Πέντε το απόγευμα, και σκέφτηκε πως είναι ώρα για καφέ! Έκλεισε ένα φάκελο που μελετούσε κι αποφάσισε πως δεν θα αναλάβει την υπόθεση. Θα τηλεφωνήσει να του το πει.
Δεν την ενδιαφέρει αν δεν μπουν στον λογαριασμό της κάποιες ακόμα χιλιάδες ευρώ.
Είχε δώσει υπόσχεση στον πατέρα της, δικηγόρος και κείνος όπως κι αυτή, πως δεν θα αναλαμβάνει υποθέσεις βιασμού ανηλίκων ως υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Ήταν πολύ καλή στη δουλειά της, και δεν ήθελε να αθωώνει η να μειώνει την ποινή των πράξεών τους. Όχι εκείνη.
Όχι. Ας πάρει την υπόθεση άλλος είπε μεγαλόφωνα. Ας την δώσει αλλού ,κι έκλεισε τον φάκελο αναστενάζοντας σκεπτόμενη το δωδεκάχρονο κορίτσι.
Είχε ένα όριο στις υποθέσεις της, γι αυτό και ήταν αγαπητή. Στην συγκεκριμένη υπόθεση πολύ θα ήθελε να ήταν με το θύμα. Αλλά την είχε αναλάβει ένας εξίσου ικανός συνάδελφος. Σηκώθηκε από την καρέκλα της, και πλησίασε στο παράθυρο.
Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη.
Ο κόσμος έξω είχε πετάξει από πάνω του τα χειμωνιάτικα και είχε ντυθεί με τα ανοιξιάτικά του. Πρέπει να πάω στα μαγαζιά να ψωνίσω. Τα ρούχα μου τα περσινά ανοιξιάτικα δεν μου κάνουν. Επιτέλους, έχασα τα κιλά που ήθελα.
Τώρα είμαι αδύνατη, αλλά δεν με νοιάζει είπε και γέλασε ικανοποιημένη από την προσπάθειά της. Δεν είναι και λίγα δέκα κιλά. Όμως δεν θα χάσω άλλα.
Δεν της φαινόταν, γιατί είχε ύψος, αλλά τα ένιωθε πάνω της και την ενοχλούσαν. Τέλος για σήμερα είπε στην γραμματέα της. Φεύγω και δεν ξανάρχομαι μετά τον καφέ μου.
Ραντεβού είχε με μια παλιά της φίλη και συμμαθήτρια που είχαν χαθεί το τελευταίο διάστημα.
Την συνάντησε τυχαία στο σουπερμάρκετ.
Χαρήκανε που βρεθήκανε και δώσανε ραντεβού για σήμερα πέντε και μισή το απόγευμα, στο καφέ απέναντι από το γραφείο της.
Από το παράθυρο την είδε που μπήκε.
Χαιρέτησε την Μαίρη την γραμματέα της κι έφυγε με χαρούμενη διάθεση. Η άνοιξη βλέπεις…
Τρεις ώρες τα λέγανε με την Φαίη. Και τι δεν είπανε. Και τι δεν θυμηθήκανε. Η Φαίη είχε παντρευτεί τον έρωτα της ζωής της, και περνούσε όμορφα μέσα στον γάμο της.
Είχε αποκτήσει και μια κόρη, η οποία ήταν δέκα χρονών τώρα. Στα εικοσιπέντε της είχε ήδη γίνει μητέρα και δεν το μετάνιωσε ποτέ. Το αντίθετο. Μετάνιωσε που δεν έκανε και δεύτερο, πράγμα που το έβρισκε λίγο αργά για να το κάνει τώρα.
Έλα, της είπε η Θάλεια. Δεν είναι αργά και τώρα; Τι να πω και γω, που θα ήθελα να είχα οικογένεια, αλλά δεν τα κατάφερα ακόμα. Δηλαδή μου λες πως στα τριανταπέντε μου είναι αργά; Μην ξεχνάς πως έχομε την ίδια ηλικία.
