Ὁ Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός καὶ ἡ ζωντανή εἰκόνα τῆς Παναγίας Παντάνασσας

mike
By
12 Views
6 Min Read

Ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία ἔδωσαν στὸν Γέροντα Ἰωσὴφ δύο Κύπριοι ἡλικιωμένοι μοναχοὶ στὴν Νέα Σκήτη καὶ ὁ ἴδιος τὴν ὀνόμασε «Παντάνασσα». Τὰ φωτοστέφανα τὰ πρόσθεσε ὁ Γέροντας μὲ σχέδιο τοῦ Φώτη Κόντογλου. Τὴν εἰκόνα αὐτὴ εἶχε πάντοτε μαζί του ὁ Γέροντας σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησε. Ὅταν δὲ ὁ ἴδιος ἦλθε στὴν Ι. Μ. Βατοπαιδίου τὴν ἔδωσε νὰ τοποθετηθεῖ στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς.

 Γέροντας Ἰωσήφ Βατοπαιδινός πρὶν τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Γέροντός του (Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστή), εἶχε γιὰ παρηγοριά του μία θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίαςἀλλάὅταν τοῦ τὴν ζήτησε  πνευματικὸς ἀδελφός του Ἐφραίμτοῦ τὴν ἔδωσε μὲ χαράἀφοῦ πάντοτε πρὸς ὅλους ἦταν γεμάτος ἀγάπη. Χάνοντας ὅμως μία τέτοια εὐλογία ἦταν καὶ λυπημένος, ἀφοῦ δὲν εἶχε πλέον τὴν μεγάλη παρηγοριά της. Ἡ Παναγία μας ὅμως δὲν ἄργησε νὰ τὸν ἐπιβραβεύσει μὲ νέα μεγάλη εὐλογία. Τὸν Μάϊο τοῦ 1960 ἔγραφε: «Πέτυχα μὲ μεγάλην μου χαρὰν μίαν εἰκονίτσα τῆς Παναγίας μας πολὺ παλαιάν, μὲ μεγάλην ἱστορίαν καὶ θαύματα, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ συγκρατήσω τὴν χαράν μου. Ὅλοι οἱ δικοί μας ποὺ τὴν εἶδαν ἔμειναν κατενθουσιασμένοι. Πρὸς τοῖς ἄλλοις χαρίσμασι ὅπου ἔχει, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν ζωντανή, εὐωδιάζει ὁλόκληρη κατὰ φύσιν, ὄχι ἐκ προσθήκης ἐξωτερικῶν ἀρωμάτων» (Ἀπό ἐπιστολὴ πρὸς Παντελεήμονα μοναχό, Νέα Σκήτη, 15 Μαΐου 1960).

Ἡ Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, στὴν ὁποία παρέμενε ὁ Γέροντας στὴν Νέα Σκήτη ἦταν γειτονικὴ μὲ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Κύπριοι Γέροντες Παρθένιος καὶ Συμεών. Αὐτοί, ὅταν ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν εὐλαβής καὶ ἀγωνιστής, ἔκριναν σκόπιμο νὰ τοῦ ἐμπιστευθοῦν τὴν εἰκόνα αὐτὴ ποὺ ἀπεικόνιζε τὴν Παναγία ἔνθρονη μὲ ἀγγέλους. Εἶχε περιέλθει σε αὐτοὺς διαδοχικὰ ἀπὸ τοὺς Γέροντές τους ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία.

Ὁ Γέροντας γράφει στὸν π. Παντελεήμονα ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ ἡ εἰκόνα ἔδειξε ἐνώπιόν του σὲ κάποιον νέο: «Σ’ αὐτὸν ἔκαμε ἕνα θαῦμα φοβερὸν ἡ εἰκονίτσα τῆς Παναγίας μας ὅπου σοῦ ἔγραψα πὼς ἔχω καὶ εἶναι θαυματουργός. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σοῦ γράψω ἀκόμη πολλά, ἀλλ᾽ ἴσως εἰς τὸ θαῦμα αὐτὸ θὰ ὀφείλεται ἡ ἀλλοίωσις τοῦ νέου, γιατὶ τὸ πρόβλημά του ἦτο δύσκολον πολύ… Δὲν ξεχνῶ ὅμως τὸ θαῦμα τῆς Κυρίας μας ποὺ συνέβη μπροστὰ στὰ μάτια μου καὶ μὲ συνεκίνησε ὁλόκληρον ἀλλὰ καὶ ἡ εὐωδία της ὅσο προβαίνει γίνεται περισσοτέρα» (Ἐπιστολὴ πρὸς Παντελεήμονα μοναχό, Νέα Σκήτη, Κυριακὴ Ἁγιορειτῶν Πατέρων 1960).

Γιὰ τὸν νέο αὐτὸν μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ Γέροντας ὅτι, ὅταν πῆγε νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα, ὅπως τὴν εἶχε ἀναρτημένη στὸ ναὸ τῆς Καλύβης του, λίγα βήματα πρὶν ἔλθει μπροστά της, ἀκούστηκε κρότος, ἕνα δυνατὸ φῶς σὰν ἥλιος τὸν ἀκούμπησε στὸ στῆθος καὶ ὁ νέος ἔπεσε κάτω. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ νέος συνετρίβη ἐσωτερικά. Μὲ τὶς νουθεσίες τοῦ Γέροντος μετανόησε καὶ ὁμολόγησε ὅτι ἀσχολεῖτο μὲ τὴν μαγεία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη ἐνώπιον τοῦ Γέροντος.

Τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ τὸ 1963 ἔγραφε στὸν π. Παντελεήμονα: «Ἐδῶ εἶχα τώρα τὸ Πάσχα καὶ ἕναν Κύπριον ἐγκατεστημένον στὴν Ἀγγλίαν, πολὺ καλὸν καὶ εὐσεβέστατον ἄνθρωπον. Γνωρίζει τὸν παπα-Σωφρόνιον [τὸν γνωστὸ Ἅγιο τῶν ἡμερῶν μας στὸ Ἔσσεξ] καὶ πηγαίνει συχνὰ στὸ Μοναστηράκι του, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένεια. Σὲ αὐτὸν ἔχει κάμει ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ μας ἕνα πολὺ μεγάλο θαῦμα καὶ τὸν ἔστρεψεν δωρεὰν ἀπὸ τὴν ἀγνωσίαν καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν βίον. Ἡ γυναίκα του εἶναι Ἀγγλίδα, ἀλλὰ τὴν βάπτισε καὶ ἔτυχε νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ εὐλογημένη σκεῦος ἐκλεκτόν, καὶ ἀμιλλοῦνται μεταξύ τους στὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν προθυμίαν. Δὲν πίστευα ποτέ μου νὰ δῶ ἢ νὰ ἀκούσω τόσην Χάριν καὶ εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ μας σὲ τέτοιους τόπους καὶ καιρούς, καὶ ὅμως “χρηστὸς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ” (Βλ. Ψαλμ. 85,5).

»Τὸν πῆγα, λοιπόν, στὴν ἐκκλησία μας, τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, καὶ τὸν ἄφησα ἐκεῖ νὰ προσκυνήσῃ καὶ νὰ προσευχηθῇ, καὶ ἔφυγα. Τοῦ εἶπα σχετικὰ γιὰ τὴν Παναγία μας, ὅτι ἐδῶ σὲ μᾶς τοὺς Ἁγιορεῖτες εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερον. Σὲ λίγο ἦλθε κάτω καὶ μᾶς βρῆκε στὸ ἐργαστήρι ὅπου ἤμουν μὲ τὸν παπα-Ιωάσαφ, ποὺ ἔτυχε τότε νὰ ἦταν κοντά μου. Ἦταν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Τὸν εἶδα λίγο ταραγμένον καὶ τὸν ρωτήσαμε τί ἔχει. Τὸ ὄνομά του εἶναι Ὀδυσσέας.

Μᾶς εἶπε τὸ ἑξῆς: “Θέλησα νὰ πάρω λίγο λάδι μὲ τὸ δάκτυλό μου ἀπὸ τὸ κανδήλι τῆς Παναγίας νὰ χρίσω τὸ μέτωπό μου καὶ πῆρα. Ὕστερα, λέγει, πρὶν ἀλειφθῶ εἶπα νὰ βάλω πρῶτα μετάνοιες καὶ ὕστερα, καὶ ἔτσι ἔκαμα. Ὅταν λοιπὸν σηκώθηκα καὶ ἔβλεπα τὴν Παναγίαν μας πολὺ κοντὰ στὸ κανδηλάκι της, ἔξαφνα ἄναψε μόνο του τὸ κανδηλάκι, ἐνῶ ἦταν σβηστὸ ἀπὸ πρωτύτερα. Καὶ γι’ αὐτὸ εἶμαι σὰν τρομαγμένος, παρ’ ὅλον ποὺ εἶμαι γεμάτος χαρά”. Πῆρε ὕστερα φωτογραφίες ἔγχρωμες καὶ μαῦρες μὲ πολλὴν εὐλάβειαν καὶ ἂν πετύχουν θὰ μᾶς στείλῃ, εἶπε. Τέλος, αὐτά».

Ἐπίσης, σ’ ἕναν καρκινοπαθῆ, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ τελευταῖα στάδια τῆς ἀσθένειάς του καὶ ἀνθρωπίνως δὲν εἶχε ἐλπίδα, ἀφαίρεσε ἐντελῶς τὸν καρκίνο. Αὐτὸς μὲ δυσκολία εἶχε ἔλθει στὴν Καλύβη μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του καὶ ἀγκάλιασε τὴν εἰκόνα Της μὲ δάκρυα καὶ προσευχήθηκε μὲ περισσὴ εὐλάβεια.

Αὐτὲς ἦταν οἱ πρῶτες ἐμπειρίες τοῦ Γέροντος, ποὺ εἶδε προσωπικά τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Παναγίας νὰ θαυματουργεῖ καὶ νὰ ἐπαληθεύονται τὰ λόγια τῶν Γερόντων ποὺ τοῦ τὴν ἔδωσαν ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη. Τὰ θαύματα τῆς ἁγίας αὐτῆς εἰκόνας, ἡ ὁποία ἀργότερα όνομάστηκε Παντάνασσα, συνεχίσθηκαν καὶ συνεχίζονται ἀσταμάτητα μέχρι τὶς ἡμέρες μας ποὺ βρίσκεται στὴν Μονή Βατοπαιδίου καὶ θαυματουργεῖ σὲ ὅσους μὲ πόθο ζητοῦν τὴν ἀντίληψή Της.

Πηγή: «Γέρων Ἰωσὴφ Βατοπαιδινός [1.7.1921 1.7.2009]», Ἁρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπαιδινοῦ, ἐκδ. Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, σέλ.185-187

Συντάκτης

filippiaven

add
TAGGED:
Share This Article