Η Λενιώ η Πλύστρα
Ξενοδούλευε. Δεν είχε δικό της χωράφι, δεν είχε άντρα — τον είχε φάει το βουνό στον Εμφύλιο. Είχε μόνο δυο χέρια και μια μέση που έμαθε να σκύβει.
Όταν πάντρευε ο άλλος κόρη, φώναζε τη Λενιώ.
Όταν γένναγε η νύφη, φώναζε τη Λενιώ.
Όταν ερχόταν ξένος στο χωριό και έπρεπε το σπίτι να λάμπει, φώναζε τη Λενιώ.
Σήκωνε χαράματα. Έπαιρνε την ποδιά την καρό και κατέβαινε στη ντριστέλα. Το νερό ερχόταν απ’ το αυλάκι του μύλου — παγωμένο, άγριο. Εκεί έπλενε τις φλοκάτες των άλλων. Τις προίκες. Τα «καλά».
Αυτή τη μέρα έπλενε της κυρα-Μαρίας.
«Λενιώ μ’, έρχεται ο γιος μου απ’ τη Γερμανία. Φέρνει και μια Γερμανίδα. Θα κοιμηθούν στο καλό το κρεβάτι. Πλύνε μου τη φλοκάτη τη ριγωτή, να μυρίζει καθαριότητα».
Η Λενιώ δεν μίλησε. Έσκυψε. Η φλοκάτη ήταν βαρύτερη κι απ’ την ίδια. Το νερό τη χτυπούσε με δύναμη, της έπαιρνε τη λάσπη, τον ιδρώτα, τα χρόνια. Σήκωνε, γύριζε, ξανάβρεχε. Τα χέρια της είχαν γίνει μπλε απ’ το κρύο.
Δύο ώρες μετά, την άπλωσε στις πέτρες. Ο ήλιος την έκαψε, την ασπρίσε. Μοσχοβόλησε.
Το βράδυ, η κυρα-Μαρία έστρωσε τη φλοκάτη στο «καλό κρεβάτι». Πάνω έβαλε μαξιλάρια με δαντέλα. Ο γιος και η Γερμανίδα κοιμήθηκαν σαν βασιλιάδες.
Η Λενιώ πληρώθηκε με ένα πιάτο φασολάδα και πέντε δραχμές. Κοιμήθηκε στο πάτωμα της καλύβας της, με μια παλιά κουβέρτα που δεν την έπλενε ποτέ — δεν είχε λόγο. Σε αυτήν δεν ερχόταν ξένος.
Το πρωί, πριν φύγει ο γιος για τη Γερμανία, η μάνα του του έβαλε στη βαλίτσα ένα κομμάτι φλοκάτη. «Να θυμάσαι την πατρίδα».
Η Λενιώ τον είδε απ’ το παράθυρο. Δεν ζήλεψε. Μόνο σταυροκοπήθηκε.
«Να ‘ναι καλά τα παιδιά. Και να ‘χουν πάντα καθαρό στρωσίδι».
Γιατί η Λενιώ ήξερε: Φιλοξενία δεν είναι να έχεις. Είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.
Κι αυτή έδινε τη μέση της, τα χέρια της, τον ύπνο της. Για να κοιμηθεί ο ξένος στα μαλακά.
Αυτές ήταν οι πλύστρες της Ελλάδας.
Ξενοδούλευαν για να ζήσουν, αλλά ξέπλεναν τις ντροπές των άλλων.
Και δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Γιατί η δουλειά ήταν προσευχή.
Ομφαλός της γης ΙΙ