Η μάνα σκυφτή στη σκάφη όλη μέρα. Από το πρωί ως το βράδυ κάθε μέρα το ίδιο βιολί.

mike
By
16 Views
20 Min Read

Να’χει τα μανίκια μαζεμένα χειμώνα καλοκαίρι και να τρίβει τ’άπλυτα κάποιων που’χαν παράδες και που οι γυναίκες τους δεν ασχολιόταν με τούτα.

Την μέση της την σήκωνε μόνο σαν ήθελε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της από κείνο που μαγείρευα εγώ. Η μεγαλύτερη ήμουν από τα άλλα τέσσερα αδέρφια μου.

Οι δυο πρώτες είμασταν κορίτσια και τ’άλλα τρία αγόρια. Η μάνα κι όταν ζούσε ο πατέρας το ίδιο έκανε. Σκυφτή στην σκάφη να πλένει. Αυτός έλειπε τον περισσότερο καιρό. Έλεγε πως πήγαινε για δουλειές σε άλλα χωριά κι έλειπε πολύ καιρό,κι όταν γύριζε γκάστρωνε την μάνα και ξανάφευγε.

Παράδες δεν έβλεπε η μάνα απ’αυτόν όταν έρχονταν. Δεν με φτάνουν της έλεγε αυτά που μου δίνουν.

Έξω τρώω κάθε μέρα κι αν δεν έχει ένα κρεβάτι να μου δώσει αυτός που δουλεύω να κοιμηθώ σε καμιά καλύβα,πληρώνω και τον ύπνο. Που να με φτάσουν;

Εκείνο που έκανε ήταν να κρατάει σαν έρχονταν ένα πετεινάρι ζωντανό και του’κοβε το λαρύγκι να το φάμε. Τίποτα άλλο.

Καθόταν μια βδομάδα και ξανάφευγε.

Έτσι την θυμάμαι την καψερή να είναι σκυφτή,να τρέχουν δάκρυα και μύξες στην σκάφη κι άμα πήγαινα κοντά της και την ρώταγα γιατί ωρ μάνα σκούζεις; Μ’απαντούσε,έβαλα στο σκαφίδι κάτι που μου δώσανε οι νοικοκυρές για τα ρούχα τους και μ’έκαψε στα μάτια.

Στην αρχή την πίστευα αλλά μετά την άκουγα και στον ύπνο να σκούζει όσο κι αν προσπαθούσε να πνίξει το κλάμα της και πήγαινα χωνόμουνα στα σκεπάσματά της και της έλεγα ακόμα κρατάει εκείνο που σου δώσανε οι νοικοκυρές μάνα; Ακόμα;

Μ’έσφιγγε στην αγκαλιά της,έβαζε το πρόσωπό της στα μαλλιά μου και προσπαθούσε να σταματήσει το κλάμα.

Ήταν φορές που το πρωί ξύπναγα κι είχα τα μαλλιά μου μούσκεμα από τα δάκρυα.

Σηκωνόμουν και την έβλεπα να πλένει. Την κοίταζα από το παράθυρο που έπιανε την πλάκα το σαπούνι με τα δυο της χέρια και την πήγαινε πάνω κάτω στα άπλυτα με μανία.

Εκεί έβγαζε όλο της το άχτι για την ζωή της,για την τύχη της και για τον πατέρα. Μια μέρα πρωί ήταν που με ξύπνησαν οι φωνές της και σηκώθηκα.

Με την τσίμπλα στα μάτια πήγα στο παράθυρο και την είδα να χτυπάει την κοιλιά της και να λέει,όχι πάλι,όχι πάλι και δωσ’του με γροθιές να χτυπάει την κοιλιά.

Τα’χασα. Δεν είχα καλά καλά ξυπνήσει ακόμα και την βλέπω να τρέχει,πάει ανακάτεψε κάτι παλιοπράγματα που έφερνε ο πατέρας πότε πότε και τ’άφηνε σε μια γωνιά.

