Νύχτα ήταν που έφυγε. Δεν άντεχε άλλο. Εκείνη νόμισε πως θα παντρεύονταν έναν άντρα να κάνει οικογένεια κι όχι να την δέρνει, να την διατάζει κι αυτή να υπακούει.

mike
By
48 Views
18 Min Read

Αυτή νόμισε πως θα παντρευόταν έναν,κι όχι ολόκληρη την οικογένειά του. Πεθερά,πεθερό και κουνιάδια.

Όχι. Αυτό δεν το άντεχε και δεν το ήθελε. Και τον γάμο δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Για άρνηση ούτε λόγος,μα και ποιος θα την άκουγε; Κανείς.

Είπε κι αυτή ας τον πάρω. Τι σήμερα,τι αύριο θα γίνει που θα γίνει. Είναι κι η ξαδέρφη μου στο χωριό του,θα’χω και παρέα να λέμε μια κουβέντα ξένες κι οι δυο σε ξένα χώματα.

Μάνα της είπα,δεν θέλω να τον πάρω. Δεν θέλω να φύγω μακριά σας. Εκεί βγήκε το τυχερό σου μου είπε,θα τον πάρεις. Δεν λέμε όχι στην τύχη μας. Δέκα έξι ήμουν κι αβοήθητη.

Τον πήρα. Καλός φαινόταν σαν ήρθε να με γυρέψει και δυο φορές ακόμα που τον είδα ως τον γάμο δεν μαρτύραγε το φέρσιμό του πως θα ήταν βάρβαρος.

Αλλά όλοι τούτοι που είναι διάβολοι,έχουν πρόσωπο αγγελικό. Εμ, πως θα κάνουν την δουλειά τους αν δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο; Έτσι κάνουν όλοι αυτοί. Φοράνε τα καλά στα μούτρα τους κι άμα σε καταφέρνουν ύστερα τα βγάζουν.

Κι άρχισε η μάνα να γυρεύει τα νυφιάτικά μου. Που λεφτά για νυφικό για βέλο και παπούτσια.

Πάει στην ξαδέρφη μου πρώτα που είχε παντρευτεί στο χωριό του γαμπρού. Της το ζήτησε κι αυτή όχι της είπε.

Την αγαπώ την Μοσχούλα και θέλω να έρθει εδώ νύφη να είμαστε παρέα,αλλά είναι λίγο γεματούλα και δεν θα της κάνει. Μη μου το χαλάσει μωρέ θεια και περιμένουν δυο αδερφάδες να το φορέσουν ακόμα.

Θα σου δώσω το βέλο και τα παπούτσια. Αυτά να τα πάρεις να τα βάλει. Τα πήρε και κείνη κι έψαχνε για νυφικό.
Παχιά δεν ήμουν η καψερή,μα ούτε και πέντε κόκαλα που ήταν η ξεδέρφη μου. Δοκίμασα τα παπούτσια μα δεν μου κάνανε. Είχα στο’να το ποδάρι μου έξι δάχτυλα. Ακριβώς δάχτυλο δεν ήταν αλλά τον χώρο τον έπιανε στο παπούτσι και με στένευε.

Ήταν και λίγο πιο αδύνατα τα πόδια της ξαδέρφης…

Να κόψω λίγο την γαλότσα της είπα; Ούτε να το σκέφτεσαι μου είπε.και δίκιο είχε. Τι,να χάλαγα το παπούτσι; Να το κάνει ο θεός παπούτσι,αλλά αυτά ήταν κείνο τον καιρό κι αυτός που μπόραγε και τα είχε ήταν και τυχερός.

Γαλότσες φόραγε η νύφη. Γαλότσες ίσιες κι είχαν το χρώμα σαν μαλλί από πρόβατο. Ένα ζευγάρι γαλότσες τις φόραγαν όλες οι νύφες του χωριού που χωρούσε στα ποδάρια τους.

Μάνα της είπα,να πούμε του γαμπρού πως θα βάλω τα παπούτσια μου τα παλιά στην εκκλησιά μα δεν θα φαίνονται. Δεν μπορώ να βάλω τις γαλότσες με κόβουν.

Το’χασες θυγατέρα πως θα το πούμε τούτο; Πως θα του πούμε πως έχεις έξι δάχτυλα; Γιατί μάνα δεν θα τα δει;

Ε ωρ θυγατέρα μου,όταν τα δει θα’χε σχολάσει ο γάμος και συ να μην ξεκαλτσώνεσαι μπροστά του να μην το δει νωρίς.