Γέλασε η Φαίη. Όχι. Δεν είναι αργά για σένα, αλλά για μένα που άφησα χρόνια και δεν θέλω να μπω ξανά στην διαδικασία αυτή.
Αλήθεια, τι γίνεται με σένα; Δεν υπάρχει κάτι;
Τι έγινε με τον Τόλη; Με αυτόν σε ήξερα. Μετά χαθήκαμε. Άλλαξα πόλη, και να που τα ξαναλέμε. Γυρίσαμε πλέον και δεν ξαναφεύγουμε. Ο Τόλης ε; Χωρίσαμε.
Παραμελήσαμε την σχέση να χτίσουμε καριέρα. Κι όταν την χτίσαμε είχε γκρεμιστεί η σχέση. Έφυγε. Δεν είναι εδώ στην πόλη μας και δεν ξέρω που βρίσκεται. Δεν έχω νέα του, παρόλο που χωρίσαμε φιλικά. Ας είναι καλά!
Έχω την εντύπωση όμως πως αυτή η σχέση δεν τελείωσε Φαίη. Δεν τελείωσε της είπε και γέλασε.
Μιλήσανε για τις παλιές τους συμμαθήτριες ,και θυμηθήκανε πως κάποια έχει μια φωτογραφία με όλες της τάξης τους.
Εγώ την έχω της είπε η Θάλεια. Εγώ, κι αν θέλεις να την δεις να σου την φέρω την επόμενη φορά που θα βρεθούμε.
Θα το ήθελα πολύ.
Ναι. Να την φέρεις να τη δω. Να μας δω όλες.
Χτύπησε το τηλέφωνο, κι η Φαίη είπε πως πρέπει να φύγει. Ο άντρας της θα μείνει στην υπηρεσία του μέχρι αργά, και πρέπει να πάει να πάρει την κόρη τους από το φροντιστήριο.
Θα τηλεφωνηθούμε της είπε. Δεν θα χαθούμε, κι έφυγε. Μελαγχόλησε η Θάλεια.
Λίγο η οικογένεια που δεν είχε, λίγο η χαρά της φίλης της καθώς μιλούσε για τον άντρα της, λίγο ο Τόλης, την κάνανε και μελαγχόλησε.
Το βράδυ που χωρίσανε, της είπε, ας κάνουμε μια νέα αρχή. Ας μην την τελειώσουμε την σχέση μας.
Σ’ αγαπάω! Και κείνη τον αγαπούσε. Απλά αφήσανε τον έρωτα σε δεύτερη μοίρα, και χάθηκε. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα να παντρευτούνε. Εκείνη δεν ήθελε. Ο πατέρας της πεθαίνοντας, της άφησε το γραφείο του, και κείνη ήθελε να το κρατήσει. Μην χαθεί η πελατεία τους. Η πελατεία δεν χάθηκε, μα έχασε τον Τόλη.
Πήγε στο σπίτι της, κι η μελαγχολία δεν έφυγε.
Πέταξε τα ρούχα της, στον καναπέ και μπήκε στο μπάνιο. Άφησε το νερό να τρέχει κρύο στο κορμί της, να διώξει την κακή της διάθεση. Να διώξει την μελαγχολία και πέτυχε.
Κάπου το είχε διαβάσει και να που τελικά έχει μια δόση αλήθειας. Φόρεσε το μπουρνούζι της, πήρε τα πεταμένα ρούχα από τον καναπέ, και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.
Έψαξε για την φωτογραφία που υποσχέθηκε να δώσει στην Φαίη, και καθώς τις σκάλιζε, βρήκε κάποια που ήταν με τον Τόλη. Την πήρε στα χέρια της, την κοίταξε με νοσταλγία, και χαμογέλασε θλιμμένα. Πάλι; Πάλι ήρθες μελαγχολία μου;
Δεν ξαναμπαίνω στο κρύο νερό είπε, και χάιδεψε με τα δάχτυλά της, τα μαλλιά του. Ύστερα την άφησε μέσα στο συρτάρι και συνέχισε να ψάχνει εκείνη με τις συμμαθήτριές της.