Τραβάει ένα σύρμα χοντρό από τον σωρό και το έβαλε στην φωτιά που έβραζε το νερό στο καζάνι για την μπουγάδα.

Το πύρωσε κάμποση ώρα,μετά μάζεψε το φουστάνι της κι άνοιξε τα πόδια της κι ήθελε να το χώσει μέσα της.

Μάνα φώναξα κι έτρεξα κοντά της. Δεν πρόλαβε να το βάλει και την ζεμάτισε το σύρμα το καμένο κι έχει τα σημάδια στα μπούτια της ακόμα και σήμερα. Μάνα φώναξα. Τι κάνεις εκεί;

Σκιάχτηκε και το πέταξε μακριά. Ντράπηκε κιόλας που την είδα. Τίποτα μου είπε. Τίποτα δεν κάνω. Άι πήγαινε να ξετσιμπλιαστείς και να ξυπνήσεις τ’αδέρφια σου να πάνε στο σχολειό.

Αν δεν μου πεις τι έκανες εκεί δεν θα πάω πουθενά της είπα. Άρχισε πάλι να χτυπάει με γροθιές την κοιλιά και να μου λέει με κλάματα πέντε θα είστε σε λίγο. Πέντε.

Πάλι την είχε γκαστρώσει ο πατέρας και δεν ήθελε να το γεννήσει. Πως θα μας τάιζε πέντε στόματα;

Δεν πειράζει μάνα της είπα. Για ένα στόμα παραπάνω θα βρεθεί φαΐ. Μια μπουκιά να βγάζουμε από το δικό μας πιάτο θα’χει κι αυτό το φαΐ του.

Πως θα το μεγαλώσω κόρη μου έλεγε κι έκλαιγε. Η σκάφη δεν θα με αφήσει να το κοιτάξω. Εγώ θα το κάνω της είπα,μόνο μην σκεφτείς να κάνεις ξανά κείνο που είδα.

Μην το χαλάσεις μάνα. Αμαρτία είναι.

Δώδεκα χρονών ήμουν και καταλάβαινα κάποια πράγματα από μισόλογα που άκουγα να λένε οι μεγάλες οι γυναίκες γιατί άμα πλησίαζα να ακούσω καλά,σταμάταγαν κι αλλάζανε κουβέντα.

Δεν το έκανε ξανά αλλά έκαψε τα μπούτια της με το σύρμα κι έπαθε μόλυσνη.

Στούμπαγα ψημένο τσόφλι από αυγό το έκανα σκόνη και ρίχναμε λίγο κάτουρο από το δικό μας να γίνει αλοιφή να το βάζει πάνω στο κάψιμο. Αν δεν είχα φωνάξει,θα το’χε βάλει στο πράμα της κι ίσως να πέθαινε κιόλας.

Το έκανε και το πέμπτο. Ένας παίδαρος τέσσερα κιλά είπε η μαμή αφού το πήρε στα χέρια της και το σήκωσε δυο τρεις φορές πάνω κάτω να υπολογίσει το βάρος.

Τέσσερα κιλά παιδί έκανες της είπε. Να σου ζήσει ο τρίτος σου γιος κι έχει κι ένα σημάδι στην φτέρνα που σημαίνει πως θα κάνει ταξίδια πολλά στη ζωή του.

Η μάνα γύρισε στην σκάφη,εγώ το φρόντιζα μαζί με τ’άλλα κι αυτός που το’σπειρε άφαντος για δύο χρόνια.

Λες να’χει πεθάνει ο πατέρας μάνα και δεν γύρισε ακόμα; Αφού ερχόταν μια φορά τον χρόνο και δυο που και που.
Λες να μην ξανά’ρθει μάνα; Ποτέ μη σώσει κι έρθει μου είπε και’γω γέλασα και μετά πήρα το σοβαρό μου κι είπα,θα μας λείψει και κείνο το πετεινάρι που έφερνε.

Γέλασε κι αυτή. Όταν γελούσε η μάνα μου ομόρφαινε όλος ο κόσμος. Μα δεν τον έβλεπα και πολύ συχνά όμορφο. Είχε χάσει το γέλιο της εδώ και πολλά χρόνια.

