Ο Παπάς που Ξέχασε τη Μάνα του

mike
By
173 Views
3 Min Read

Σ’ ένα μικρό χωριό, χωμένο ανάμεσα σε πλαγιές και ξερολιθιές, ζούσε ένας παπάς που τον ήξεραν όλοι. Όχι για το κήρυγμά του, μα για το ποτήρι που δεν άδειαζε ποτέ και το στόμα που δεν συγκρατούσε λόγο. Ήταν άνθρωπος περήφανος, τραχύς, που πίστευε πως το ράσο τον έκανε κάτι παραπάνω απ’ τους άλλους.

Η μάνα του, μια γυναίκα ταπεινή κι ευλογημένη, τον λάτρευε. Καμάρωνε που ήταν μάνα παπά, κι ας μην είχε πια ούτε δύναμη ούτε πνοή στα γεράματά της. Όταν όμως ήρθε η ώρα της αδυναμίας, εκείνος δεν στάθηκε δίπλα της. Ούτε νερό δεν της πήγε. Την άφησε στα χέρια της αδερφής του, που άφησε τα πάντα πίσω της — σπίτι, δουλειά, οικογένεια — για να σταθεί στο προσκέφαλό της.

Κι εκεί, ένα απόγευμα ήσυχο, η γριά έκλεισε τα μάτια μέσα στα χέρια της κόρης της, ψιθυρίζοντας ένα τελευταίο “Δόξα σοι ο Θεός”. Ο παπάς ούτε που φάνηκε. Ούτε στο νεκροκρέβατο, ούτε στην κηδεία.

Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα της μοιρασιάς, πρώτος βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Είχε βάλει η μάνα την κόρη της συνδικαιούχο, να μη χαθεί το σπίτι απ’ την οικογένεια. Μα εκείνος απαίτησε να του το παραχωρήσει. Το πούλησε τηλεφωνικά, χωρίς ίχνος ντροπής. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κατηγόρησε την αδερφή του πως “έφαγε” το κομπόδεμα της μάνας.

Στο χωριό, τα βράδια, τον έβλεπαν στο καφενείο — να πίνει, να βρίζει, να φωνάζει, να στέλνει κατάρες σ’ όποιον τολμούσε να του πει κουβέντα. “Διάολοστέλνε” τον έλεγαν πίσω απ’ την πλάτη του. Μα εκείνος, κάθε Κυριακή, στεκόταν μπροστά στο ιερό με το κεφάλι ψηλά, λες και δεν υπήρχε Θεός να τον βλέπει.

Δεν σκέφτηκε ποτέ πως είχε παραβιάσει την ίδια την ιερωσύνη του. Πως η αμαρτία του δεν ήταν μονάχα λόγια ή πράξεις, μα η εγκατάλειψη εκείνης που τον έφερε στον κόσμο.

Κάποιο βράδυ, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, έφυγε απ’ το χωριό. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του. Κάποιοι είπαν πως πέταξε τα ράσα και τον είδαν σ’ ένα μακρινό μέρος, σε μια ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα, να πίνει μόνος. Ίσως από τύψεις, ίσως από μετάνοια. Κανείς δεν έμαθε ποτέ.

Μόνο το χωριό θυμάται ακόμη τη μάνα — εκείνη τη φτωχή γυναίκα που έφυγε με προσευχή στα χείλη — και την κόρη που στάθηκε κόρη και μάνα μαζί, ως το τέλος.

Κι όταν καμιά φορά φυσάει απ’ το βουνό, οι γέροι λένε πως ακούγεται το παράπονο της γριάς, ψιθυριστό:
“Δεν πονάει το κορμί, παιδί μου… η καρδιά πονάει, όταν ξεχνάνε τα παιδιά.”
από φίλο της σελίδας μας

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article