Στην προκυμαία της Σμύρνης, ο θόρυβος δεν ήταν πια τραγούδια και φωνές εμπόρων· ήταν ένας βρυχηθμός από φωτιά, σίδερο και ανθρώπινη απόγνωση.

mike
By
72 Views
13 Min Read

Το παρακάτω κείμενο είναι μια μικρή ιστορία μυθοπλασίας βασισμένη στις μαρτυρίες των παιδιών που έζησαν την Καταστροφή του 1922.

«Το πράσινο βότσαλο»
«Το πράσινο βότσαλο»

Ο μικρός Ανέστης δεν άφησε ποτέ το χέρι της μητέρας του. Όχι γιατί φοβόταν το σκοτάδι, αλλά γιατί φοβόταν τον θόρυβο.

Στην προκυμαία της Σμύρνης, ο θόρυβος δεν ήταν πια τραγούδια και φωνές εμπόρων· ήταν ένας βρυχηθμός από φωτιά, σίδερο και ανθρώπινη απόγνωση.

Στην τσέπη του παντελονιού του, που είχε λερωθεί από τη στάχτη, έσφιγγε έναν θησαυρό: ένα πράσινο γυάλινο βότσαλο που είχε βρει στην παραλία. Ήταν το μόνο πράγμα που πρόλαβε να πάρει από το σπίτι, όταν η μαμά του τον τράβηξε από το τραπέζι του φαγητού, αφήνοντας πίσω τα πιάτα με το κατσικάκι στο φούρνο, με πατάτες.

Πέρασαν τρεις ημέρες κρυμμένοι σε σπίτια εγκατελειμένα, πριν φθάσουν στην Προκυμαία μετά από φρικτή ταλαιπωρία.

«Κλείσε τα μάτια, Ανέστη», του ψιθύριζε εκείνη, καθώς προσπαθούσαν να βρουν μια θέση σε μια βάρκα που έμπαζε νερά.

«Μην κοιτάς πίσω. Κοίτα μόνο τη θάλασσα».

Αλλά πώς να μην κοιτάξεις; Ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί, λες και ο ήλιος αποφάσισε να μην δύσει ποτέ, αλλά να κάψει την πόλη τους. Ο Ανέστης ένιωθε τη κάψα στην πλάτη του, ακόμα κι όταν έβρεχαν τα ρούχα τους με θαλασσινό νερό. Γύρω του, άλλα παιδιά έκλαιγαν βουβά, με τα πρόσωπα μαύρα κατράμι από την κάπνα, κρατώντας σφιχτά κουρέλια ή το ιδρωμένο χέρι της μάνας τους.

Όταν η παλαιά κουρίτα, μια υπεραιωνόβια ψαρόβαρκα, με επίπεδο πυθμένα άρχισε να απομακρύνεται, ο Ανέστης έβγαλε το βότσαλο από την τσέπη του. Το σήκωσε ψηλά, μπροστά στο φως της μεγάλης πυρκαγιάς. Για μια στιγμή, το πράσινο πέτρωμα έλαμψε παράξενα.

«Μαμά», είπε με φωνή που έτρεμε, «Αν θα το ρίξουμε στο Αιγαίο πέλαγος, εκεί που θα βρεθούμε στην Ελλάδα; Θα μας βγάλει πάλι τη Σμύρνη μας εκεί;»

Η μητέρα του δεν απάντησε. Τον έσφιξε μόνο πιο δυνατά στην αγκαλιά της, κρύβοντας το πρόσωπό της στα μαλλιά του που μύριζαν καπνό και αλμύρα. Η Κουρίτα με το όνομα « Ιωνία» έσκισε το νερό, αφήνοντας πίσω της μια πόλη που έσβηνε. Λίγα πλοία τους δέχτηκαν, μεταφέροντας χιλιάδες γυναίκες και παιδιά που, μέσα στις τσέπες τους, κουβαλούσαν τον σπόρο μιας νέας ζωής, ποτισμένο με το πιο πικρό δάκρυ του κόσμου.