Άμα περάσει καιρός και δουν τα καλά σου,δούνε πόσο προκομμένη είσαι ας το δει. Μα η Μοσχούλα είχε μυαλό ξυράφι και πήρε μια πέτρα ίσα με μια καρύδα και την έκαιγε στην φωτιά.

Την τύλιγε σ’ένα χειρομάντηλο και την έβαζε στην μέσα μεριά της γαλότσας εκεί που θα ακούμπαγε το δάχτυλο το έκτο.
Ζεσταινόταν και σιγά σιγά μέρα την μέρα του έκανε τόπο. Πάει αυτό το ταχτοποίησα μάνα της είπε μόνο κοίτα να δεις για το φουστάνι το νυφιάτικο.

Κόντευε ο γάμος και φουστάνι πουθενά. Έβαλε το κεφάλι της κάτω και πήγε στην αδερφή της πέντε ώρες μακριά να της γυρέψει το δικό της. Το’χε βάλει η ανιψιά της τελευταία κι ήταν σε καλή κατάσταση.

Δεν τα’χε και πολύ καλά με την αδερφή της αλλά για το χατίρι της θυγατέρας της έριξε τα μούτρα της και πήγε να το γυρέψει. Της το έδωσε παρόλο που δεν είχε ξεχάσει πως κάποτε της είχε γυρέψει και κείνη κάποια μπαλώματα από παλιόρουχα.

Να σουλουπώσει ήθελε λίγο τις φορεσιές τους,αλλά της το αρνήθηκε. Η μάνα της Μοσχούλας ήταν καλή μπαλωματού και της πηγαίνανε τα παλιά και τα φθαρμένα να τα φτιάξει.

Κι η πληρωμή της ήταν μικρά κομμάτια που περισσεύανε. Με κείνα έραβε της φαμίλιας της. Είχε το χάρισμα να κάνει το παλιό καινούργιο. Δεν της έδωσε δυο τρία μπαλώματα που ήθελε και κείνη αλλά άνθρωπος της εκκλησίας ήταν και την ελέησε δίνοντάς της το νυφικό.

Πάρ’το αδερφή της είπε. Πάρ’το αφού είναι για την κόρη σου,μα δεν έχω το βέλο. Χάλασε με τα χρόνια.

Το πήρε κι έφυγε. Σε περιμένω στο γάμο της είπε.

Έγινε ο γάμος μ’άλλο νυφικό και μ’άλλο βέλο και το δάχτυλο είχε τόπο να κάτσει να μην την σφίγγει η γαλότσα.

Όλα ήτανε καλά! Και το γλέντι και το τραπέζι. Ο γαμπρός τα’χε κανονισμένα όλα κι ο κόσμος έμεινε ευχαριστημένος.

Σαν ξημέρωσε η Δευτέρα του θεού η πεθερά δεν την άφησε σε ησυχία. Ο πρώτος ήταν που πάντρεψε. Τ’άλλα της τέσσερα ήταν μικρότερα ζωή να’χουν.

Νύφη κάνε τούτο,νύφη κάνε τ’άλλο όλη μέρα. Όρθια στο πόδι μέχρι το βράδυ την κράταγε. Εκείνη έπεφτε για ύπνο το μεσημέρι κι άμα αποτρώγανε το βράδυ,της έδινε εντολές κι έπρεπε να τις εκτελέσει. Ο άντρας της κουβέντα. Δεν νοιάστηκε μια φορά να πει,κάτσε βρε γυναίκα κι αύριο μέρα είναι.

Ούτε σαν νιόπαντροι την ζήταγε να πάει στο κρεβάτι τους,μόνο σαν κοιμόταν οι άλλοι κι είχε ορέξεις,πήγαινε την έβρισκε και στα όρθια της έκανε την δουλειά. Δυο μήνες παντρεμένοι και το αγκάλιασμά του στο κρεβάτι δεν το είχε δει.

Πρώτη από όλους ξύπναγε να τους ετοιμάσει και τελευταία κοιμόταν. Κάτι θέλησε να του πει μια μέρα,κι η απάντησή του ήταν,αφού το’πε η μάνα να το κάνεις.