Τώρα τελευταία βλέπω την κυρά Νικόλαινα να έρχεται πολύ συχνά στο σπίτι μας και να πηγαίνει εκεί που πλένει κι όλο της λέει της λέει… Τι λέγανε δεν ήξερα.

Δεν μπορούσα και ν’ακούσω ήταν μακριά. Τούτες οι επισκέψεις κράτησαν κάνα δυο μήνες. Δυο μήνες πες και πες ήταν οι δυο τους. Η Νικόλαινα ήταν προξενήτρα μα δεν πήγαινε το μυαλό μου πως μου έφερνε προξενιά. Δώδεκα ήμουν.

Για ένα διάστημα δεν την έβλεπα να έρχεται και την ξέχασα,ώσπου την είδα ξανά. Πάει πάλι κοντά της κι άρχισε μπουρ μπουρ και μπουρ μπουρ. Η μάνα έπλενε και κείνη το χαβά της. Κάποια στιγμή την άκουσα να της λέει νευριασμένη,εγώ Νικόλαινα δεν έχω κόρη της παντρειάς. Ακούς; Και μην ξανάρθεις γιατί όχι θα σου λέω συνέχεια. Άντε στο καλό να μην χαλάσουμε και τις καρδιές μας.

Πάω και της λέω ποιος είναι μάνα κείνος που με θέλει; Μούγγα αυτή. Ποιος είναι της ξαναλέω; Ο μαστραπάς κόρη μου. Ο μαστραπάς σε θέλει σα δεν ντρέπεται μεγάλος άνθρωπος να ρίξει το βλέμμα του πάνω σου.

Θα του τα βγάλω τα μάτια έτσι και την ξαναστείλει. Ποιος ξέρει πόσα της έταξε κι αυτηνής κι έρχεται και ξανάρχεται. Ο μαστραπάς ήταν ένας πενηντάρης χήρος με τρεις γιους της παντρειάς αλλά κείνος γύρευε γυναίκα για λογαριασμό του. Ήταν από τους πλουσιότερους στην περιοχή.

Χτήματα είχε πολλά και τα γύρναγε με το μουλάρι όλη μέρα να βλέπει τους εργάτες που’χε στην δούλεψή του.

Στο σαμάρι του μουλαριού είχε κρεμασμένο ένα τσίγκινο μαστραπά κι όπου έβρισκε πηγή τον ξεκρέμαγε κι έπινε. Για τούτο τον λέγανε μαστραπά.

Του έπλενε και τα ρούχα του η μάνα κι έπαιρνε παράδες κι απ’αυτόν αλλά αν την ξανά έστελνε να μου φέρει τις ορέξεις του ήταν ικανή να μην του ξαναπλύνει.

Πατέρα δε είχαμε. Δεν είχε έρθει κάπου τέσσερα χρόνια αλλά η μάνα μας ήταν κέρβερος.

Μας προστάτευε σαν μάνα και σαν πατέρας. Ο μικρός ο αδερφός μας πατέρα δεν έλεγε. Αφού δεν την άκουγε αυτή την λέξη καθόλου. Και μεις σπάνια την λέγαμε.

Είπε κάνα δυο φορές εμείς δεν έχομε μπαμπά; Είναι μακριά του είπαμε και δεν μας ξαναρώτησε.

Δεν την έστειλε ξανά την Νικόλαινα ούτε και τα άπλυτα μας τα έφερε αυτός. Τα έφερνε ο γιος του ο μεγάλος. Ένα ομορφόπαιδο μ’ένα χαμόγελο φαρδύ φαρδύ γεμάτος καλοσύνη.

Σκέψεις πονηρές δεν έκανα,μικρή ήμουν ακόμα αλλά είπα πως θα ήθελα να ήταν ο μεγάλος μου αδερφός.

