– Τον` έφερες για κούρεμα το λεβέντη Μήτσο ?
– Αμ όχι που θα τονε άφηνα, τι γιεγιες θα γίνει ? Ακουρος ? Να ρε Τάκη κάτσε στη καρέκλα δίπλα στο μπάρμπα Σωτήρη.
Με δειλά βήματα έκατσα δίπλα στο μπάρμπα Σωτήρη, κοίταζα γύρω μου και έβλεπα μόνο μεγάλους ανθρώπους.
– Ε ρε τι ωραίος που θα γίνεις τώρα που θα κόψουμε τα μαλλιά, λέει γελώντας ο κουρέας.
Είχα αρχίσει να βουρκώνω από πριν, γιατί ήξερα τι με περιμένει. Καταλάβαινα πως το καλόπιασμα του κουρέα, ήταν για να μην φοβάμαι. Ετσι μετά κάμποση ώρα ήρθε η σειρά μου, έβαλε μια σανίδα στα μπράτσα της καρέκλας, και με έβαλε με προσοχή να καθίσω πάνω της. Υστερα πέρασε γύρω απ΄τον λαιμό μου την μεγάλη πετσέτα, και άρχισε να με ρωτάει σε ποια τάξη πάω και αν ακούω τον δάσκαλο μου.
– Δασκάλα έχω λο μπάρμπα Μανώλη την κυρία Ευδοκία. Εχει και ένα μεγάλο κότσο
Ο κυρ Μανώλης ο κουρέας γέλασε και έσπρωξε το κεφαλάκι μου προς τα κάτω. Πήρε την μηχανή στα χέρια του και τότε ακούω τον πατέρα μου να του λέει.
– Με την ψιλή Μανώλη πάρ`του τα ούλα.
Ο Μανώλης ο κουρέας άρχισε να “τα παίρνει” με την χειροκίνητη από τον σβέρκο προς τα πάνω. Ο πόνος έφερνε τα δάκρυα, και τα δάκρυα το κλάμα. Πόσο μισούσα να με φέρνει στον Μανώλη τον κουρέα. Πόσο μισούσα αυτήν την καρέκλα, και γιατί οι μεγάλοι είχανε μακριά μαλλιά ? Αυτούς γιατί δεν τους κούρευε ο πατέρας τους ?
– Τι κλαις μωρέ Τάκη ολόκληρος άντρας ? Και όσο να μου το λέει ο κουρέας τόσο πιο πολύ να κλαίω.
Στο τέλος κι`αφού είχα σκάσει στο κλάμα απ` αυτήν την δαιμονισμένη την χειροκίνητη “ψιλή”, έπαιρνε ένα περίεργο μικρό κανάτι από το τραπεζάκι, και έλεγε , “τώρα θα σου βάλω και μυρουδιά θα σε μυρίσει η μάνα σου, άντε λεβέντη μου..”
Περάσανε αρκετά χρόνια μέχρι να μην με κουρεύει με την “ψιλή”, μεγάλωσα, και πια δεν τον φοβόμουνα.
Όσο πήγαινα σχολείο σε αυτόν πήγαινα, και εγώ και οι φίλοι μου. Ανοίξανε βέβαια μετά μερικά χρόνια κι`άλλα μπαρμπέρικα, και κομμωτήρια κι` όταν “ακούσαμε τον κούκο” θέλαμε να είμαστε στην μόδα και μεις πηγαίναμε σε αυτά. Ο Μανώλης ο κουρέας συνέχιζε να ξυρίζει και να κουρεύει τα γερόντια.
Το μικρό του κουρείο ήτανε τόπος συνάντησης μεγάλων, ηλικιωμένων ανθρώπων, που μέχρι να έρθει η σειρά τους για να ξυριστούνε, η να κουρευτούνε, λέγανε τα νέα του χωριού.
Πίνανε και κανά καφέ από το καφενείο, σαν έβαζε μια φωνή στο αφεντικό του μαγαζιού τον καφετζή.
Με αυτό έζησε την οικογένειά του, με αυτό σπούδασε τον γιό του στην Αθήνα, με αυτό τελείωσε και η κόρη του την κομμωτική, και άνοιξε κομμωτήριο σ`άλλο χωριό, μιας και από εκεί ήταν ο γαμπρός που της προξενέψανε.
Συνταξιούχος εδώ και πολλά χρόνια πια ο Μανώλης ο κουρέας. Τα παιδιά του τον επισκέπτονται αν, και όταν μπορούν, κι αυτόν και την κυρά Μαρία την γυναίκα του. Ο γιος ζει και εργάζεται πια μόνιμα στην Αθήνα, και έχει κάνει δική του οικογένεια. Ερχεται “Χριστού και Πάσχα”, και λίγες μέρες το καλοκαίρι με τα εγγόνια του. Η κόρη όταν μπορεί, και όταν αδειάζει μα και σε αυτήν δεν είναι τόσο εύκολο. Μαγαζί, σπίτι, παιδιά, νοικοκυριό, πότε να τα προλάβει όλα ? Έτσι η συντροφιά του Μανώλη του κουρέα είναι η κυρά Μαρία το στήριγμα του όλα αυτά τα χρόνια.
