ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ: Ένας κύριος από την Περιχώρα Δράμας επισκέφθηκε τον όσιο Γεώργιο το έτος 1959, μαζί μ’ ένα συγχωριανό και φίλο του, που ερχόταν για πρώτη φορά στον όσιο.
Έλεγε πως δεν πίστευε στην αγιότητα του σημειοφόρου Γέροντος, όπως και πολλοί άλλοι, γιατί σίγουρα είναι μάγος, έλεγαν, και «ρίχνει χαρτιά». Όταν πήγαν στο μοναστήρι, ο όσιος τον είδε από μακριά και τον φώναξε.
Όταν εκείνος τον πλησίασε, ο όσιος τον έπιασε από το αυτί και του είπε κάπως αυστηρά:
-«Εγώ ούτε μάγος είμαι, ούτε χαρτιά ρίχνω».
Αυτός τότε σάστισε κι έσκυψε το κεφάλι του ζητώντας συγχώρεση.
Ο όσιος του αποκάλυψε ακόμη ότι η πεθερά του θα πεθάνει πολύ σύντομα από μία σοβαρή ασθένεια. Πράγματι, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, αποβίωσε από καρκίνο, ενώ, όταν το είπε ο όσιος, ήταν πολύ καλά.
Ο γαμπρός της προσπάθησε να την πάει στον όσιο Γέροντα, αλλά εκείνη δεν το ήθελε, όπως το είχε πει και αυτό ο όσιος.
Κάποιος χωρικός από τη Σίψα ετοιμαζόταν να ρίξει λίπασμα στο χωράφι του ένα πρωινό.
Τον κάλεσαν όμως εκτάκτως ως μάρτυρα σ’ ένα δικαστήριο. Ανάθεσε έτσι σε κάποιον έμπιστο συγχωριανό του να τον εξυπηρετήσει.
Εκείνος όμως έριξε το λίπασμα στο δικό του χωράφι, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς.
Όταν μετά από λίγο καιρό πήγε στο μοναστήρι να κοινωνήσει, ο όσιος Γέρων δεν τον μετάλαβε και του είπε πως έπρεπε να μετανοήσει για την αμαρτία του και να εξομολογηθεί. Επειδή εκείνος τότε προσποιήθηκε πως δεν καταλάβαινε για ποιά αμαρτία του μιλούσε, ο όσιος τον διαβεβαίωσε ότι το δικό του χωράφι δεν θα έδινε καθόλου καρπό εκείνη τη χρονιά,
ακόμη και αν είχε το λίπασμα, ενώ του χωρικού, που τον είχε αδικήσει, θα είχε πολύ καρπό… Έτσι και πράγματι έγινε.
Μία κυρία διηγείται…Τόν χειμώνα του 1956 περίμενα να γεννηθεί το πρώτο μου παιδί. Εγώ, λογικά, κάποιες στιγμές φοβόμουν και ανησυχούσα.
Τότε ερχόταν διακριτικά κοντά μου ο Γέροντας και πατρικά, μου έλεγε: – «Γιαβρίμ, θέλεις να πάμε στο νοσοκομείο;
Αλλά και εδώ νοσοκομείο είναι, μην ανησυχείς. Εκεί θα ήταν οι γιατροί, εδώ είναι οι άγιοι».
Όταν έφθασαν οι ώρες του τοκετού και ο άνδρας μου πήγε μέσα στά χιόνια στην άλλη άκρη του χωριού, να φέρει τη μαμή,
εγώ μόνη μου στο δωμάτιο άρχισα να αγωνιώ.
Τότε ο άγιος Γέροντάς μας, κάτω από το παλαιό σπιτάκι που έμενε, και εγώ επάνω στο καινούργιο και πού δέν ήταν φυσικά δυνατόν να με βλέπει,
βγήκε στην πόρτα και φώναξε δυνατά:
– “Μη φοβάσαι, γιαβρίμ, δεν είσαι μόνη. Νά, πρόλαβε ο άγιος Μηνάς με το άσπρο του άλογο, και ήρθε να σε βοηθήσει .”
Καί τί θαυμαστό , χωρίς καμμία δυσκολία, αλλά και χωρίς βοήθεια, γιατί δέν πρόλαβε να ‘ρθεί η μαμή, γεννήθηκε το πρώτο μου κοριτσάκι.
Το βάφτισε ο Γέροντας, γιατί τό ήθελε πολύ, και το ονόμασε Άννα.
Την βαφτίσαμε στο σπίτι, στο Λιβαδερό, γιατί τότε ήταν χειμώνας.
Ήθελε μέ τόν σαραντισμό να το βαφτίσουμε και το μωρό.
Ήταν άγιος, γιατί ήταν πολύ ταπεινός . Άν τον έβλεπες πως ήταν ντυμένος, τόσο φτωχικά και με μία ποδιά ζωσμένος πάντοτε.
Είχε κάτι όμορφα λαμπερά μάτια και πολύ όμορφα μαλλιά, συνήθως δεμένα κοτσίδα πίσω και μέσα στο τσεμπέρι τυλιγμένα.
Για όλους ήταν πατερούλης, αγαπούσε όλο τον κόσμο.
Μία φορά πήγαινε ο Γέροντας μέ πέντε- έξι άτομα σ’ ένα χωριό.
Εκεί είδαν δύο γείτονες πού μάλωναν για μιά πιθαμή μέρος.
Τότε ο Γέροντας χαμογέλασε και οι συνοδοί του τον ρώτησαν:
– «Γιατί χαμογελάς πάτερ; Αυτοί σκοτώθηκαν και εσύ γελάς;».
Εκείνος στοχαστικά είπε:
-” Τόν ένα σε τρείς μέρες θα τον βρεί μεγάλο κακό, αλλά δεν το ξέρει και κάθεται και μαλώνει για το χώμα».
Πράγματι σε τρείς μέρες πέθανε η κόρη του δεκαεφτά χρονών κοπέλα.
(Στην φωτογραφία ο όσιος με την βαφτισιμιά τού Άννα Τσολακιδου)
Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλιδης