ΟΣΊΑ ΜΑΤΡΏΝΑ Από τα απομνημονεύματα του επισκόπου της πόλεως Καλούγα Στεφάνου:
– Τα χρόνια της δεκαετίας 30-40 με έκλεισαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Εκείνα τα χρόνια ήμουνα γιατρός και μου ανάθεσαν στο στρατόπεδο να διαχειριστώ το ιατρείο.
Οι περισσότεροι κρατούμενοι βρισκόταν σε τόσο δύσκολη κατάσταση, ώστε η καρδιά μου δεν άντεχε.
Μερικούς απ’ αυτούς απελευθέρωνα από τη δουλειά για να τους βοηθήσω κάπως και τους πιο αδύναμους τους έστελνα στο νοσοκομείο.
Μια μέρα η νοσοκόμα, που δούλευε μαζί μου (και αυτή ήταν κρατούμενη στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως) μου είπε:
– Γιατρέ, έχω μάθει, ότι σας κατάγγειλαν.
Λένε, ότι είστε πολύ καλόψυχος σχετικά με τους κρατούμενους και απειλείστε με παράταση της παραμονής σας στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως για άλλα 15 χρόνια.
Η νοσοκόμα ήταν σοβαρός άνθρωπος, πληροφορημένος για το τι γινόταν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γι΄ αυτό μόλις άκουσα αυτό που είπε, με έπιασε φόβος.
Με καταδίκασαν για 3 χρόνια, τα οποία κόντευαν να τελειώσουν, και ξαφνικά άλλα 15 χρόνια!
Δεν κοιμήθηκα εκείνη τη νύχτα και όταν ήρθα στο ιατρείο το πρωί ,η νοσοκόμα κούνησε το κεφάλι της με στεναχώρια, όταν είδε το πρόσωπό μου ξάγρυπνο και μαραζωμένο.
Μετά τη δουλειά η νοσοκόμα μου είπε διστακτικά:
– Γιατρέ, θέλω να σας δώσω μια συμβουλή, αλλά φοβάμαι, ότι θα με γελοιοποιήσετε.
– Πείτε μου, της είπα.
– Σ’ αυτήν την πόλη, από την οποία προέρχομαι, μένει μια γυναίκα, την λένε Ματρώνουσκα.
Ο Θεός της έδωσε την ιδιαίτερη δύναμη της προσευχής.
Αν αρχίζει να προσεύχεται για κάποιον, αυτός σώζεται.
Πολλοί άνθρωποι απευθύνονται σ’ αυτήν, δεν αρνιέται τη βοήθεια σε κανέναν, να την παρακαλέσετε και εσείς.
Γέλασα θλιμμένα.
– Μέχρι να φτάσει το γράμμα μου σ’ αυτήν είπα, θα προλάβουν να με καταδικάσουν για 15 χρόνια.
– Δεν χρειάζεται να της γράψετε, να την φωνάξετε μόνο… – είπε η νοσοκόμα ντροπαλά.
– Να την φωνάξω; Απο δω; Μα μένει σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων από μας!
– Το ήξερα, ότι θα με γελοιοποιήσετε.
Αυτή ακούει όμως από παντού, και εσάς θα σας ακούσει. Μπορείτε να κάνετε έτσι:
το βράδυ, όταν θα βγείτε για βόλτα, να μείνετε λίγο πίσω από τους άλλους και να φωνάξετε δυνατά τρεις φορές:
«Ματρώνουσκα, βοήθησέ με, έπαθα συμφορά!» Θα σας ακούσει και θα βοηθήσει.
Όλα αυτά μου φαινόταν περίεργα, και όμως όταν βγήκαμε για βραδινή βόλτα, έκανα έτσι, όπως μου είπε η βοηθός μου.
Πέρασε μια μέρα, μια βδομάδα, ένας μήνας. Κανένας δεν με καλούσε.