Τον βλέπω κάθε μέρα να περνά, και να πηγαίνει στην “αγορά”. Εκεί που κάποτε είχε το κουρείο του. Εκεί πού από παιδί σχεδόν σάλπαρε το καράβι της ζωής του. Εκεί που τα όνειρά του σαν παλικαρόπουλο κλείστηκαν μέσα στούς τέσσερις τοίχους, και μαζί με τον γλυκύ βραστό του μπάρμπα Μήτσου, του μπάρμπα Σωτήρη, του μπάρμπα Γιώργη, και ανακατεμένες σαπουνάδες έζησε όλη του την ζωή.
Με αργό βάδισμα, σχεδόν ανήμπορο, και τα χέρια του σταυρωμένα πίσω. Κρατώντας ένα κομπολόι ρίχνοντας μια χάντρα σε κάθε του βήμα. Κλίκ..κλικ… και όλο να ζυγώνει στο παλιό του μπαρμπέρικο, να κάτσει στον πιο κοντινό καφενέ να πιει το καφεδάκι του. Χρόνια τώρα αυτό, και καθώς περνάει ο καιρός το βήμα του γίνεται πιο αργό, και πιο κουρασμένο.
Σήμερα μπήκε στο μαγαζί παραξενεύτηκα.
– Καλημέρα Τάκη.
– Γειά σου μπάρμπα Μανώλη τι κάνεις λο ?
– Γεράματα παιδάκι μου τι να κάνω ? Δε μου λες γιατί η καφετέρια δίπλα είναι κλειστά ?
– Την κλείσανε για δέκα μέρες. Φάγανε κάποια μήνυση μάλλον. Εσύ πες μου πως είσαι ? Τα παιδιά, τα `γγόνια καλά ούλοι ?
– Καλά παιδάκι μου μπας και `ρθουνε τώρα το Πάσχα.
Στα μάτια του είδα μια μια νοσταλγία. Ένοιωσα την αποθυμιά του, την λαχτάρα του, να έχει κοντά του αυτό που για μια ζωή πάλευε μέσα στο μικρό μαγαζάκι με τούς μουχλιασμένους τοίχους, τις σαπουνάδες, και τις τσατσάρες να κουρεύει και να ξυρίζει, γερασμένα κεφάλια και μάγουλα. Ηθελε κοντά του τα δυο του παιδιά, τ` αγγόνια του, να τα βλέπει να του γιομίζουνε την ανιαρή πια ζωή του, με ΖΩΗ.
Μα έτσι είναι, τα παιδιά είναι πουλιά, και φεύγουνε να χτίσουνε αλλού φωλιά. Και μένει το κρυφό παράπονο του μπάρμπα Μανώλη του κουρέα, πόσο του λείπουνε μα δε τους το λέει. Το λεν` όμως τα μάτια του. Και σταυρώνει ξανά τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, να τραβήξει για το κονάκι του, και του κομπολογιού του οι χάντρες να πέφτουνε βαριές βαριές σαν το βήμα του.
Και να κλείνουνε εκεί μέσα όνειρα ολάκερης ζωής. Με σαπουνάδες, ξυράφια, ψαλίδια, και γλυκύ βραστό. Με τον μπάρμπα Σωτήρη, τον μπάρμπα Μήτσο, τον μπάρμπα Γιώργη να λένε τα νέα του χωριού. Και οι χάντρες να γλιστράνε στα γέρικα χέρια του μπάρμπα Μανώλη μέχρι να φτάσει στα σκαλιά του σπιτιού. κοντά στην κυρά Μαρία. Την Μαριώ του, και να θυμούνται να κλαίνε.
Και να γελάνε να λαχταράνε τώρα στο λιόγερμα της ζωής τους μονιασμένοι, κι`αγαπημένοι όπως ήτανε πάντα.
(Ο μπάρμπα Μανώλης είναι εκείνος που μου θυμίζει πατέρα. Είναι εκείνος που συνδέει το τότε με το τώρα. Αυτός που με γυρίζει σε μια άλλη εποχή πιο ζεστή πιο ανθρώπινη.
Δεν υπάρχει φορά που να τον δω και να μην νιώσω γαλήνη μέσα μου Ο Θεός να τον έχει καλά για πολλά ακόμα χρόνια)
14 Απριλίου 2016 ·
από Τάκης Θηβαίος
Ομφαλός της γης ΙΙ