Ο Γιώργος από τα Ψαχνά Ευβοίας, φούρναρης στο επάγγελμα, έπαθε ξαφνικά βαριά θρόμβωση στα πόδια. Τα σκέλη του πρήστηκαν, μαύρισαν, και οι γιατροί στο νοσοκομείο της Χαλκίδας μίλησαν για ακρωτηριασμό. «Αν δεν κόψουμε τα πόδια, η γάγγραινα θα ανέβει και θα πεθάνεις», του είπαν.
Ο Γιώργος έπεσε σε απόγνωση. Ήταν μόλις σαράντα χρονών, με μικρά παιδιά. Το βράδυ, στο κρεβάτι του πόνου, θυμήθηκε ότι η θεία του πήγαινε συχνά στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου, στο Προκόπι. «Άγιε Γιάννη», ψιθύρισε, «αν με γλιτώσεις από το μαχαίρι, θα σου φτιάξω δώρο ένα ψωμί σαν εκείνα που έπλαθες στη Ρωσία, ζυμωμένο με δάκρυα ευγνωμοσύνης. Τρία μερόνυχτα του έταζε το ίδιο.
Την τρίτη νύχτα, ενώ νάρκωναν τον πόνο του με μορφίνη, είδε ένα όνειρο. Μπροστά του στεκόταν ένας λιγνός νέος, ξανθός, με λευκό χιτώνα και κόκκινη ζώνη. Κρατούσε ένα μικρό φτυάρι φούρνου. Τον κοίταξε χαμογελώντας: «Γιώργη, μη φοβάσαι. Εγώ είμαι ο Γιάννης, εκείνος που υπηρέτησε τον αφέντη του στη Ρωσία. Σήκω αύριο το πρωί. Θα ζυμώσεις ξανά. Μόνο, να μου φέρνεις κάθε χρόνο ένα καρβέλι στην εκκλησία μου όχι από τάμα, μα από αγάπη. Και πες στους γιατρούς να σε κοιτάξουν πάλι».
Το πρωί, οι νοσοκόμες βρήκαν τον Γιώργο καθισμένο. Τα πόδια του είχαν ξεπρηστεί. Το χρώμα τους είχε γίνει φυσιολογικό. Ο γιατρός έκανε υπέρηχο και έμεινε άναυδος: οι θρόμβοι είχαν εξαφανιστεί χωρίς κανένα φάρμακο. «Είναι ιατρικό αίνιγμα», είπε.
Ο Γιώργος βγήκε την ίδια μέρα από το νοσοκομείο. Πήγε με τα πόδια του στο Προκόπι, ζύμωσε μόνος του ένα καρβέλι και το άφησε στην καντήλα του Αγίου. Από τότε, κάθε χρόνο, στα θυρανοίξια της μνήμης του (27 Μαΐου), φέρνει ζεστό ψωμί. Και λέει στους προσκυνητές: «Ο Άγιος Ιωάννης δεν παίρνει λεφτά. Παίρνει ζύμη που βγαίνει από τα ίδια σου τα χέρια. Γιατί κι εκείνος σκλάβος ήταν, κι εμάς τους φουρνάρηδες μας αγαπάει».
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος