Η ταινία “Citizen Vigilante” και η σχέση της με την ελληνική πραγματικότητα και το άρθρο 120Σ

mike
By
10 Views
8 Min Read

«Το κάνω αυτό για εσάς μέχρι να μάθετε να το κάνετε μόνοι σας», λέει ο Αμερικανός πρωταγωνιστής του Citizen Vigilante στους Ευρωπαίους που προστατεύει.
Η φράση μένει, γιατί αγγίζει ένα θέμα που ξεπερνά την ίδια την ταινία. Πόσο ελεύθερος παραμένει ένας λαός όταν έχει συνηθίσει να αναθέτει τα πάντα στο κράτος; Και πόσο εύκολα μετατρέπεται ο πολίτης σε παθητικό θεατή, όταν παύει να πιστεύει ότι έχει προσωπική ευθύνη για την ελευθερία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του;
Η επιλογή ενός Αμερικανού ως ήρωα της πλοκής δεν μοιάζει τυχαία καθώς ο χαρακτήρας της ταινίας προέρχεται από μια πολιτική παράδοση όπου το κράτος αντιμετωπίζεται με καχυποψία όταν ξεπερνά τα όριά του. Εκεί ο πολίτης δεν θεωρείται απλώς κάποιος που περιμένει προστασία από την εξουσία, αλλά πρόσωπο με ευθύνη, κρίση και δικαίωμα να σταθεί απέναντι στην αυθαιρεσία.
Στην Ευρώπη, και ακόμα συχνότερα στην Ελλάδα, έχει καλλιεργηθεί μια διαφορετική νοοτροπία. Ο πολίτης μαθαίνει να περιμένει τα πάντα από το κράτος, να προσαρμόζεται στις αποφάσεις του, να υπομένει την αδικία ως κάτι αναπόφευκτο και να θεωρεί σχεδόν επικίνδυνη κάθε προσωπική αντίδραση. Η αδράνεια βαφτίζεται πολλές φορές «σύνεση», η υποχώρηση παρουσιάζεται ως «υπευθυνότητα» και η υπακοή περνά για θεσμική ωριμότητα, ακόμη κι όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν να υπηρετήσουν το κοινό καλό.
Η ελληνική ιστορία όμως δεν γεννήθηκε μέσα από τέτοιες στάσεις και συμπεριφορές. Το 1821 δεν ξεκίνησε από ανθρώπους που περίμεναν άδεια από κάποιους ανώτερους και η εθνική μας διαδρομή γράφτηκε από πρόσωπα και κοινότητες που ανέλαβαν κόστος, πολλές φορές απέναντι σε ισχυρότερες δυνάμεις και σε συνθήκες όπου η λογική της εποχής τους έλεγε να σωπάσουν.
Η ίδια αντίληψη υπάρχει και στο ίδιο το Σύνταγμα. Το άρθρο 120 παράγραφος 4 αναφέρει ότι η τήρηση του Συντάγματος «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», οι οποίοι έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αντιστέκονται όταν επιχειρείται η βίαιη κατάλυσή του. Πρόκειται για μια υπενθύμιση, ότι η Δημοκρατία δεν φυλάσσεται μόνο από θεσμούς και υπηρεσίες αλλά και από πολίτες που δεν έχουν χάσει τη συνείδησή τους.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά με την αμερικανική εμπειρία. Η Αμερική ανέπτυξε την ιδέα του ένοπλου, αυτάρκη πολίτη ως αντίβαρο στην κρατική εξουσία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει μηχανικά αυτό το μοντέλο, έχει τη δική της παράδοση αντίστασης, που περνά μέσα από την οικογένεια, την κοινότητα, την πίστη, την εθνική μνήμη και τον συνταγματικό πατριωτισμό. Το ζητούμενο δεν είναι η αυθαιρεσία του καθενός, αλλά η αναγέννηση του υπεύθυνου πολίτη που ξέρει ότι η ελευθερία δεν επιβιώνει με φόβο, ατομισμό και σιωπή.
Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για θεωρητικές συζητήσεις. Ο πολίτης βρίσκεται καθημερινά απέναντι σε ένα κράτος που συχνά εμφανίζεται σκληρό με τους αδύναμους και διστακτικό απέναντι στους ισχυρούς. Βλέπει θεσμούς να επικαλούνται τη νομιμότητα, χωρίς πάντα να πείθουν ότι υπηρετούν τη δικαιοσύνη. Ζει την ανασφάλεια στις γειτονιές, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την πίεση στην οικογένεια, την αμφισβήτηση της εθνικής ταυτότητας και την απαξίωση της πίστης και της παράδοσης. Κι ενώ όλα αυτά συσσωρεύονται, του ζητούν συνήθως να κάνει υπομονή, να δείξει εμπιστοσύνη και να αποδεχθεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα».
Η υπομονή όμως δεν μπορεί να γίνεται μόνιμη πολιτική στάση, γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ψυχραιμία και την παραίτηση, όπως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον σεβασμό των νόμων και στην τυφλή αποδοχή κάθε απόφασης που έρχεται από μια κλειστή κάστα ελίτ. Μια κοινωνία που μαθαίνει να μην αντιδρά, που δεν υπερασπίζεται τα παιδιά της, τα σύνορά της, την πίστη της, την ελευθερία του λόγου και την αξιοπρέπεια της οικογένειας, χάνει σιγά σιγά την ικανότητα να ορίζει η ίδια το μέλλον της.
Το Citizen Vigilante ενοχλεί επειδή θυμίζει αυτό που η Ευρώπη, και μαζί της η Ελλάδα, μοιάζει να έχουν χάσει, τον πολίτη δηλαδή που αναλαμβάνει την ευθύνη και δεν περιμένει από έναν απρόσωπο μηχανισμό να διορθώσει όσα ο ίδιος άφησε να σαπίσουν. Η ταινία είναι μεν αμερικανική, αλλά το ερώτημα μάς αφορά άμεσα, γιατί πρέπει να δούμε αν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πρόθυμοι να σταθούν απέναντι στην παρακμή ή αν έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στην ανάθεση ώστε κάθε σοβαρή αντίδραση να μας φαίνεται ξένη.
Η Ελλάδα δεν γεννήθηκε από παθητική υπακοή στις περιστάσεις, αλλά από ανθρώπους που πήραν πάνω τους το κόστος της ελευθερίας, από το 1821 μέχρι τις μεγάλες στιγμές εθνικής αντίστασης. Αυτό δεν σημαίνει περιφρόνηση της έννομης τάξης ούτε δικαίωση της βίας, σημαίνει όμως ότι η νομιμότητα χωρίς δικαιοσύνη, οι θεσμοί χωρίς ήθος και το κράτος χωρίς σεβασμό στον πολίτη δεν αρκούν για να κρατήσουν μια κοινωνία ελεύθερη.
Η ταινία, με τον δικό της έντονο τρόπο, μας αναγκάζει να ξαναδούμε τι σημαίνει ελεύθερος πολίτης. Όχι με την έννοια του βίαιου ή ανεξέλεγκτου ανθρώπου, αλλά του ανθρώπου που έχει συνείδηση, πίστη, ευθύνη και θάρρος. Η Ευρώπη δείχνει συχνά κουρασμένη από την ίδια της την ευκολία, όμως η Ελλάδα δεν έχει το δικαίωμα να ξεχάσει ότι γεννήθηκε μέσα από αντίσταση, θυσία και άρνηση υποταγής.
Αν η παρακμή προχωρά επειδή πολλοί έμαθαν να σωπαίνουν, η αρχή της αναστροφής της βρίσκεται στον άνθρωπο που ξαναστέκεται όρθιος, στην οικογένεια που δεν παραδίδεται και στην κοινότητα που αποφασίζει να υπερασπιστεί όσα την κρατούν ελεύθερη.

