Ὁ ἅγιος Πορφύριος, ποὺ φαίνεται εἶναι ἀνάμεσά μας καὶ συνεχῶς μᾶς ἐμπνέει ἀπόψε, ἔλεγε ὅτι τὸ τριάντα τοῖς ἑκατὸν τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ἡ κληρονομικότητα. Καὶ ἔχουμε καὶ ἕνα ἑβδομήντα τοῖς ἑκατόν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ καθαρὰ δικό μας κομμάτι, ποὺ μὲ τὰ χρόνια δομήσαμε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν χαρακτήρα μας, τὴν προσωπικότητά μας. Ἄρα, εἴτε ἀπὸ τὴν κληρονομικότητα, εἴτε ἀπὸ τὰ ἐπίκτητα στὴ διάρκεια τοῦ βίου μας, μόλις μᾶς προσβάλουν τὰ αἰσθητήρια ἐπιθυμίες, λογισμοί, σκέψεις, ἀμέσως νὰ καταφεύγουμε στὸν Κύριο ἐν μετανοίᾳ. Καὶ βοηθεῖ πάρα πολὺ στὴ διαδικασία αὐτὴν τῆς μετάνοιας νὰ διακρίνομε ποιά εἶναι τὰ κυρίαρχα πάθη τοῦ καθενός μας. Ὅλοι ἔχουμε μέσα μας ὅλους τοὺς σπόρους ὅλων τῶν παθῶν, ἀφοῦ εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ. Ὅμως, κάποια συγκεκριμένα πάθη, κάποιες ἁμαρτωλές ροπές, εἶναι ἐντονώτερα στὸν κάθε ἄνθρωπο, λόγῳ ἀμετανόητης κληρονομικότητας, δηλαδὴ πάθη, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μετανόησαν οἱ πρόγονοί μας καὶ τὰ κληρονομοῦμε ἐμεῖς.
Ἐὰν εἶχαν ἀγῶνα μετάνοιας οἱ πρόγονοί μας, τότε κληρονομοῦμε τὸ πάθος τους ἀποδυναμωμένο, ἢ καὶ σὲ τελείως μικρὴ ἐνέργεια. Ἐὰν δὲν εἶχαν ὅμως μετάνοια, γιατὶ ἦταν ἀδίδαχτοι ἢ ἦταν τεμπέληδες ἢ δὲν τοὺς ἐνδιέφερε ἡ πνευματικὴ ζωή, τὴν ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ πάθους τοῦ παπποῦ μας, τῆς γιαγιᾶς μας, τῆς μάνας μας, τοῦ πατέρα μας, θὰ τὸ κληρονομήσουμε ἐμεῖς μὲ βεβαιότητα, ἀλλὰ ὄχι ὡς τιμωρία.
Τὸ λέγαμε σ’ ἕνα μοναστήρι προψὲς ποὺ ἤμουν. Ποὺ λένε πολλοί, «ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», αὐτὸ εἶναι νόμος. Δὲν τὸ ἀποκηρύττω. Τὸ κηρύττω. Ἀλλὰ τί σημαίνει; Νά, ἡ ἀνάγνωσις πάλι ἡ πολλαπλή. Εἶναι μιὰ δεύτερη εὐκαιρία. Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκαμε ὁ παπποῦς σου καὶ ἡ γιαγιά σου, νὰ τὸ κάνει ὁ Χριστόδουλος. Νὰ μετανοήσει ὁ Χριστόδουλος.