Ζωή δεν ήταν αυτή που ζούσε και τέτοιο γάμο δεν τον ήθελε. Εγώ θα φύγω μάνα της είπε από δω.

Θα σου κόψει τα πόδια ο κύρης σου της είπε αν μάθει πως σκέφτεσαι κάτι τέτοιο. Μάνα εσένα το λέω κι όχι σε κείνον. Θα με βοηθήσεις να το κάνω. Μην την ξαναπείς ετούτη την κουβέντα. Ακούς; Βγάλε από το νου σου πως θα γίνει. Μα θα παντρευτούν κι αυτά τα βλογημένα.

Όλα της παντρειάς είναι και θα μείνετε μονάχοι σας. Και τα πεθερικά σου πόσο θα ζήσουν ακόμα; Μάνα τι λες; Νέοι είναι και’γω δεν θέλω να πεθάνουν. Εγώ να γλυτώσω θέλω το μαρτύριο που ζω.

Ως που μια μέρα η πεθερά σήκωσε χέρι να την δείρει γιατί δεν πέτυχε το ζύμωμα του ψωμιού,κι ο άντρας της μιλιά κι αχνιά.

Το ίδιο βράδυ αφού φάγανε το ψωμί που δεν πέτυχε,κι αφού όλοι ξεράθηκαν στον ύπνο,πήρε δυο ρουχαλάκια παραμάσχαλα κι έφυγε. Για που δεν ήξερε.

Όπου με βγάλει ο δρόμος είπε κι ήταν τόση η χαρά της σαν θα βλέπανε το πρωί που έλειπε που τα πόδια της βγάλανε φτερά κι όλη νύχτα περπατούσε ακούραστα.

Την δημοσιά πήρε χωρίς να σταματήσει καθόλου και σαν άρχισε να ξημερώνει ούτε και ήξερε που βρισκόταν.

Σαν ξημέρωσε καλά καλά,είδε δυο τρεις να στέκονται όρθιοι στην άκρη του δρόμου και ρώτησε τι ώρα να’ναι;

Τώρα θα’ρθει της είπαν. Δεν αργεί ποτέ,και την κουβέντα δεν την έσωσαν κι ήρθε το λεωφορείο της γραμμής.

Ανέβηκαν πάνω εκείνοι,ανέβηκε κι αυτή. Ήρθε ο οδηγός και πήρε τα χρήματα από τους άλλους,πάει και σε κείνη. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη και το’βγαλε με δυο τρεις δεκάρες.

Αυτά έχω ,δεν έχω άλλα. Δεν τα πήρε. Κράτα τα της είπε. Κράτα τα και γύρισε στην θέση του. Είχε δει στα μάτια της μια λαχτάρα για ζωή. Περπατημένος ήταν.

Είχαν δει τα μάτια του πολλά και κατάλαβε. Πιότερο κατάλαβε από τον τρόπο που κράταγε τον μπόγο της. Τον έσφιγγε πάνω της λες και θα της τον έπαιρνε κάποιος.

Αλλά δεν ήταν τα δυο τρία ρουχαλάκια που έσφιγγε να μην χάσει. Όχι. Η ζωή της ήταν που αποφάσισε να την πάρει στα χέρια της. Όλοι είχαν κατέβει.

Και κείνοι που μπήκαν μαζί κι οι άλλοι που μπήκαν μετά. Όλη μέρα ανέβαιναν και κατέβαιναν και κείνη δεν κουνήθηκε καθόλου από το κάθισμα της.

Φτάσανε στο τέρμα κατά το απόγευμα.

Δεν έχει άλλο δρόμο της είπε ο οδηγός και πρέπει να κατέβεις. Που είμαστε τον ρώτησε. Στην πρωτεύουσα της είπε. Στην Αθήνα είμαστε. Γράμματα ξέρεις την ρώτησε; Ξέρω κάτι λίγα του είπε κείνη. Της έδωσε ένα χαρτί,και την ρώτησε τι λέει;
Ταβέρνα ο Παντελής του είπε.

Μισή ώρα δρόμο από δω θα την βρεις. Θα του πεις πως σε στέλνει ο βλάμης του και κείνος θα σε βοηθήσει.

Εύχομαι να σου βγει σε καλό της είπε. Εκείνη γούρλωσε τα μάτια της,αυτός της χτύπησε στην πλάτη κι έφυγε. Να του πεις χαιρετίσματα φώναξε κι αυτή του τα είπε.