Όχι πως τα αδέρφια μου δεν ήταν καλά και όμορφα,αλλά να,άμα τον είδα το θέλησα νομίζοντας πως θα έχω μια προστασία σαν κι αυτή που δίνω εγώ ως μεγαλύτερη στα αδέρφια μου κι ως αντρική παρουσία μέσα στο σπίτι μας.

Εκείνος πήγε κοντά στην μάνα που είχε βάλει την μπουγάδα από νωρίς,την καλημέρισε,ακούμπησε τα άπλυτα κάτω και της είπε πως μέσα στον μπόγο ήταν και δέκα πλάκες σαπούνι.

Χάρισμα είπε γιατί τα ρούχα τους είναι καλοπλυμένα. Άλλος κανείς δεν το είχε κάνει και της φάνηκε πως της έκανε το καλύτερο δώρο.

Να’χεις την ευχή μου του είπε. Ανάγκη την έχω την ευχή σου γιατί ξέρεις πως δεν έχω μάνα και την χρειάζομαι μιας μάνας την ευχή. Θα σου την στέλνω κάθε μέρα παιδί μου με το καλό που μου έκανες.

Έφυγε αυτός κι ήρθε χαρούμενη σε μένα να μου πει πως έχομε δέκα πλάκες σαπούνι να κάνουμε τις δουλειές μας όλες. Τα πιάτα μας με κείνο τα πλέναμε και με κείνο λουζόμασταν.

Έκανε τον σταυρό της για τούτο το πεσκέσι. Να’ναι καλά έλεγε να του δίνει ο θεός όλα τα αγαθά του κόσμου.

Χάθηκε ο μαστραπάς και το χωριό αναστατώθηκε. Δεν είχε γυρίσει από τα χτήματα μια μέρα βροχερή με βροντές κι αστραπές.

Τον έψαχνε όλο το χωριό και δεν τον έβρισκε. Τα στερνά του ήταν γι’αυτό και επέμενε τόσο να με κάνει γυναίκα του.

Τον βρήκαν έπειτα από μέρες σε μια χαράδρα μέσα μαζί με το μουλάρι του.

Κεραυνός έπεσε πάνω του και τον έκαψε αυτόν και το ζωντανό του. Και σου το έλεγα αφεντικό μη φύγεις με τέτοιο καιρό μη σε βρει κάνα κακό,μα ξεροκέφαλος ήσουν του’λεγε ο επιστάτης του καθώς τον κουβάλαγε στην πλάτη του να τον βγάλει από την χαράδρα.

Έτσι χάθηκαν οι μαστραπάδες. Στον πάτο του γκρεμού έμεινε κι ο τσίγκινος κρεμασμένος στο σαμάρι.

Και να δεις που ήρθε μετά τα σαράντα του η προξενήτρα κι είπε της μάνας μ’ένα ύφος…αν τον έπαιρνε τώρα θα’χαν απομείνει τα μισά χτήματα δικά της.

Δεν πρόλαβε να σώσει την κουβέντα της κι ήρθε μια χούφτα νερό από τα άπλυτα στα μούτρα της. Έφυγε σαν την βρεγμένη γάτα και δεν την ξανάδαμε για πολύ καιρό.

Περνούσε απ’έξω και μας χαιρέταγε κι ανάλογα με το πως της απαντούσαμε θάρρευε.

Η ζωή μας συνεχίστηκε με την μάνα στη σκάφη και’γω να την βοηθάω που και που. Είχα άλλες δουλειές να κάνω.

Φρόντιζα το σπίτι και τ’αδέρφια μου ώσπου μια μέρα η δεύτερη είπε,η θα βοηθάς την μάνα εσύ και’γω το νοικοκυριό η το αντίθετο θα γένει αδερφή μα μεγάλωσα πια και μπορώ να προσφέρω. Αντίρρηση δεν σήκωνε κι ανάλαβε το νοικοκυριό και’γω με την μάνα πλέναμε.

Ανάσανε η καψερή με τα δικά μου χέρια και ξαλάφρωσε λίγο. Έτσι με είδε και με ξανά είδε πολλές φορές ο γιος του μαστραπά σαν έφερνε τα σκουτιά τους και πήρε την μάνα παράμερα και κουβέντιαζαν ώρα πολύ.

