματώθηκε.
Κι όμως, εκείνο το βράδυ, που κοιμήθηκε σε ένα ερημοκλήσι, πήρε το παιδί του αγκαλιά και του είπε: «Γιάννη μου, ο Χριστός σταυρώθηκε άδικα, πιο άδικα από κάθε άνθρωπο. Κι όμως, δεν κράτησε κακία. Και την τρίτη μέρα αναστήθηκε. Εμείς, παιδί μου, θα ζήσουμε κι εμείς τη δική μας Ανάσταση. Μην κλαις».
Κι η Ανάσταση δεν άργησε. Ο Μηνάς, που νόμιζε πως πλούτισε, είδε το χωράφι να μην αποδίδει. Όσο κι αν το δούλευε, η γη έμενε άγονη. Τα ζωντανά του αρρώσταιναν. Η γυναίκα του, που δεν μιλούσε ποτέ, άρχισε να βλέπει στον ύπνο της την εικόνα του Πέτρου να την κοιτάζει με μάτια γεμάτα θλίψη. Οι τύψεις άρχισαν να τον τρώνε σαν σκουλήκι.
Μα το χειρότερο για κείνον ήταν η μοναξιά. Οι χωριανοί, που κάποτε τον παραδέχονταν, τώρα τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Μια υποψία είχε πέσει στην ψυχή τους: πώς απόκτησε τόσο ξαφνικά αυτό το χωράφι; Κι ο Μηνάς, που είχε συνηθίσει να είναι στην πρώτη γραμμή, βρέθηκε να κάθεται μόνος στο καφενείο, χωρίς κανέναν να τον κοιτάζει στα μάτια.
Ώσπου μια μέρα, δεν άντεξε. Πήγε στο ερημοκλήσι, βρήκε τον Πέτρο, έπεσε στα πόδια του και του ζήτησε συγχώρεση. Του επέστρεψε το χωράφι και του έχτισε κι ένα σπίτι καλύτερο από το πρώτο.
Ο Πέτρος τον σήκωσε, τον αγκάλιασε και του είπε: «Ο Χριστός αναστήθηκε. Κι εμείς, μαζί Του, αναστηθήκαμε σήμερα. Η αδικία πέθανε, η αγάπη ζει».
Ο Μηνάς άλλαξε ζωή. Κι ο Πέτρος, από τότε, έγινε το σύμβολο της Ανάστασης για όλο το χωριό. Γιατί έδειξε πως όποιος πιστεύει, όποιος ελπίζει κι όποιος αγαπά, μπορεί να αναστηθεί ακόμα και μέσα από τον πιο σκληρό θάνατο της ψυχής. Κι η αδικία, αργά ή γρήγορα, γυρνά πίσω σ’ αυτόν που την γέννησε, μα η δικαιοσύνη του Θεού λάμπει πάντα σαν φως
🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=122224349486343380&set=pb.61560301406196.-2207520000&type=3
Ομφαλός της γης ΙΙ