Την βρήκε. Όλες μαζί. Που να είναι η κάθε μια τους; Άραγε είναι ευτυχισμένες; Πετύχανε τους στόχους τους; Κάνανε οικογένεια;
Ποιος ξέρει; Κάποτε είχαν συναντηθεί. Πάνε χρόνια από τότε,κι ούτε ξαναβρέθηκαν. Αχ αυτή η ζωή…
Κι όμως, όλες τις θυμάται σαν χθες. Όλες. Έβαλε την φωτογραφία στο κομοδίνο, να την βλέπει, να μην την ξεχάσει ώσπου να την δώσει στην Φαίη. Άνοιξε ένα περιοδικό με ρούχα.
Κοίταξε την νέα ανοιξιάτικη κολεξιόν. Τίποτα δεν της άρεσε από το περιοδικό. Θα πάω στα μαγαζιά είπε. Μάλλον, όχι στα, στο μαγαζί που ψωνίζω χρόνια τώρα και βρίσκω αυτό που θέλω. Κοίταξε την ώρα. Είχε πάει δέκα το βράδυ.
Έβγαλε το μπουρνούζι της, φόρεσε τις πιτζάμες, κι άνοιξε την τηλεόραση να χαζέψει. Νωρίς είναι ακόμα για ύπνο είπε, και σηκώθηκε να βάλει ένα ποτό. Έβαλε το αγαπημένο της λικέρ!
Πικραμύγδαλο με ένα παγάκι!
Το έφερε στο στόμα της, λέγοντας εβίβα Θάλεια. Το ήπιε με δυο γουλιές. Το παγάκι έμεινε ολόκληρο. Σηκώθηκε, κι έβαλε και δεύτερο, μα αυτή την φορά το απόλαυσε. Δεν βιάστηκε να το πιει. Η τηλεόραση δεν είχε κάτι που να την ενδιαφέρει.
Την έκλεισε και πήρε ένα βιβλίο να διαβάσει. Ένα μήνα έχει που το ξεκίνησε και βρίσκεται ακόμα στην σελίδα εξήντα.
Απόψε έφτασε μέχρι το ογδόντα. Άντε Θάλεια, ύπνο τώρα. Γύρισε μπρούμυτα κι αποκοιμήθηκε έχοντας στο μυαλό της, το βράδυ που χωρίσανε με τον Τόλη.
Να ανέβω πάνω της είχε πει για ένα τελευταίο ποτό; Και κείνη, καληνύχτα Τόλη. Τελειώσαμε. Δεν μένανε μαζί. Ο κάθε ένας στο σπίτι του έμενε, κι ας της το είχε ζητήσει πολλές φορές.
Ξύπνησε με χαρούμενη διάθεση. Ίσως γιατί ήταν Σάββατο και δεν είχε πολλά ραντεβού.
Πήγε στο γραφείο, καλημέρισε την Μαίρη, η οποία πάντα όμορφη και δροσερή! Είκοσι χρονών βλέπεις, και ικανότατη γραμματέας! Είχαν μια όμορφη σχέση οι δυο τους. Η Θάλεια ήταν φιλική εργοδότης, κι η Μαίρη το εκτιμούσε αυτό.
Ποτέ δεν ξέχασε πόσο την βοήθησε όταν πήγε να δουλέψει κοντά της. Ποτέ δεν ξέχασε πως όταν έκλεισε μήνα στην δουλειά, και την πλήρωσε, ο μισθός ήταν διπλός.
Για τις επιπλέον ώρες που δούλεψες, της είπε. Κι ας μην της το ζήτησε Από μόνη της έμενε. Να μην αφήνει εκκρεμότητες σαν πρωτάρα. Ποτέ δεν το ξέχασε, και πάντα η Θάλεια της κάνει τα δωράκια της. Πάντα.
