ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ

mike
By
3 Views
5 Min Read

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος γύρισε καὶ τὴν κοίταξε…

Δὲν ἀξιώθηκα νὰ πάω στὸ ἱερὸ νησὶ τῆς Χαλκίδας γιὰ νὰ προσκυνήσω. Κάποια φορὰ ποὺ ξεκινήσαμε, ἔριξε τόσο χιόνι, ποὺ δὲν μπορέσαμε νὰ πᾶμε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη.

Ἄκουσα ὅμως μία ἀπίθανη ἱστορία μὲ τὸν Ἅγιο αὐτόν, καὶ τὴν καταγράφω.

Πρὶν χρόνια, ἕνα λεωφορεῖο μὲ κυρίες μεγάλης ἡλικίας πῆγαν προσκύνημα στὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Ρῶσο.

Ἔφτασαν στὴν Ἐκκλησία καὶ ὁ ξεναγὸς τῶν ἐκδρομέων ὁδηγοῦσε τις προσκυνήτριες καὶ τὶς ἐξηγοῦσε τὰ σχετικά. Ἡ γερόντισσα, ποὺ μᾶς διηγήθηκε τὸ πάθημά της, τότε ἦταν κοντὰ στὰ ὀγδόντα, ἀλλὰ μὲ μυαλὸ τετρακοσιάρικο. Tώρα εἶναι στὰ ἐνενῆντα καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴν στενοχωρεῖ εἶναι ποὺ δὲν τὴν βαστοῦν τὰ ποδάρια της νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία.

Συνήθιζε, λοιπόν, τότε ποὺ πήγαινε ἀκόμα στὴν Ἐκκλησία, νὰ μπαίνει μέσα καὶ νὰ πιάνει κουβέντα μὲ τὶς Εἰκόνες. Ἀλλὰ πρῶτα ἔπρεπε νὰ ἀνάψει δεκάδες, ναὶ καλὰ διαβάσατε, δεκάδες κεριὰ γιὰ τὰ ζωντανὰ καὶ ἄλλα τόσα γιὰ τὰ πεθαμένα.

Ἄσε τί ἄναβε γιὰ τοὺς Ἁγίους. Καὶ ἔχοντας αὐτὸ τὸ χούι, συνήθως χάνονταν ἀπὸ τὶς παρέες. Μόνο ὅταν ἦταν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν ναὸ τὴν φώναζαν.

Ἔτσι καὶ στὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Ρῶσο. Οἱ ἄλλες συντρόφισσές της ἀπομακρύνθηκαν. Ἀλλὰ αὐτή, πλησιάζοντας στὸ προσκυνητάρι, ἐκεῖ ποὺ ἔχουν τὸν Ἅγιο, τὰ εἶδε ἀλλιῶς καὶ σταμάτησε. Ἔβλεπε ἕνα παλικάρι ξαπλωμένο καὶ κατάλαβε πὼς εἶναι νεκρός. Καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει τὸ παλικάρι : «ποιός νὰ ξέρει πῶς σὲ λένε, καὶ ποῦ νὰ βρίσκεται ἡ μάννα σ’ νὰ σὲ κλάψει, παλικάρι μ’. Κι ἡ πατρίδα σ’ ἡ Ρωσία λένε πὼς τάχα εἶναι μακρυά, παιδὶ μ’. Ἔ, τί δὰ τράβηξες καὶ σὺ γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ σὲ ἔχν ἐδῶ».

Τὸν εἶπε καὶ ἄλλα μοιρολόγια καὶ ἔκλαψε μὲ τὴν ψυχή της ἡ γιαγιούλα. Καὶ τότε …πέρασε ἡ ὥρα καὶ ἄρχισαν νὰ μαζώνονται γιὰ νὰ φύγουν. Ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ θειὰ αὐτὴ ἔλειπε, κάποια νεότερη τὴν ἔψαξε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τελικὰ τὴν βρῆκε.
–Ἄντε, θειὰ Π. Φεύγουμε, μᾶς περιμένουν.