Μια λαοθάλασσα από ανθρώπινα ράκη. Χιλιάδες παιδιά, σαν κι αυτόν, στέκονταν στις αποβάθρες με το βλέμμα χαμένο στο κενό. Πολλά από αυτά ήταν μόνα τους. Κρατούσαν σφιχτά το ένα το χέρι του άλλου, σχηματίζοντας αλυσίδες ορφάνιας, περιμένοντας κάποιον να ρωτήσει το όνομά τους – ένα όνομα που συχνά είχε ξεχαστεί απο το τραυματικόσοκ, μέσα στις φλόγες της Σμύρνης.

Εκείνη την εποχή, υπολογίζεται ότι πάνω από 100.000 παιδιά έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς γονείς. Ήταν τα «παιδιά του πολέμου», θύματα μιας βίας που δεν μπορούσαν να καταλάβουν.

«Μείνε κοντά μου», του έλεγε η μητέρα του, καθώς περνούσαν ανάμεσα από τις σκηνές της Περίθαλψης. Ο Ανέστης έβλεπε τις κυρίες του Ερυθρού Σταυρού και τους εθελοντές της Near East Relief να μοιράζουν γάλα και να καταγράφουν ονόματα σε μεγάλα κατάστιχα.

«Πού πάνε αυτά τα παιδιά, μαμά;» ρώτησε ο Ανέστης, δείχνοντας μια ομάδα αγοριών που τα επιβίβαζαν σε φορτηγά.

«Σε ορφανοτροφεία, παιδί μου…. Εκεί θα έχουν ένα κρεβάτι και ένα σχολείο», απάντησε εκείνη με φωνή πνιχτή.

Πράγματι, μεγάλα κτίρια και παλάτια, όπως το Αχίλλειον στην Κέρκυρα, μετατράπηκαν σε καταφύγια. Εκεί, τα ορφανά της Μικράς Ασίας μάθαιναν τέχνες –ξυλουργική, ραπτική, υποδηματοποιία– για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους σε μια πατρίδα που πάσχιζε να τα χωρέσει όλα.

Ο Ανέστης έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το κοίταξε προσεκτικά. Δεν είχε πια τη λάμψη της φωτιάς, αλλά το φως του αττικού ήλιου το έκανε να μοιάζει με αληθινό σμαράγδι.

«Δεν θα το ρίξω στη θάλασσα, μαμά», ψιθύρισε. «Θα το κρατήσω. Θα το δείξω στα παιδιά που δεν έχουν κανέναν. Θα τους πω ότι είναι ένα κομμάτι από το φως της Σμύρνης, για να μην ξεχάσουν από πού ήρθαμε».

Η μητέρα του χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μέρες. Κατάλαβε ότι ο σπόρος που κουβαλούσε ο γιος της στην τσέπη του δεν ήταν μόνο μια πέτρα, αλλά η ίδια η συλλογική μνήμη που θα κρατούσε ζωντανή την Ιωνία μέσα στις γειτονιές της νέας τους ζωής.
Η εγκατάσταση στην Κοκκινιά δεν θύμιζε σε τίποτα τα αρχοντικά της Σμύρνης. Η «κάμαρά» τους ήταν μια πρόχειρη παράγκα φτιαγμένη από σανίδες και τσίγκους, που έσταζε όταν έβρεχε και έβραζε όταν ο ήλιος χτυπούσε τη στέγη. Όμως ο Ανέστης δεν ήταν μόνος. Είχε τη μητέρα του, που δούλευε μέρα-νύχτα στα κλωστήρια για ένα κομμάτι ψωμί.
Κάθε απόγευμα, ο Ανέστης την περίμενε στη γωνία του δρόμου. Δεν ήταν ορφανό, αλλά ένιωθε το βάρος της ευθύνης ενός μεγάλου άντρα στους μικρούς του ώμους.

«Εμείς έχουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κάστρο μας», του έλεγε εκείνη, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του.