Η ιστορία κάνει κύκλους και πολλές φορές οι κοινωνίες περνούν από την ακμή στην παρακμή σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν, μέχρι να έρθει ένα μεγάλο γεγονός, ένας πόλεμος, μια κρίση, μια εθνική δοκιμασία ή μια πνευματική αφύπνιση που τις ταρακουνά και τις αναγκάζει να θυμηθούν τι άφησαν πίσω τους.
Δεν ζούμε κάτι εντελώς πρωτόγνωρο ως προς την ουσία, γιατί και άλλοι άνθρωποι σε άλλες εποχές είδαν θεσμούς να χαλαρώνουν, οικογένειες να διαλύονται, πίστη να αδυνατίζει και πατρίδες να χάνουν την εσωτερική τους συνοχή, μόνο που σήμερα όλα αυτά συμβαίνουν με τρομακτική ταχύτητα, επειδή η τεχνολογία και τα social media δεν μεταφέρουν απλώς την παρακμή, τη ντύνουν όμορφα, τη διαφημίζουν, την κάνουν μόδα και την περνούν καθημερινά μέσα στο μυαλό των ανθρώπων σαν κάτι φυσιολογικό.
Γι’ αυτό η εποχή μας είναι πιο δύσκολη, όχι επειδή οι άνθρωποι παλιά ήταν αναγκαστικά καλύτεροι, αλλά επειδή σήμερα ο άνθρωπος έχει απέναντί του έναν μηχανισμό που δουλεύει ασταμάτητα, του αποσπά την προσοχή, του διαλύει τη συγκέντρωση, του αλλάζει τις επιθυμίες και σιγά σιγά τον αποκόπτει από την οικογένεια, την πίστη, την πατρίδα και την ίδια του την ψυχή.
Παρόλα αυτά, το παιχνίδι δεν χάνεται όσο υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν, καταλαβαίνουν και δεν παραδίνονται, γιατί η αντίσταση δεν αρχίζει πάντα από μεγάλα κινήματα και μεγάλες αποφάσεις, αλλά από το σπίτι, από την ανατροφή, από το παράδειγμα, από τη σοβαρότητα με την οποία ζει κανείς και από την επιμονή να κρατήσει μέσα του αυτά που έχουν πραγματική αξία.

Δημήτρης Σωτηρίου

facebook.com/dimitris17sotiriou

add
TAGGED:
Share This Article