Έφυγε κι ήρθε μες την καλή χαρά σε μένα.

Τι λέγατε την ρώτησα. Θα σου πω σαν έρθει η ώρα μου είπε. Τι λέγατε μάνα,τώρα θέλω να μάθω και γιατί ήρθες γελώντας;

Άκου θυγατέρα μου να σου πω.

Άνοιξε η τύχη σου.

Ο γιος του μαστραπά μου είπε δυο κουβέντες αντρίκιες. Σε θέλει κόρη μου σε θέλει κι επειδή είσαι μικρή θα σε περιμένει να μεγαλώσεις. Τούτο θα’ναι το μυστικό μας.

Μόλις πάτησες τα δεκατρία και σε τρία χρόνια θα’ρθει να σε γυρέψει επίσημα. Αυτό μου είπε.

Από κείνη την μέρα άλλαξε η ζωή μας. Γέμισε το σπίτι μας χαρά και δεν την λέγαμε παρά έξω. Η μάνα σταμάτησε να πλένει.

Αρκετά της είχε πει κείνος που θα γινόταν γαμπρός της.

Θα πλένεις μόνο της φαμίλιας σου και τα δικά μας αν θέλεις. Και σεις φαμίλια μου θα γίνετε του είπε..

Αχάριστη δεν ήταν και κάθε φορά με τα άπλυτά του,μας έφερνε και τρόφιμα. Πότε το’να πότε τ’άλλο κι όταν αλέθανε τα καλαμπόκια τους και τα σιτάρια τους από ένα φόρτωμα μας ακούμπαγε στην αυλή μας και μοσχομύριζε ο τόπος άλεσμα.

Να τα δικαιολογήσουμε στον κόσμο να μην έχει να λέει ζυμώναμε και κείνος έρχονταν και έπαιρνε τα ψωμιά.

Φροντίζαμε το σπίτι τους από μακριά σε όλα και κείνος το δικό μας.

Δεν σήκωσε τα μάτια του ποτέ να με κοιτάξει πονηρά. Με σεβασμό με χαιρετούσε τρία χρόνια.

Η πόρτα μας χτύπησε ένα απόγευμα κι ήταν μια γυναίκα μαυροφόρα. Ποια είσαι συ της είπε η μάνα και κείνη έβαλε τα κλάματα κι έπεσε σιάδι αρπάζοντας τα χέρια της να τα φιλήσει.

Σχώρα με της έλεγε. Σχώρα με δεν το ήξερα.

Ήταν η άλλη γυναίκα του πατέρα μας. Δύο οικογένειες είχε στα κρυφά γι’αυτό εξαφανίστηκε τα τελευταία χρόνια.

Πεθαίνοντας έμαθε για την πρώτη του φαμίλια κι ήρθε να ζητήσει συγχώρεση που μας τον είχε πάρει.

Δεν το ήξερα έλεγε αλλιώς δεν θα τον έμπαζα στο σπίτι μου. Την πιστέψαμε και της είπαμε πως δεν φταίει αυτή που εκείνος ήταν ψεύτης,ούτε που μας αρνήθηκε.

Εμάς δεν μας έλειψε ποτέ παρά μόνο το πετεινάρι του. Σάμπως ήταν και ποτέ στο σπίτι μας; Μια ζωή έλειπε και τώρα μάθαμε που ήταν.

Έχω δυο παιδιά μαζί του έλεγε και πεθαίνοντας μου είπε πως έχει κι άλλα πέντε κι ήρθα να σας βρω να μου φύγει το βάρος.

Φεύγοντας μας είπε το χωριό της κι αν θα θέλαμε να πάμε στον τάφο του. Δεν θέλουμε της είπε η μάνα μας και να πας στο καλό και της έδωσε ένα σακουλάκι αλεύρι να ζυμώσει ψωμί για τα παιδιά της από κείνο που μας έφερνε και μας ο γιος του μαστραπά.

