Το ΣΚ που μας πέρασε είπαμε με τη σύζυγο να κάνουμε μια εξόρμηση μακριά απτην πόλη. Οι επιλογες που είχαμε ήταν να πετάξουμε με το λίαρτζετ στη σκάλα του Μιλάνου ώστε να δούμε μια τουραντότ ή κάνα ριγκολέτο ρε παιδί αλλά κάτσε μην αρχίσει μες στη νύχτα να φωνάζει νέσουν ντόρμα και μείνω με το μάτι γαρίδα, οπότε άκυρο παιδιά, πεταχτήκαμε οδικώς στο χωριό της.
Ορεινό χωριό, μέσα στο δάσος, εκεί ξεραίνεσαι απ΄το υψόμετρο μόλις πέσεις για ύπνο κι άντε ν΄ακούσεις κάνα γκιώνη να ψάχνει τον χαμένο του αδερφό. Υπομονή που την έχει το σκασμένο.
Με το που φτάσαμε, τεντώσαμε κορμί, ρουφήξαμε με δύναμη μια τζούρα καθαρού αέρα μα στην εκπνοή, όχι δεν ακούστηκε γάιδαρος αλλά η διπλανή θειά
“Μπα καλώσταμ, κουπιάστε για ιένα καφέ” με την χαρακτηριστική υπέροχη ντοπιολαλιά της που εδώ που τα λέμε αν κάποτε χαθεί αυτό το ιδίωμα, η ύπαιθρος δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια.
“Καλώς ορίσατε. Σας προσκαλώ να συγκροτήσουμε μια εκλεκτή ομήγυρη, συνοδεία ενός φλιτζανιού καφέ”.
Πάει? Δε πάει.
Τη συντροφιά συμπλήρωνε ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές που έχει το χωριό των λίγων κατοίκων, ο ξακουστός Παντελιής. Ναι με γιώτα. Άκουγα χρόνια το όνομα του αλλά πρώτη φορά τον έβλεπα με σάρκα και οστά, τρόπος του λέγειν.
Ένας άκακος γίγαντας με μυαλό μικρού παιδιού, ορφανός από πάντοτε κι έτσι τον υιοθέτησε το χωριό, πότε τρώει στον έναν, πότε του πάει φαγητό ο άλλος, ρούχα, παπούτσια, ένας σύγχρονος Λένι του Στάινμπεκ, ξαναζωντάνευε μπροστά μου.
Μια σχέση αλληλεξάρτησης είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ερειπωμένου χωριού από νέους και από το ορφανό που έψαχνε “γονείς” για να τον αναθρέψουν. Χέρια, χέρια δυνατά που εξοφλούνταν με θαλπωρή κι αγάπη.
Κάτσαμε γύρω από το άσπρο πλαστικό τραπέζι και πάνω στο λουλουδάτο πλαστικό τραπεζομάντηλο, ξαπόστασαν κι οι ελληνικοί καφέδες. Πάνω από ένα υψόμετρο οι λέξεις φρέντο είναι προσβολή, άσε που το κατακάθι του ελληνικού είναι καλό για τις γλάστρες, με φρεντοεπρέσσο μαραίνονται.
Τα μάτια του Παντελιή δεν έφευγαν από πάνω μου, μία κοιτούσε το ρολόι μου, μια το μαύρο κομποσχοίνι που έχω περασμένο στον λαιμό αλλά άστραψαν όταν έβγαλα να στρίψω τσιγάρο.
“Θέλεις να σου στρίψω ένα Παντελή?” και κούνησε το κεφάλι σαν κουτάβι που του ανεμίζεις σαλάμι.
Ακούμπησε πίσω στην πλαστική καρέκλα κι εκείνη έκανε θόρυβο σα να μας φώναζε πως λίγα είναι τα ψωμιά της και το ρούφηξε λες κι ήταν κάποιο ακριβό πούρο αβάνας.
Ένα τσιγάρο από έναν ξένο, αυτό τον μάγευε από ότι κατάλαβα.
Έστριψα μετά από λίγη ώρα κι άλλο μα δεν το δέχτηκε, ακούμπησε το χέρι του πάνω στο μέρος της καρδιάς, το χτύπησε ελαφρά δυο τρεις φορές, μου είπε φχαριστού και χαμογέλασε.
Φτωχός, ορφανός, ρακένδυτος μα η περηφάνεια του ψηλότερη από εκείνον. Ακόμα κι ο Λένι είχε όριο στη δοσοληψία με τους ξένους. Τόσο όσο.
Τον θαύμασα. Διάφανος άνθρωπος.
Τέτοιο καθάριο βλέμμα είχα πολλά χρόνια να δω. Όση ώρα τον κοίταζα, δεν ήξερα ποιός απτους δυό μας τα είχε καταφέρει πραγματικά. Αυτός που θα τρέξει γρήγορα πίσω στα δάνεια και στις υποχρεώσεις ή κείνος που θα ανησυχεί μόνο μην πέσει ο ουρανός πάνω στο κεφάλι του μια μέρα?
Φύγαμε την επομένη και λίγο πριν βγούμε έξω απο το χωριό, ξανάδαμε τον Παντελιή, αυτή τη φορά με όλη του την περιουσία, ένα σκαπτικό που έσερνε καρότσα και δύο σκύλους.
Μάλλον δεν ήθελε να μένει ούτε στιγμή μονάχος του.
Άνθρωποι και σκύλοι τούτη τη φορά καθώς τα ποντίκια μείνανε στο βιβλίο με τον Λένι. Μάθημα για όλους εμάς.
Σταμάτησα, ήρθε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και μου έδωσε το χέρι του που ήταν μαύρο από το χώμα.
“Καλού δρούμου” μας είπε σα να ζητούσε να ξανάρθουμε.
Έβγαλα αυτό που φορούσα στο λαιμό και του το έχωσα στη χούφτα, έτσι κι αλλιώς δεν άξιζα να το φορώ γιατί αλλιώς, έπρεπε να του δώσω το ρολόι.
Μικρός άνθρωπος κι εγώ και εύχομαι να μεγαλώσω.