Εν τω μεταξύ ανάμεσα στη διοίκηση του στρατοπέδου συγκεντρώσεως έγιναν αλλαγές:
έναν απόλυσαν, άλλον διόρισαν.
Πέρασε ακόμα μισός χρόνος και ήρθε η μέρα της απελευθέρωσής μου.
Παίρνοντας τα έγγραφα από το φρουραρχείο, τους παρακάλεσα να μου γράψουν το διορισμό σ’ αυτήν την πόλη, που έμεινε η Ματρώνουσκα, διότι έδωσα υπόσχεση πριν ζητήσω τη βοήθειά της, αν θα με βοηθήσει,
θα λέω γι’ αυτήν έναν καλό λόγο κάθε μέρα όταν προσεύχομαι, και όταν θα βγω από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, το πρώτο που θα κάνω είναι να πάω σ’ αυτήν να την ευχαριστήσω.
Βάζοντας τα έγγραφα στην τσέπη μου, άκουσα, ότι δύο νέοι που απελευθερώθηκαν μαζί μου πηγαίνουν σ’ εκένη την πόλη.
Πήγα μαζί τους.
Στο δρόμο άρχισα να τους ρωτάω αν γνωρίζουν τη Ματρώνουσκα.
– Την γνωρίζουμε πολύ καλά. Όλοι την γνωρίζουν στην πόλη και σ’ όλη την περιοχή. Θα μπορούσαμε να σας πάμε σ’ αυτήν, αλλά δεν μένουμε στην πόλη, μένουμε στο χωριό και θέλουμε πολύ να φτάσουμε σπίτι πιο γρήγορα.
Εσείς μπορείτε να κάνετε το εξής:
όταν θα φτάσετε, ρωτήστε τον πρώτο άνθρωπο που θα δείτε, που μένει η Ματρώνουσκα, και θα σας δείξει.
Μόλις έφτασα, έκανα έτσι όπως μου είπαν: ρώτησα το πρώτο αγόρι, που συνάντησα στο δρόμο.
– Να, ακολουθήσετε αυτόν το δρόμο -μου είπε- μετά να στρίψετε δίπλα στο ταχυδρομείο στην πάροδο, εκεί στο τρίτο σπίτι αριστερά μένει η Ματρώνουσκα.
Πλησίασα το σπίτι της με ανησυχία και μόλις ήθελα να χτυπήσω την πόρτα, πρόσεξα ότι δεν ήταν κλειδωμένη και την άνοιξα. Ευρισκόμενος στο κατώφλι, κοίταξα μέσα στο δωμάτιο, που ήταν σχεδόν άδειο.
Στη μέση στεκόταν ένα τραπέζι και πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα σχετικά μεγάλο κιβώτιο.
– Μπορώ να μπω; – ρώτησα δυνατά.
– Μπες, Σεργιούλη,- ακούστηκε μια φωνή από το κιβώτιο.
Τρόμαξα από το αναπάντεχο και πήγα αναποφάσιστα στη φωνή.
Όταν κοίταξα μέσα στο κιβώτιο, είδα εκεί μια μικρή τυφλή γυναίκα, που ήταν ξαπλωμένη ακίνητη.
Το πρόσωπό της ήταν πολύ φωτεινό και τρυφερό.
Την χαιρέτησα και ρώτησα:
– Από πού ξέρετε το όνομά μου;
– Πώς μπορώ να μην το ξέρω! – ήχησε η αδύναμη, αλλά πολύ καθαρή φωνή της.
– Με φώναξες και προσευχόμουνα για σένα, γι’ αυτό το ξέρω. Κάθισε να σε φιλοξενήσω!…
Προσκυνητής
https://proskynitis.blogspot.com/2011/04/1864-1936.html
ΑΓΙΑ ΜΑΤΡΏΝΑ ΠΡΕΣΒΕΎΕ ΥΠΈΡ ΗΜΩΝ+
ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