Ο Ανέστης ένιωσε μια βαθιά ανάγκη να μοιραστεί την τύχη του. Την επόμενη μέρα, στάθηκε έξω από την περίφραξη ενός πρόχειρου ορφανοτροφείου που είχε στηθεί σε ένα παλιό σχολείο. Εκεί είδε ένα αγόρι, τον μικρό Λευτέρη, που καθόταν μόνο του στο χώμα.

Ο Ανέστης πλησίασε και έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το ακούμπησε πάνω στο πέτρινο φράχτη.
«Δεν είναι για να το κρατήσεις», του είπε σιγανά, «είναι για να το κοιτάξεις. Αν δεις μέσα από τις γραμμές του πράσινου βότσαλου θα δεις το δρόμο για το σπίτι σου, κοίτα πως ξετυλίγονται σαν ποτάμια οι δρόμοι και τα σοκάκια…ο κόσμος δεν φαίνεται πια γκρίζος. Φαίνεται σαν τους μπαχτσέδες που είχαμε στη Σμύρνη».

Ο Λευτέρης σήκωσε το κεφάλι. Για μια στιγμή, η αύρα της χαμένης πατρίδας πέρασε ανάμεσα από τα κάγκελα του φράκτη. Ο Ανέστης, παρόλο που πεινούσε και ο ίδιος, ένιωσε πλούσιος. Κατάλαβε ότι το να έχεις τη μάνα σου δίπλα σου ήταν το μεγαλύτερο εφόδιο για να βοηθήσεις εκείνους που η μοίρα τους είχε αφήσει ολομόναχους μέσα στα συντρίμμια του ’22.

Η ζωή στις λάσπες της Κοκκινιάς κυλούσε με το βότσαλο να αλλάζει χέρια, σαν ένα φυλαχτό που ξόρκιζε την πείνα. Ο Ανέστης μεγάλωνε απότομα. Η μητέρα του, λυγισμένη από την υγρασία της παράγκας και την εξαντλητική δουλειά στον αργαλειό, άρχισε να “σβήνει” σαν το κερί που σώνεται. Τα μάτια της, που κάποτε καθρέφτιζαν το γαλάζιο του Αιγαίου, τώρα κοίταζαν μόνο την οροφή από ελενίτ.

Ο χειμώνας του 1924 ήταν ο πιο βαρύς. Ο Ανέστης, δεκατριών χρονών πια, γύρισε μια νύχτα από το λιμάνι όπου ξεφόρτωνε καφάσια, με τα χέρια του παγωμένα και την ψυχή του βαριά. Στην παράγκα επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Το καντήλι είχε σβήσει.

Πλησίασε το κρεβάτι. Η μητέρα του ήταν ακίνητη. Το χέρι της, εκείνο το χέρι που δεν είχε αφήσει ποτέ στην προκυμαία της Σμύρνης, ήταν τώρα κρύο και άψυχο. Η καρδιά της δεν άντεξε, ετσι απλά έσβησε σαν κεράκι στον ύπνο της. Ο Ανέστης δεν ούρλιαξε. Ένιωσε μόνο ένα τεράστιο κενό να ανοίγει κάτω από τα πόδια του, πιο βαθύ από τη θάλασσα που τους έφερε εδώ.

Έβγαλε το πράσινο βότσαλο από την τσέπη του. Το ακούμπησε στην παλάμη της, κλείνοντας τα δάχτυλά της γύρω του.
«Πάρ’ το μαζί σου, μαμά», ψιθύρισε με τη φωνή του να σπάει. «Για να βρεις τον δρόμο πίσω στο σπίτι μας. Για να μη φοβάσαι το σκοτάδι εκεί που πας».

Την επόμενη μέρα, ο Ανέστης στάθηκε μόνος πάνω από μια τρύπα στο χώμα. Γύρω του, άλλοι πρόσφυγες έθαβαν τους δικούς τους, θύματα της κακουχίας που ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι άφησε η φωτιά. Ο μικρός Λευτέρης, το ορφανό από το φράχτη, ήρθε και στάθηκε δίπλα του. Του έπιασε το χέρι – με τον ιδιο τρόπο που το έκανε η μάνα του.

