Δεν θα αρνιόταν τον Χριστό, απλώς θα σώπαινε. Θα χαμογελούσε συγκαταβατικά. Δεν θα συμμετείχε, μα ούτε και θα αντιδρούσε.

mike
By
6 Views
4 Min Read

Ο Γιώργος ήταν τριανταπέντε χρονών μηχανικός, με ωραίο σπίτι, καλό αυτοκίνητο και μια θέση σε γραφείο που όλοι ζήλευαν. Ήταν και παντρεμένος με την Μαρία, μια καλή κοπέλα, πιστή, που τον στήριζε αθόρυβα. Εκκλησιαζόταν τακτικά, κοινωνούσε, ακόμα και δυο φορές τον χρόνο εξομολογούνταν.
Ώσπου ήρθε η προαγωγή. Μεγαλύτερη θέση, περισσότερα χρήματα, αλλά και μεγαλύτερη πίεση. Η νέα θέση είχε μια παγίδα: κάθε Πέμπτη απόγευμα γινόταν συνάντηση με στελέχη από το εξωτερικό, που κατέληγε πάντα σε φαγοπότι και σε «αστεία» γεμάτα χονδροειδή αισχρολογία. Όλοι γελούσαν. Έπρεπε κι ο Γιώργος να γελάσει.

Τις πρώτες φορές δίστασε.
– Μην τολμήσεις να κάνεις τον ηθικολόγο, του είπε ειρωνικά ο προϊστάμενος. Εδώ είμαστε ομάδα.
Ο Γιώργος θυμήθηκε τη νηστεία. Θυμήθηκε εκείνο το «λέγω και πράττω» που είχε ακούσει στο κατηχητικό. Μα στο μυαλό του πέρασε μια άλλη σκέψη:
«Αν χάσω την δουλειά, πώς θα πληρώσω το στεγαστικό; Και η Μαρία; Και το παιδί που ερχόταν; Θα τα ρισκάρω όλα για ένα αστείο;»

Και βρήκε την λύση. Δεν θα αρνιόταν τον Χριστό, απλώς θα σώπαινε. Θα χαμογελούσε συγκαταβατικά. Δεν θα συμμετείχε, μα ούτε και θα αντιδρούσε.
«Έτσι κι αλλιώς», είπε μέσα του, «ο Χριστός καταλαβαίνει. Ξέρει πώς είναι αυτά».
Την τρίτη Πέμπτη, όλοι γύρω του μιλούσαν με υπονοούμενα για μια κοπέλα του γραφείου. Κάποιος ξεστόμισε μια βλάσφημη κουβέντα για την Παναγία για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Ο Γιώργος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Κοίταξε το ποτήρι του. Στάθηκε για μια στιγμή μετέωρος. Είχε δύο δρόμους: να σηκωθεί και να φύγει και να δώσει εξηγήσεις την επόμενη μέρα ή να μείνει και πάλι σιωπηλός.
Κάθισε και σώπασε.

Εκείνο το βράδυ γύρισε σπίτι. Η Μαρία τον ρώτησε:
– Τι έγινε, Γιώργο; Δεν είσαι καλά;
-Καλά είμαι, απάντησε, και πήγε να κοιμηθεί.
Λίγες μέρες αργότερα πήγε στην εκκλησία. Κοινώνησε κανονικά. Στο σπίτι συνέχιζε να διαβάζει ένα μικρό απολυτίκιο πριν από το φαγητό.
Όμως μέσα του κάτι είχε αρχίσει να νεκρώνει. Δεν ήταν πια ειρήνη. Ήταν κενό.
Και τότε θυμήθηκε τα λόγια:
«Τον Χριστό, για τίποτα μην Τον δώσεις».

Δεν είχε αρνηθεί τον Χριστό μπροστά σε κόσμο. Δεν είχε κάνει θόρυβο ούτε δημόσια προδοσία. Μα Τον είχε δώσει σιωπηλά, βολικά, παζαρεύοντάς Τον για την ησυχία και την ασφάλειά του.
«Και Χριστός», ψιθύρισε μέσα στο σκοτάδι, «δεν υπάρχει . Τον έχεις ή δεν Τον έχεις».
Δεν φώναξε. Δεν έκλαψε. Το επόμενο πρωί παραιτήθηκε από εκείνη την θέση. Άρχισε να ψάχνει άλλη δουλειά λιγότερο λαμπρή, πιο φτωχή, αλλά καθαρή.

Η Μαρία δεν κατάλαβε αμέσως. Όταν κατάλαβε, βρέθηκαν ένα βράδυ γονατιστοί να λένε μόνο:
«Δόξα σοι ο Θεός».Δεν χρειάζονται πάντοτε αίματα και μαρτύρια για να χαθεί ο άνθρωπος. Μερικές φορές αρκεί μια μικρή σιωπή, μια μικρή υποχώρηση της συνείδησης, ένα «δεν πειράζει». Κι έτσι η καρδιά σιγά-σιγά συνηθίζει να ζει χωρίς την ζωντανή παρουσία του Χριστού.
Ο Χριστός δεν ζητά μόνο μεγάλα λόγια, ζητά πίστη στις μικρές στιγμές, εκεί όπου κανείς δεν μας βλέπει. Εκεί κρίνεται αν Τον αγαπάμε αληθινά περισσότερο από την ασφάλεια, την αποδοχή και την βολή μας.
Γιατί η πιο επικίνδυνη άρνηση δεν είναι πάντα εκείνη που φωνάζει. Είναι εκείνη που γίνεται αθόρυβα, όταν η ψυχή μαθαίνει να συμβιβάζεται χωρίς μετάνοια.

🌻
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού

 

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article