“Είμαστε αρ­κε­τοί και προσευχόμαστε για σας. Μην έ­χεις περιέργεια να με δεις!”

mike
By
1763 Views
4 Min Read

Στα Καυ­σο­κα­λυ­βια πολύ πα­λαιά γινόταν συζήτηση για το αν υπάρχουν οι αόρατοι–γυ­μνοί Ασκητές. Άλλοι έλεγαν ότι υπάρχουν, άλλοι ότι δεν υπάρχουν. Πήρε τον λόγο ένας παπάς και είπε:

–Υπάρχουν, εγώ πάω και τους εξυπηρετώ.

–Όχι, λόγια λες, είπαν οι άλλοι.

–Σηκωθείτε να πάμε να τους βρού­με. Πήγαν και δεν κατόρθωσαν να βρούν ούτε το στόμιο της σπη­λιάς που μένουν, αλλά ούτε όταν ξαναπήγε μόνος του, για να τους εξυπηρέτηση, τους ξαναβρήκε.

Παλαιότερα στη Νέα Σκήτη ήταν ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του. Κάποια ημέρα ο Γέροντας πήγε στο Κυ­ρια­κο για την αγρυπνία και άφησε το κα­λο­γε­ρι στο Κελ­λί. Τη νύχτα χτύπησε κάποιος την πόρτα. Άνοιξε το κα­λο­γε­ρι και είδε έναν καλόγερο αδύνατο με τριμμένο ζω­στι­κό που του είπε: «Εγώ έρχομαι για σένα. Ε­μείς είμαστε 12 καλόγεροι και μένουμε πάνω στο βουνό.

Ένας από μας κοιμήθηκε και τώρα ψάχνουμε για άλλον να πα­ρη την θέση του. Θέλεις να έρθης μαζί μας;». Α­φού σκέφθηκε για λίγο είπε διστακτικά: «Δεν έχω πάρει ευλογία από τον Γέροντα». Ο ασκητής έφυγε. Και όταν ήρθε ο Γέροντας και το ανέφερε, του είπε «έχασες την ευκαιρία».

Διηγήθηκε Γέροντας Α­γι­αν­να­νίτης: «Πριν 40 περίπου χρόνια ή­μουν Δι­και­ος, και ένα βράδυ, μόλις σου­ρού­πω­νε, πη­γαί­νω και κλεί­νω την εξώθυρα. Μόλις έκλεισα, άκουσα απ’ έξω μία φωνή σοβαρή και συνάμα ειρηνική να μου λε­η: “Μην ανοίγεις. Μέσα στον φούρ­νο σου έχεις παξιμάδια. Βάλε σ’ ένα τσουβάλι παξιμάδια, φέρ­τα και άφησε τα στο τάδε μέρος. Έχουμε ανάγκη. Είμαστε αρ­κε­τοί και προσευχόμαστε για σας. Μην έ­χης περιέργεια να με δης”. Έκανα όπως μου είπε το άγνωστο αυτό πρόσωπο. Είχα όμως την περιέργεια να δω ποι­ος είναι.

»Κάθε μήνα ερχόταν αυτός ο μοναχός, αλλά δεν τον έβλεπα. Άλλοτε άκουγα την φωνή του, ενώ ή­μουν μέσα στην Εκκλησία ή στο υπόγειο. Κάθε φορά άφηνα το τσουβάλι με τα παξιμάδια νύχτα σε ορισμένο μέρος και έφευγα. Την επομένη έλειπε.

»Μία φορά όμως η περιέργειά μου κορυφώθηκε και θέλησα να δω ποι­ος ήταν. Έκανα όπως μου είπε, αλλά κρύφθηκα μέσα στο δάσος και περίμενα να δω ποι­ός θα πλη­σιά­σει να τα πά­ρη. Ενώ περίμενα, α­κού­ω φωνή πίσω μου (ήταν σκοτάδι και δεν έβλεπα) να μου λε­η: “Παρ’ όλο που σου είπα ότι δεν πρέπει να με δης και να μην έ­χης περιέργεια, αλλά να κάνης το καλό αυτό έργο δίνοντας μας τα παξιμάδια, εσύ δεν υ­πη­κου­σες. Άφησες την περιέργειά σου να σε νι­κή­ση. Γιατί είσαι περίεργος; Εσύ έχεις τον μισθό σου από τον Θε­όν για την ελεημοσύνη που κάνεις. Προσέξτε. Γιατί οι μο­να­χοί σήμερα δεν προσέχουν να εξυγιάνουν και να θε­ρα­πεύ­σουν τον εσωτερικό άνθρωπο, αλλά μόνο το εξωτερικό σχήμα φέρουν. Επειδή άφησες την περιέργειά σου να σε νι­κή­ση, να το πά­ρης πίσω το παξιμάδι και άλλη φορά δεν θα φέρεις”.

»Έφυγα και γύρισα στο κελ­λί μου. Το πρωΐ βρήκα τα παξιμάδια, όπως τα άφησα. Έκτοτε δεν άκουσα άλλη φορά την φωνή ε­κεί­νη να μου ζητά παξιμάδια και να μου ο­ρί­ζη το μέρος όπου να τ’ αφήσω».

Μέγας Κωσταντίνος

add
TAGGED:
Share This Article