Ο βλάμης του οδηγού την κράτησε στο ταβερνάκι του. Πάνω στην ώρα ήρθες της είπε. Πάνω στην ώρα. Χθες μου έφυγε η μαγείρισσα. Τι λες θα τα καταφέρεις;

Αν τα κατάφερε λέει; Τα καλύτερα του μαγείρευε,και μαζί με κείνα που ήξερε και όλα τα άλλα που της έμαθε ο Παντελής.

Σαν πατέρας της στάθηκε. Του είπε την ιστορία της και κείνος της είπε θα σου σταθώ όπως μπορώ. Μα αν σε βρουν δεν θα μπορέσω να σε στηρίξω της είπε.

Κανείς δεν την έψαξε. Κανείς δεν ασχολήθηκε με το φευγιό της. Η ντροπή για κείνους που άφησε πίσω ξεχάστηκε όπως και κείνη.

Ήθελε να στείλει γράμμα στην μάνα της αλλά δεν το έκανε. Δυο φορές το έγραψε και τις δύο το έσκισε.

Ο άντρας της δήλωσε την εξαφάνισή της,κι η πεθερά της έπειτα από πέντε χρόνια έμπασε άλλη νύφη στο σπίτι της να την διατάζει.

Ο Παντελής της είχε πει θα σε στηρίξω και την στήριξε. Δεν την έδιωξε σαν έμαθε πως είχε ένα παιδί στα σπλάχνα της. Την κράτησε και μεγάλωσε γύρω από τα τραπέζια της ταβέρνας του,και γύρω από τα φουστάνια της μάνας του ανάμεσα στα τηγάνια και τις κατσαρόλες.

Σαν παιδί του την είχε και την πρόσεχε. Στο πρόσωπό της έβλεπε την κόρη που είχε χάσει μαζί με την γυναίκα του,από μια αρρώστια που είχε θερίσει την μισή Αθήνα.

Ο θεός του την έστειλε την Μοσχούλα,να μοσχομυρίσει η ζωή του η πονεμένη. Ο οδηγός που την έστειλε πέρασε κάποιες φορές,και της είπε πως στα μέρη της κουβεντιάζανε για μια γυναίκα που το’σκασε από τον άντρα της. Μετά από καιρό που ξαναπήγε της είπε πως κουβεντιάζανε για κάποια άλλη που κρεμάστηκε γιατί δεν της φερόταν καλά ο δικός της άντρας.

Και μετά για τον φόνο μιας που τον κεράτωσε κι η Μοσχούλα αγκάλιαζε τον γιο της και χαμογελούσε.

Εμείς σκεφτότανε θα ζήσουμε όπως θέλουμε μακριά από όλα αυτά. Τα χρόνια πέρασαν κι ο γιος της μεγάλωσε. Ο Παντελής έφυγε από την ζωή και τον κλάψανε κι οι δυο τους. Ήταν ο άνθρωπός τους. Η ταβέρνα πέρασε στα χέρια τους και την δουλέψανε τίμια.

Όλα γύρω τους αλλάξανε μα κείνοι δεν αγγίξανε το ταβερνάκι.

Το αφήσανε όπως ήταν,να το βλέπει ο Παντελής τους και να χαίρεται. Στα χρόνια που πέρασαν ήθελε μόνο να δει τα αδέρφια της.

Εκείνα δεν της φταίξανε σε τίποτα.

Όμως δεν αποφάσιζε να πάει. Αυτό την βασάνιζε μόνο και τίποτα άλλο. Δεν έμαθε νέα τους ποτέ. Έγινε πεθερά και της νύφης της δεν της είπε ποτέ μια άσχημη κουβέντα.

Έμεινε μαζί τους και βοήθαγε όσο μπορούσε. Τους μεγάλωσε τα παιδιά τους. Και κείνα γύρω από τα τραπέζια μεγαλώσανε και σαν να έβλεπε το γιο της μικρό.

Αποτραβήχτηκε κάποια στιγμή. Δεν με βαστάνε τα πόδια μου άλλο είπε στο παιδί της. Δεν μπορώ να σας βοηθήσω άλλο παιδί μου. Μάνα μου της είπε,από καιρό έπρεπε να σταματήσεις μα δεν μας άκουγες.

Θέλω να πας και να βρεις τα αδέρφια μου του είπε. Όποιο ακόμα είναι ζωντανό.Να πας και να τους πεις πως ζω,και πως είσαι ο ανιψιός τους.