Φτάνουν ἐκεῖ ποὺ ἦταν μαζεμένοι ὅλοι, καὶ λέει στὸν ἀρχηγό.
–Καλά, ἐσεῖς μᾶς εἴπατε ὅτι θά ‘ρθοῦμε στὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Ρῶσο. Καὶ Ἅγιο Γιάννη δὲν εἴδαμε.

Πῶς δὲν τὸν εἴδαμε ; Ἐκεῖνος ἐκεῖ εἶναι.
–Ἄ, αὐτὸς εἶναι ;

-Γιατί, ἐσὺ τί νόμισες ;

Ἐγὼ τὸν εἶδα καὶ εἶπα εἶναι πεθαμένος καὶ τὸν ἔκλαψα, γιατί εἶναι νέος, ἀπὸ μακριά. Καὶ εἶπα εἶναι πεθαμένος καὶ τὸν ἔκλαιγα. Ποῦ νὰ εἶναι ἡ μάννα τ’ νὰ τὸν κλάψει ;…

-Τί λές, θειὰ Π. Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος.

Ἐγώ, παιδὶ μ’ ; Τί νὰ πῶ ; Ἐκεῖ ποὺ τὸν ἔκλαιγα, γύρισε κατὰ ἐδῶ τὸ κεφάλι τ’ καὶ μὲ κοιτοῦσε. Κι ἐγὼ τὸν ἔκλαιγα κι αὐτὸς μὲ κοιτοῦσε. Μέχρι ποὺ μὲ φώναξαν καὶ σᾶς βρῆκα. Δὲν κατάλαβα. Κάτσε μιὰ στιγμὴ νὰ πάνω νὰ τὸν προσκυνήσω καὶ φεύγουμε.

Ποιός τολμοῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ τὸ τελευταῖο προσκύνημα.

Ἔ, παιδὶ μ’, μεγάλη ἡ χάρη τ’. Κάθε Ἅγιος ἔχει την χάρη τ’. Τόσοι Ἀγίοι ἔχουμε. Δοξασμένο τ’ ὄνομά Του. Αὐτά, ποὺ λές, ἔπαθα.

Μᾶς διηγεῖται καὶ ἄλλα τέτοια, πολλὰ μπορῶ νὰ πῶ, ἀλλὰ ὅταν τὰ λέει δὲν σηκώνει μάτια νὰ σὲ κοιτάξει. Ἢ θὰ πλέκει τίποτα μὲ τὸ τσιγκελάκι ἢ τὶς βελόνες, ἢ μὲ τὰ ροζιασμένα καὶ στεγνὰ δάχτυλά της θὰ διπλώνει καὶ θὰ ξεδιπλώνει καμιὰ χαρτοπετσέτα. Καὶ ἐμεῖς δὲν τὴν λέμε τίποτα. Τὴν ἀφήνουμε στὴν μακάρια καὶ εὐλογημένη ἁπλότητά της, νὰ νομίζει ὅτι δὲν ἀξίζει οὔτε τὰ μάτια νὰ σηκώσει γιὰ νὰ κοιτάξει τὰ Ἅγια Εἰκονίσματα. Μόνον ὅταν τελειώνει, σηκώνει τὰ γαλανὰ ξεπλυμένα ματάκια της, ποὺ εἶναι βαθιὰ μέσα στὶς κόγχες, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ ἀπὸ τὰ δάκρυα, καὶ λέει : «Αὐτά, παιδὶ μ’, ἔπαθα».

Δόξα τῷ Θεῷ. Τί θησαυροὺς κρύβει αὐτὴ ἡ Ἁγία Ὀρθοδοξία, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας;! Καὶ τί θὰ δοῦν ὅσα μάτια τὸ ἀξίζουν στὸν ἄλλο κόσμο;!

Ἄρχιμ. Πορφύριος, Ἡγούμενος Ἱερὰς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Βέροιας)

☦️☦️ ΤΟΠΟΣ ΑΓΙΩΝ ☦️☦️ ΟΣΙΟΣ ΔΑΥΙΔ Ο ΕΝ ΕΥΒΟΙΑ

add
Share This Article