Μαίρη τι πρόγραμμα έχομε σήμερα; Δύο ραντεβού μόνο κι ύστερα είσαι ελεύθερη. Δεν ήθελε πληθυντικό και δεν της άρεσε να κρατάει σε απόσταση τους συνεργάτες της.
Πρώτο ραντεβού στις δέκα και δεύτερο στις έντεκα. Κι ένα τηλέφωνο από την Φαίη, κι είπε να την πάρεις όταν μπορέσεις. Δώδεκα και μισή την καλεί. Αν δεν έχεις κανονίσει κάτι της είπε, αύριο το μεσημέρι τρώμε μαζί στο σπίτι μου.
Πες μου τι ώρα και θα’ μαι εκεί. Θα φάμε στις δύο. Οκ. Θα φέρω τα γλυκά και το κρασί! Μόνο γλυκά. Το κρασί θα το φέρει ένας συνάδελφος του άντρα μου της είπε.
Μαίρη φεύγω. Πάω για ψώνια. Μπορείς να φύγεις και συ. Στις δύο Θάλεια. Στις δύο θα φύγω και γω.
Πέρασε από το μαγαζί που ψώνιζε τα ρούχα της, κι αγόρασε κάποια παντελόνια, και πουκάμισα .Δυο ζευγάρια παπούτσια και μια τσάντα. Αρκετά για σήμερα. Από δευτέρα τα υπόλοιπα. Τηλεφώνησε στο γραφείο στην Μαίρη.
Ήταν ακόμα εκεί κι ας είπε θα φύγει στις δύο. Είχε πάει τρεις. Κλείσε της είπε και σε περιμένω για φαγητό στο γνωστό ταβερνάκι.
Δεν θέλω να φάω μόνη μου. Παραγγέλνω και για τις δυο μας. Εσένα αυτό που αγαπάς.
Σε μισή ώρα η Μαίρη ήταν εκεί και τρώγανε. Βλέποντάς τες δεν καταλάβαινες πως ήταν εργοδότης με υπάλληλο.
Απογευματάκι πια, χωρίσανε. Η Θάλεια πήγε για καφέ στην θεία της. Της το είχε υποσχεθεί.
Στην αδερφή του πατέρα της. Είχε να την δει μέρες, κι η θεία χάρηκε για την επίσκεψη. Βράδιασε για τα καλά κι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι. Μείνε της είπε η θεία να φάμε, μα δεν πεινούσε. Ακόμα δεν είχε χωνέψει τα μεσημεριανά.
Έφτασε στο σπίτι της. Κοίταξε κάποιους φακέλους της δουλειάς της, έκανε το μπάνιο της, έβαλε το πικραμύγδαλό της με ένα παγάκι και πήρε το βιβλίο να διαβάσει. Σελίδα ογδόντα. Σ’ αυτή την σελίδα, ήταν που άρχιζε ένας έρωτας στους ήρωες ,και την κράτησε ξύπνια μέχρι αργά.
Μέχρι που ομολόγησαν τον έρωτά τους ο ένας στον άλλο. Έβαλε τον σελιδοδείκτη στην σελίδα εκατό δέκα και κοιμήθηκε.
Η επόμενη μέρα ως το μεσημέρι πέρασε γρήγορα. Άργησε και να ξυπνήσει. Η Κυριακή πάντα ήταν η μέρα που δεν έβαζε ξυπνητήρι το πρωί. Είναι όμορφο να ξυπνάς χωρίς να χτυπάει.
Ήπιε τον καφέ της, κι άρχισε να ετοιμάζεται για το τραπέζι της Φαίης. Φόρεσε κάτι από τα καινούργια της ρούχα. Έβαλε στην τσάντα της την φωτογραφία κι έφυγε για το ζαχαροπλαστείο. Αγόρασε τα γλυκά που αγαπούσε η φίλη της.
Αρέσαν και σε κείνη, αλλά πήρε και το γνωστό γαλακτομπούρεκο, που σχεδόν πάντα άρεσε σε όλους, και μια μεγάλη σοκολάτα για την κόρη της. Μια σοκολάτα με γέμιση καραμέλας. Σ’ όλα τα παιδιά άρεσε αυτή η σοκολάτα.