Πήγε να τους βρει και γύρισε πίσω με τον έναν τον μικρότερο. Οι άλλοι είχαν φύγει από την ζωή. Όταν ανταμώσανε οι δυο τους σείστηκε το ταβερνάκι από το κλάμα τους.

Όλα εκείνα που δεν είχαν πει τόσα χρόνια γίνανε δάκρυα και μούσκεψαν τις καρδιές τους. Σφιχταγκαλιάστηκαν και τύλιξαν τα χέρια τους ο ένας στον άλλο.

Έγιναν σαν ο κόμπος που έδεσε το μπογαλάκι η Μοσχούλα όταν έφυγε από τα βάσανά της. Έμαθε από τον μικρό της πως η μάνα τους πέθανε με τ’όνομά της στα χείλια,και πως ο πατέρας την γύρευε μέχρι που τον χάσανε και κείνον.

Έμαθε πως κι αυτά την γυρέψανε,και κάποιος τους είπε πως μια γυναίκα πριν από χρόνια βρέθηκε μισότρελη στους δρόμους μ’ένα μπόγο σφιχτά στην αγκαλιά της.

Την βάλανε σε τρελοκομείο. Πήγαν να την βρουν και κει τους είπαν πως ναι την φέρανε εδώ μα πέθανε. Τους ζήτησαν να δούνε μια φωτογραφία της.

Ξέρανε πως τους φωτογραφίζανε όλους σε περίπτωση που κάποιος γύρευε κάποιον. Τους δείξανε μια γυναίκα που της έμοιαζε και πιστέψανε πως ήταν αυτή.

Σε κλάψαμε της είπε. Σε κλάψαμε και σου βάλαμε ένα σταυρό ανάμεσα από την μάνα και τον πατέρα. Είχατε πολλά να πείτε.

Να σου πουν εκείνοι θέλανε πως φταίξανε.

Έμαθε πως η δεύτερη γυναίκα του άντρα της ξεμάλλιασε την πεθερά της μια μέρα και της έχωσε τα μούτρα της σε ζεματιστό νερό.

Ο άντρας της είχε πεθάνει κι είχαν απομείνει οι δυο τους. Ο πεθερός της είχε φύγει από το σπίτι τους και κείνη από τότε έχασε τα μυαλά της. Που και που όμως είχε αναλαμπές και της φώναζε,γκιόσα που δεν μου έκανες εγγόνια.

Μια από κείνες τις φορές της έχωσε τα μούτρα στο ζεστό νερό. Χωριστήκανε τα αδέρφια για να ξανασμίξουνε σε λίγο καιρό.

Δουλειά είχε το ταβερνάκι και γύρισε με το ένα του παιδί που είχε κάνει,με την νύφη του και τα δυο του εγγόνια.

Γυναίκα δεν είχε. Τους είχε αφήσει προ πολλού. Αναπαυότανε και κείνη δίπλα από τους γονείς τους και τ’αδέρφια τους.

Νύχτα ήτανε που έφυγε. Άλλο δεν άντεχε.

Από την φαμίλια του άντρα της κανείς δεν την γύρεψε. Και οι δικοί της την κλάψανε νομίζοντας πως ήταν νεκρή.

Μα εκείνη ζούσε την ζωή που επέλεξε να ζήσει. Κι ό,τι φορτώθηκε στην πλάτη της,ήταν επιλογή της.

Το χέρι της δεν το άπλωσε ποτέ να ζητιανέψει. Η μόνη φορά που το άπλωσε,ήταν για να πει στον οδηγό αυτά έχω,δεν έχω άλλα.

Το παλιόρουχο που έκανε τον μπόγο που τον κρατούσε παραμάσχαλα σαν έφυγε τον έχει ακόμα. Σαν θα έρθει η ώρα της για το μεγάλο το ταξίδι θα τον πάρει μαζί της. Εκεί μέσα είχε σφιχτοδέσει όλες τις πίκρες της μα κι όλες τις χαρές της.

Με κείνες θα ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο. Σε τούτο τον απάνω θα μείνουν η τόλμη της,η απόφαση κι η δύναμη.

Κι αυτός που δεν τα έχει ορίζουν την ζωή του οι άλλοι…

Ελευθερία Λάππα

Καλό μεσημέρι!

add
TAGGED:
Share This Article