Στα Καυσοκαλυβια πολύ παλαιά γινόταν συζήτηση για το αν υπάρχουν οι αόρατοι–γυμνοί Ασκητές. Άλλοι έλεγαν ότι υπάρχουν, άλλοι ότι δεν υπάρχουν. Πήρε τον λόγο ένας παπάς και είπε:
–Υπάρχουν, εγώ πάω και τους εξυπηρετώ.
–Όχι, λόγια λες, είπαν οι άλλοι.
–Σηκωθείτε να πάμε να τους βρούμε. Πήγαν και δεν κατόρθωσαν να βρούν ούτε το στόμιο της σπηλιάς που μένουν, αλλά ούτε όταν ξαναπήγε μόνος του, για να τους εξυπηρέτηση, τους ξαναβρήκε.
Παλαιότερα στη Νέα Σκήτη ήταν ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του. Κάποια ημέρα ο Γέροντας πήγε στο Κυριακο για την αγρυπνία και άφησε το καλογερι στο Κελλί. Τη νύχτα χτύπησε κάποιος την πόρτα. Άνοιξε το καλογερι και είδε έναν καλόγερο αδύνατο με τριμμένο ζωστικό που του είπε: «Εγώ έρχομαι για σένα. Εμείς είμαστε 12 καλόγεροι και μένουμε πάνω στο βουνό.
Ένας από μας κοιμήθηκε και τώρα ψάχνουμε για άλλον να παρη την θέση του. Θέλεις να έρθης μαζί μας;». Αφού σκέφθηκε για λίγο είπε διστακτικά: «Δεν έχω πάρει ευλογία από τον Γέροντα». Ο ασκητής έφυγε. Και όταν ήρθε ο Γέροντας και το ανέφερε, του είπε «έχασες την ευκαιρία».
Διηγήθηκε Γέροντας Αγιαννανίτης: «Πριν 40 περίπου χρόνια ήμουν Δικαιος, και ένα βράδυ, μόλις σουρούπωνε, πηγαίνω και κλείνω την εξώθυρα. Μόλις έκλεισα, άκουσα απ’ έξω μία φωνή σοβαρή και συνάμα ειρηνική να μου λεη: “Μην ανοίγεις. Μέσα στον φούρνο σου έχεις παξιμάδια. Βάλε σ’ ένα τσουβάλι παξιμάδια, φέρτα και άφησε τα στο τάδε μέρος. Έχουμε ανάγκη. Είμαστε αρκετοί και προσευχόμαστε για σας. Μην έχης περιέργεια να με δης”. Έκανα όπως μου είπε το άγνωστο αυτό πρόσωπο. Είχα όμως την περιέργεια να δω ποιος είναι.
»Κάθε μήνα ερχόταν αυτός ο μοναχός, αλλά δεν τον έβλεπα. Άλλοτε άκουγα την φωνή του, ενώ ήμουν μέσα στην Εκκλησία ή στο υπόγειο. Κάθε φορά άφηνα το τσουβάλι με τα παξιμάδια νύχτα σε ορισμένο μέρος και έφευγα. Την επομένη έλειπε.
»Μία φορά όμως η περιέργειά μου κορυφώθηκε και θέλησα να δω ποιος ήταν. Έκανα όπως μου είπε, αλλά κρύφθηκα μέσα στο δάσος και περίμενα να δω ποιός θα πλησιάσει να τα πάρη. Ενώ περίμενα, ακούω φωνή πίσω μου (ήταν σκοτάδι και δεν έβλεπα) να μου λεη: “Παρ’ όλο που σου είπα ότι δεν πρέπει να με δης και να μην έχης περιέργεια, αλλά να κάνης το καλό αυτό έργο δίνοντας μας τα παξιμάδια, εσύ δεν υπηκουσες. Άφησες την περιέργειά σου να σε νικήση. Γιατί είσαι περίεργος; Εσύ έχεις τον μισθό σου από τον Θεόν για την ελεημοσύνη που κάνεις. Προσέξτε. Γιατί οι μοναχοί σήμερα δεν προσέχουν να εξυγιάνουν και να θεραπεύσουν τον εσωτερικό άνθρωπο, αλλά μόνο το εξωτερικό σχήμα φέρουν. Επειδή άφησες την περιέργειά σου να σε νικήση, να το πάρης πίσω το παξιμάδι και άλλη φορά δεν θα φέρεις”.
»Έφυγα και γύρισα στο κελλί μου. Το πρωΐ βρήκα τα παξιμάδια, όπως τα άφησα. Έκτοτε δεν άκουσα άλλη φορά την φωνή εκείνη να μου ζητά παξιμάδια και να μου ορίζη το μέρος όπου να τ’ αφήσω».