Είχα μπει στα δεκάξι κι ο γαμπρός δεν κρατιόταν άλλο. Τι λες μου είπε η μάνα,να τον κάνουμε τον γάμο;

Τα αδέρφια μου δεν ήξεραν τίποτα. Σαν θέλαμε κατά καιρούς να κουβεντιάσουμε κάτι οι δυο μας με έπαιρνε,ξεμακραίναμε και μιλάγαμε.

Τρία χρόνια το είχαμε κρατήσει το μυστικό καλά. Το ίδιο και κείνος όμως δεν το είχε πει στα δικά του αδέρφια.

Τα ρούχα έφερε μια μέρα και δεν ήταν κανένας στο σπίτι. Τα αγόρια έπαιζαν έξω στα σοκάκια κι η αδερφή μου κένταγε πέρα μακριά κάτω από τον ίσκιο της συκιάς την προίκα της.

Στα δεκατέσσερα και κείνη άρχιζε να ετοιμάζει τα κεντητά της. Μετά από σένα έχω σειρά μου’λεγε

Κατάλαβε πως ήμουν μόνη μου. Κοίτα με στα μάτια που θέλω να σου πω,και τον κοίταξα.

Με ρώτησε με σπασμένη φωνή από την συγκίνηση, είσαι έτοιμη να ανοίξουμε το δικό μας σπιτικό;

Χωρίς να χαμηλώσω το βλέμμα μου απάντησα ναι,είμαι. Κύλησαν δυο δάκρυα από τα μάτια του,άπλωσε τα χέρια του έπιασε το κεφάλι μου και με φίλησε στο μέτωπο.

Αργότερα έμαθα από τον ίδιο πως το φιλί αυτό του το έδινε η μάνα του λέγοντάς του πως φιλάει την ψυχή του.

Έχεις καλή ψυχή γιε μου του έλεγε και’γω σου την φιλάω. Να, εδώ στο μέτωπο είναι ανάμεσα από τα φρύδια σου.

Ήταν το πρώτο φιλί που μου έδωσε και μου είπε πρώτα θα σε σέβομαι και μετά όλα τα άλλα…. Όσο για τον πατέρα μου που έμαθα από την Νικόλαινα πως είχε σηκώσει τα μάτια του πάνω σε ένα παιδί,ο θεός τον τιμώρησε.

Προξενιό μου φέρνει συνέχεια κι ήρθε η ώρα να δούνε όλοι την γυναίκα που θα πάρω και που την διάλεξα μόνος μου.

Θα έρθω το βράδυ να σε γυρέψω επίσημα.

Και ήρθε! Και τι δεν μας έφερε.. Με γύρεψε μπροστά στα αδέρφια μου κι είπε πως από σήμερα είστε και δικά μου αδέρφια και θα σας φροντίζω ώσπου να μην με έχετε ανάγκη.

Μου πέρασε βέρα στο χέρι μου κι έβαλε και στο δικό του. Αύριο θα ξέρουν όλοι πως θα σε παντρευτώ.

Ο γάμος έγινε σε πέντε μήνες. Τον μαστραπά δεν τον πήρα αλλά το μαστραπάκι με έκανε την πιο ευτυχισμένη γυναίκα.

Η μάνα μου πια δεν έπλενε στη σκάφη.

Αφού ετοιμάζεις τα προικιά σου είπα στην δεύτερη μπορείς να αναλάβεις και την σκάφη της μάνας μας μα πέντε αλλαξιές ρούχα είναι. Μπορείς και κείνη γέλασε. Με χαρά αδερφή μου θα το κάνω. Με χαρά μεγάλη.

Ο άντρας μου είχε καλή ψυχή. Είχε δίκιο η μάνα του. Και’γω όταν γέννησα την πρώτη μας κόρη, είπα θα την πούμε σαν την μάνα σου. Έσκυψε και μου’δωσε κείνο το φιλί της ψυχής όπως η μάνα του σε κείνον.

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article