ΤΟ ΜΑΤΙ: Κάποια μέρα ένας φτωχός ψαράς, μέσα στα δίχτυα του βρήκε ένα μάτι που τον κοιτούσε γεμάτο περιέργεια.

mike
By
111 Views
2 Min Read

Θα το πάω στον Άρχοντα σκέφτηκε, ίσως να αξίζει πολλά! Όταν έφτασε στο αρχοντικό, ο άρχοντας το ζήλεψε και ήθελε να το αποκτήσει, ήταν όμως και τσιγκούνης.

-Θα το ζυγίσουμε και όσο είναι το βάρος του σε χρυσό δικό σου, είπε γελώντας ο άρχοντας κάτω από τα μουστάκια του!

Πήρε τη ζυγαριά, έβαλε στο ένα τάσι το μάτι και άρχισε να ρίχνει χρυσό στο άλλο. Όσο όμως και να έριχνε «ποιητή», το μάτι ήταν πιο βαρύ. Θύμωσε ο άρχοντας και με το δίκιο του ο φουκαράς. Φώναξε, γκάρισε, έφτυσε τη ζυγαριά στα μούτρα για… γούρι, αλλά τίποτα, το μάτι εξακολουθούσε να είναι πιο βαρύ.

Μαζεύτηκαν το λοιπόν όλοι οι σοφοί της χώρας και ότι να δοκίμαζαν τίποτε, νούλα, το μάτι συνέχιζε να είναι πιο βαρύ. Ο άρχοντας «ποιητή» εκτός από τσιγκούνης ήταν και περίεργος. Βγάζει διάταγμα πως όποιος βρει την λύση θα του δώσει το βάρος του σε χρυσάφι.

Εκείνες τις μέρες ήταν στην πόλη ένας φτωχός, αγράμματος αγρότης ο οποίος είχε έρθει από άλλη πολιτεία. Πάει να δει και μόλις το είδε έβαλε τα γέλια! Θύμωσε ο άρχοντας και οι σοφοί που τους κορόιδευε ένας… τίποτας σαν εμένα τον γράφοντα!

-Άρχοντά μου δεν σας κοροϊδεύω λέει ο αγράμματος αγρότης, βρήκα την λύση, θέλω μόνο λίγο χώμα.

Μόλις του έφεραν το χώμα, το έριξε πάνω στο μάτι και αμέσως αυτό έκλεισε και έχασε το βάρος του!

-Είναι το μάτι αχόρταγο άρχοντά μου και όσο είναι ανοιχτό θέλει περισσότερα, όταν όμως πέσει χώμα πάνω του, τότε παύει να το ενδιαφέρει οτιδήποτε είπε και πήρε τα χρυσά του μετρημένα μέχρι το τελευταίο γραμμάριο και έφυγε για το σπίτι του.

Νικόλαος Μπαλάνος

 

add
Share This Article