Μία και δέκα πέντε χτυπάει το κουδούνι. Άνοιξε η μικρή. Ψηλή μελαχρινή και όμορφη σαν την Φαίη. Πήρε την σοκολάτα της. Πως ήξερες ότι είναι η αγαπημένη μου;
Το μάντεψα της είπε. Το μάντεψα. Όλα έτοιμα τα είχε η φίλη της.
Κάθισαν στο σαλόνι, και της έδωσε την φωτογραφία. Μαζί θυμήθηκαν ξανά τις συμμαθήτριες μία μία. και είπαν με την Φαίη να ψάξουν να τις βρούν. Ο άντρας σου, που είναι;
Είναι στην υπηρεσία και θα έρθει με τον νέο του συνάδελφο. Την κουβέντα δεν την τελείωσε, και χτύπησε το κουδούνι. Πάντα το έκανε ο άντρας της αυτό όταν ερχόταν με παρέα.
Πάντα χτυπούσε το κουδούνι σαν να της έλεγε ήρθαμε. Ανοίγει, κι έβγαλε μια φωνή. Θάλεια ο Τόλης και τον αγκάλιασε. Ο άντρας της, τα’ χασε κι η Θάλεια έμεινε σαν άγαλμα.
Ούτε μπρος, ούτε πίσω, μα δεν μπορούσε να μιλήσει κιόλας. Αφού η Φαίη στα γρήγορα είπε στον άντρα της τι συμβαίνει, ο Τόλης γυρνάει προς εκείνη λέγοντάς της, εσύ δεν θα μ’ αγκαλιάσεις; Και κείνη, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε πολύ. Έκλαψε στην αγκαλιά του. Ήταν ο νέος διοικητής στην υπηρεσία του Γιώργου, του άντρα της Φαίης. Το απόγευμα φύγανε από τους φίλους τους, μαζί. Μια βόλτα την πήγε στο λιμάνι. Εκεί που συναντιόνταν πάντα.
Την πήρε αγκαλιά. Δεν σε ξέχασα ποτέ της είπε. Δεν ήθελα να σε ξεχάσω. Πάντα ήθελα να μάθω νέα σου. Και τελευταία αποφάσισα να το κάνω. Έμαθα πως είσαι μόνη. Για σένα ξαναγύρισα. Κι αν θα μου πεις πως δεν θέλεις να είμαστε μαζί, δεν θα σε ενοχλήσω ποτέ. Δεν ήξερα πως θα σε συναντήσω απόψε στου Γιώργου. Εκείνη τον κοιτούσε, κι ένιωθε πως θα μπορούσε να τον ερωτευτεί ξανά από την αρχή.
Πήγαινέ με στο σπίτι μου του είπε. Ναι. Θα σε πάω, αλλά μια απάντηση περιμένω. Πήγαινέ με στο σπίτι ξανά είπε, κι είδε το φρύδι του, το αριστερό να σηκώνεται. Αυτό γινόταν όταν στεναχωριότανε. Θυμάσαι τι μου είχες πει το βράδυ που χωρίσαμε; Να ανέβω για ένα τελευταίο ποτό. Αυτό σου είπα, και σου το ξαναλέω. Όμως να μην είναι το τελευταίο αυτή την φορά.
Μόνο αν θα πιεις πικραμύγδαλο μαζί μου.
Εκείνη στα σαράντα της σήμερα και κείνος σαράντα πέντε, έχουν ένα γιο τριών χρονών.
Κι όταν τον ρωτάνε, τι θα γίνεις σαν θα μεγαλώσεις; Όμορφος θα γίνω τους λέει. Όμορφος σαν τον μπαμπά μου! Η Θάλεια πάντα τον αποκαλούσε, ο όμορφός μου! Και συνεχίζει να του το λέει.
Ο όμορφός της!
Ελευθερία Λάππα.
Ομφαλός της γης ΙΙ