Η Μαργιώ τύλιξε το παιδί σε μια κουβέρτα και κίνησε για το ξωκλήσι της Παναγιάς

mike
By
27 Views
6 Min Read

Το φτωχικό ήταν παγωμένο εκείνο το δειλινό.

Η μάνα, η Μαργιώ, καθόταν στο σκαμνί δίπλα στην κούνια του μικρού Αντώνη. Το παιδί είχε υψηλό πυρετό εδώ και τρεις μέρες. Τα μάτια του ήταν κλειστά, κι η ανάσα του γινόταν ολοένα πιο αδύναμη. Το κορμάκι του ήταν κατάξερο, σαν φύλλο που μαραίνεται. Ο γιατρός του χωριού είχε σταυρώσει τα χέρια: «Μόνο αν θέλει ο Θεός, κυρά μου».

Όταν βράδυασε, η Μαργιώ τύλιξε το παιδί με μία κουβέρτα, το πήρε στην αγκαλιά της και βγήκε στο χιόνι. Ήταν μόλις ένας δρόμος μακρύς ως το ξωκλήσι της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας. Πατώντας άλλοτε στο χιόνι κι άλλοτε στη λάσπη, χτυπήθηκε, σηκώθηκε, προχώρησε. Είχε χάσει δάκρυα από το κρύο.

Τα μάγουλά της ήταν τραχιά, τα χέρια της ραγισμένα, μα δεν ένιωθε τίποτα.

Μπήκε στο ξωκλήσι. Μία καντήλα έκαιγε μπροστά στην εικόνα. Πάνω της, η Παναγία κρατούσε τον Χριστό στην αγκαλιά της όπως ακριβώς κρατούσε κι εκείνη τον Αντώνη.

Μόλις το αντίκρισε, η Μαργιώ λύγισε. Δεν είχε λόγια πια. Τα γόνατά της χτύπησαν στα σκαλιά. Και τότε ξέσπασε.
Δεν προσευχόταν πια. Ούρλιαζε.
«Παναγιά μου, δεν ζητάω τίποτε άλλο εγώ στην ζωή μου. Τον άντρα μου τον έχασα. Τους γονείς μου τους έχασα. Αυτό το παιδί το γέννησα μέσα στο αίμα μου, το βύζαξα με τα κόκαλά μου.

Η φωνή της έτρεμε σαν σπασμένο κλαδί.
«Δεν μπορώ να ζήσω, Παναγία μου. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να πεθαίνει το παιδί σου στην αγκαλιά σου!ΕΣΥ που το ’ζησες… ΕΣΥ, που σου πήραν το δικό Σου πάνω στον Σταυρό… ΕΣΥ τον ξέρεις αυτόν τον πόνο!»

Κι όπως το ’λεγε, άρχισε να κλαίει χωρίς σταματημό. Τα κλάματά της δεν ήταν δάκρυα πια, ήταν κραυγή. Κομματιαστή, βραχνή, αβάσταχτη κραυγή που ανακάτευε το όνομα του γιου της με το όνομα του Υιού της Παναγίας.
Τα λόγια είχαν χαθεί. Μόνο ένας λυγμός έμενε, βαθύς σαν πληγή.
Και τότε λένε όσοι ξέρουν από θαύματα το λάδι στην καντήλα τρεμόπαιξε. Σαν να πέρασε αέρας. Σαν να αναστέναξε βαθιά η ίδια η εικόνα.

Η Μαργιώ σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, πρησμένα, μα δέκα ζωές να ζούσε δεν θα ξεχνούσε όσα είδε. Το χέρι της Παναγίας, που στη ζωγραφιά κρατούσε ήρεμα τον Χριστό, τώρα σηκώθηκε ελαφρά. Απλώθηκε προς το μέρος της. Κι από το πρόσωπο της Παναγίας κύλησε κάτι τι άλλο; ένα δάκρυ. Φως γαλάζιο, όχι νερό.

Εκείνη την ίδια στιγμή, το μωρό στην αγκαλιά της Μαργιώς άνοιξε τα μάτια του. Μικρά, υγρά, θολά ακόμα. Δεν μίλησε πώς να μιλήσει; μα έκανε έναν ήχο. Όχι λέξη. Ένα ρουθούνισμα, ένα μικρό «ε…» σαν να θυμόταν πως η ζωή είναι γλυκιά.

Μαζί μ’ αυτόν τον ήχο, μια λάμνα από την καντήλα γλίστρησε πάνω στο μέτωπο του παιδιού. Ζέσταμα. Ησυχία. Ο πυρετός έπεσε σαν να τον έσβησε χέρι. Το κορμάκι του έπαψε να τρέμει. Πήρε ένα ανάσα βαθιά, ήσυχη, και κοιμήθηκε όχι τον ύπνο του πυρετού, αλλά τον καθαρό ύπνο της ζωής.

Η Μαργιώ έμεινε εκεί, αποσβολωμένη, κρατώντας ζωντανό το παιδί της. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να ευχαριστήσει, δεν μπορούσε να προσευχηθεί, δεν μπορούσε τίποτα μονάχα να κλαίει, αυτή την φορά από χαρά.
Κι άκουσε μέσα της μία φωνή. Τόσο γλυκιά, τόσο πληγωμένη όσο και η δική της. Μια φωνή σαν ανάσα, σαν αγκαλιά, σαν μάνα που σκύβει στο προσκέφαλο.
«Σε άκουσα, κόρη μου. Μητέρα είμαι. Δεν άντεξα τα κλάματά σου.»

Η Μαργιώ έμεινε εκεί ώρες, ξημερώματα, χωρίς να κουνηθεί. Κι όταν βγήκε απ’ το ξωκλήσι, το χιόνι είχε σταματήσει. Το στερνό αστέρι έλαμπε πάνω απ’ την εκκλησιά σαν σφραγίδα.

Κι όταν ο Αντώνης μεγάλωσε, η μάνα του τού διηγούνταν συχνά εκείνη τη νύχτα. Του το ’λεγε καθώς τον τάιζε, καθώς τον κοίμιζε, καθώς τον αποχαιρετούσε για να πάει στα ξένα:
«Εσύ, γιε μου, δε με φώναξες τότε. Μικρός ήσουν. Μα εγώ σε άκουσα να ανασαίνεις. Κι η Παναγιά… η Παναγιά άκουσε εμένα. Δεν άντεξε, γιε μου. Η μάνα δεν αντέχει κλάματα άλλης μάνας.»

Και το στερνό το κεράκι που άναβε κάθε χρόνο στο ξωκλήσι της Βρεφοκρατούσας, η Μαργιώ δεν το άναβε από συνήθεια. Το άναβε για να λέει χωρίς λόγια:
«Θυμήσου με, Παναγιά μου. Κι εγώ θυμάμαι εσένα. Είμαστε μάνες. Το ξέρουμε.»

Από κείνη τη νύχτα, λένε πως όποια μάνα πέφτει στα σκαλιά εκείνης της εκκλησιάς με σβησμένο παιδί στην αγκαλιά, χαμηλώνει το βλέμμα και βλέπει μια μικρή λαμπάδα αναμμένη μέσα στην καντήλα χωρίς κανείς να την άναψε. Κι η Παναγία δεν την αντέχει, την κραυγή της. Κι απλώνει πάλι το χέρι.

Γιατί είναι μάνα. Κι οι μάνες δεν αντέχουν. Ποτέ.
🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού

add
TAGGED:
Share This Article