Καθώς λένε λοιπὸν οἱ σύγχρονοι μας ἅγιοι, ὅπως ὁ ὅσιος Πορφύριος, στὰ κυρίαρχά μας πάθη συγκαταλέγονται τὰ κληρονομικά μας, δηλαδὴ τὰ ἀμετανόητα τῶν παππούδων μας, τῶν γιαγιάδων μας, τῶν προγόνων μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, μιὰ δεύτερη ἢ τρίτη εὐκαιρία, ποὺ παραχωρεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν καὶ οἱ πρόγονοί μας καὶ γιὰ νὰ μὴν τὰ κληρονομήσουν τὰ παιδιά μας, ἢ νὰ τὰ κληρονομήσουν σὲ πολὺ μικρές δόσεις. Καὶ ἂν ἔχουμε ἐπιμελημένη μετάνοια, θὰ ἀρχίσουμε νὰ προσευχόμαστε καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς κληροδότησαν τὸ πάθος. Καὶ θὰ τοὺς σώσουμε καὶ αὐτοὺς. Ἄρα, ἀντιλαμβάνεστε τί μεγάλη ὑπόθεσις εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ μάνα μου ἔκανε αὐτὴν τὴ δουλειά. Καθόταν καί, ἀντὶ νὰ μᾶς λέει παραμυθάκια ὅταν μεγαλώσαμε, ξέρετε τί μᾶς ἔλεγε; Μᾶς ἀνέλυε τὴν κληρονομικότητά μας. Καὶ τὴν ἀρνητικὴ καὶ τὴν καλὴ διότι δὲν ἔχουμε μόνο ἀρνητική κληρονομικότητα, ἔχουμε καὶ τὴ θετική.
Καὶ μοῦ ἔλεγε. «Ξέρεις, τὸ ὅτι εἶσαι φιλόξενος καὶ διαχυτικὸς καὶ εἶσαι καὶ καλὸς ἀφηγητής, γι’ αὐτὸ μὴν περηφανεύεσαι. Αὐτὰ τὰ πῆρες ἀπὸ τὸν πατέρα σου. Τὸ ὅτι ἔχεις μεγάλη πίστη, αὐτὸ τὸ πῆρες ἀπὸ τὴ γενιά μου», ἔλεγε. Δὲν ἔλεγε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της.
Ὁπόταν μιὰ μέρα πῆγα καὶ τῆς εἶπα· «Μάνα, μοῦ λένε ὅλοι ὅτι εἶμαι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ θυμώνω εὔκολα καὶ εἶμαι ἀπότομος. Καὶ πληγώνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτό. Ὁ πατέρας μου ἦταν πολὺ γλυκὺς ἄνθρωπος. Ἐσὺ δὲν εἶσαι ἀπότομη. Ἀπὸ ποιόν πῆρα»; Καὶ ἄκουσε, ἡ μάνα ἡ Ὀρθόδοξη ποὺ δὲν παινεύεται, ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται, τί μοῦ εἶπε. Πῆρε καὶ ἕνα ὕφος, ἔτσι μεγαλοπρεπέστατο, καὶ εἶπε· «Ἀπὸ μένα τὸ πῆρες αὐτό». Τῆς λέω· «Ἐσὺ εἶσαι ἀπότομη»; «Ήμουνα, γιέ μου, μέχρι τὰ πενῆντα μου. Ὅταν ἔθαψα ἄντρα, ὅταν ἔθαψα παιδί, ὅταν πῆραν τὸ χωριό μου οἱ Τοῦρκοι, ὅταν φτώχηνα, δὲν εἶχα διάθεση νὰ θυμώσω κανενός. Κανενός. Καὶ γιὰ νὰ παρηγορηθῶ ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, ἔπεσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ θὰ μὲ κρίνει καὶ θὰ μὲ παρηγορήσει. Καὶ δὲν θὰ ἐπιβάλω πλέον τὴν ἄποψή μου σὲ κανέναν, παρὰ μόνον νὰ ἀκούω τί λέει ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θυμώνει καὶ εἶναι ἀπότομος, θέλει νὰ ἐπιβάλει τὸ θέλημά του στοὺς ἄλλους. Καὶ πάντοτε χάνει. Μὲ τὸν γλυκὺ τρόπο εἶσαι πιὸ ἀποτελεσματικός». Ὁ δὲ μακαριστὸς ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ π. Κύριλλος, μοῦ ἔλεγε. «Ε, Ὅμηρε, μὲ τὸ μέλι πιάνεις πιὸ πολλὲς μύγες».
Πηγή: «Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου Ὁμιλίες – Λόγοι ἐμπειρικῆς θεολογίας Ἁγίων Πατέρων καὶ Μητέρων», Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, τόμος Α’, Ἐκδόσεις Θεομόρφου, σέλ.125-127