Ο Ανέστης κατάλαβε τότε την πικρή αλήθεια. Τα παιδιά της Μικράς Ασίας δεν ήταν μόνο θύματα του πολέμου επειδή έχασαν την πατρίδα τους· ήταν θύματα γιατί έπρεπε να γίνουν οι γονείς του εαυτού τους, να θάψουν την παιδικότητά τους μαζί με τους νεκρούς τους και να χτίσουν μια νέα χώρα πάνω σε τάφους και στάχτες.

Κοίταξε τον ουρανό. Δεν είχε πια εκείνο το πορτοκαλί της πυρκαγιάς, αλλά ένα γκρίζο, αμείλικτο χρώμα. Η Σμύρνη για εκείνον δεν θα ρίζωνε ποτέ στην Ελλάδα, όπως ήλπιζε κάποτε. Θα έμενε μόνο σαν μια κρύα πέτρα στην καρδιά του, ένα γυάλινο βότσαλο που θα τον πλήγωνε κάθε φορά που θα προσπαθούσε να θυμηθεί τη μυρωδιά από το κατσικάκι στον φούρνο, την μυρωδιά της μάνας και τη ζεστή αγκαλιά που πλέον ήταν χώμα.

Ο χρόνος είναι ο πιο επιδέξιος γιατρός, αλλά στην περίπτωση του Ανέστη, ήταν ένας γιατρός που άφηνε μεγάλες ουλές. Τα χρόνια πέρασαν, η παράγκα έδωσε τη θέση της σε ένα πλινθόκτιστο σπίτι με κεραμίδια και ο Ανέστης έγινε ένας άντρας με πρόσωπο σκαμμένο από τη βιοπάλη, αλλά με μάτια που καθάρισαν από την κάπνα.

Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και εγγόνια. Το τραύμα του ’22 δεν έφυγε, αλλά «κάθισε» βαθιά μέσα του, όπως κατακάθεται η λάσπη στον βυθό μιας λίμνης και αφήνει το νερό από πάνω να φαίνεται διαυγές. Η ζωή νίκησε τον θάνατο, όπως συμβαίνει πάντα.

Χρόνια πέρασαν. Το τραύμα δεν έφυγε ποτέ.

Απλώς «κατακάθισε» — σαν λάσπη στον βυθό μιας λίμνης. Στο εικονοστάσι του, δίπλα στις παλιές φωτογραφίες των γονιών του, δεν είχε μόνο το καντήλι. Είχε και εκείνο το μικρό ξύλινο κουτί. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα, μόνο λίγη παλιά δαντέλα. Κι ένα κενό. Ένα κενό που ήξερε το σχήμα μιας πέτρας. Όταν τα εγγόνια του τον ρωτούσαν:
«Παππού, τι έχει μέσα;» Εκείνος άνοιγε το κουτί αργά. Τα παιδιά κοίταζαν απορημένα. «Τίποτα…» έλεγε σιγανά.
Ύστερα σήκωνε το βλέμμα. «Εκεί είναι η Σμύρνη μας».

Δεν μιλούσε για φωτιά. Δεν μιλούσε για τον θόρυβο. Μιλούσε για τη θάλασσα.
Για την προκυμαία που έλαμπε τα βράδια. Για τους μπαχτσέδες που μύριζαν βασιλικό. Γιατί είχε μάθει πια κάτι που δεν γράφεται εύκολα:
Πως η πατρίδα δεν είναι αυτό που κρατάς. Είναι αυτό που σου λείπει.

Και αυτό που, όσο κι αν το έχασες, βρίσκει τρόπο να σε χτίζει από την αρχή.

Ο Ανέστης δεν ξέχασε. Απλώς έμαθε να θυμάται χωρίς να πονάει. Γιατί τα παιδιά της Μικράς Ασίας, μέσα από τη δική τους τραγωδία, έγιναν οι ρίζες μιας νέας Ελλάδας που, παρά τις πληγές της, κατάφερε να ανθίσει ξανά.
🖌️A.Sfirakisart
https://asfirakisart.com/
https://www.facebook.com/photo/?fbid=2175077299912010&set=gm.26364218166580497&idorvanity=24667896272879370

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article