Ἡ Ἱεροσύνη ἐδόθη στὸν π. Σάββα Ἀχιλλέως μὲ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία

mike
By
18 Views
10 Min Read

Σὰν σήμερα 3 Αὐγούστου τοῦ 2016 κοιμήθηκε ὁ πατὴρ Σάββας Ἀχιλλέως. Τό χάρισμα της Ἱεροσύνης ἐδόθη στόν πατέρα Σάββα μέ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του. Ἱδού πὼς τὰ διηγήθηκε ὁ ἴδιος καὶ καταγράφηκαν:

«Μικρὸ παιδὶ τοῦ δημοτικού σχολείου δὲν ἔλειπα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ήμουν πάντοτε ὁ βοηθός τοῦ γέροντος ἱερέα τοῦ χωριοῦ μου καὶ κάθε βράδυ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀπήγγειλα τὸν Ὕμνο πρὸς τὴν Παναγία μας.

Ὅταν μαζευόταν ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸ φτωχικό μας σπιτάκι, ἐπίανα στὰ χέρια μου τὴν Καινή Διαθήκη καὶ ἔψαλλα ἐπιμελῶς τὸ Εὐαγγέλιο εἰς ἀκρόασιν τῶν γονέων μου καὶ τῶν μεγαλυτέρων ἀδελφῶν μου.

Ἤμουν τὸ πέμπτο καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειάς μου. Οἱ γονεῖς μου ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλοπάτριδες καὶ ἀγαποῦσαν πολὺ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐμφύτευσαν αὐτὴ τοὺς τὴν ἀγάπη στὴν ἁγνὴ καρδούλα τῶν παιδιῶν τους. Ἀνεπτύχθη μέσα μου ἡ φλογερή ἐπιθυμία νὰ ἀξιωθῶ κάποτε νὰ ἱερωθῶ. Ἔβλεπα τὸν ἱερέα στὸν δρόμο μου καὶ ὅταν ἐκεῖνος προσπερνοῦσε στεκόμουν καὶ τὸν παρακολουθοῦσα καὶ τὸν θαύμαζα.

Παρακαλοῦσα Τὸν Θεὸ νὰ φτάσω κάποτε στὸ ὕψος αὐτὸ τῆς Ἱεροσύνης. Σκεφτόμουν ὅμως καὶ ἔλεγα: «αὐτὸς ποὺ συνάντησα τώρα στό δρόμο μου εἶναι Θεολόγος ἱερέας. Ἐγὼ ἕνα φτωχόπαιδο, πὼς θὰ σπουδάσω καὶ πῶς θὰ ἀξιωθῶ νὰ ἔχω ἕνα Πτυχίο Θεολογίας;». Θεολογία ἔλεγα…!

Μὰ ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐπιστήμη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, νὰ μιλᾶς καὶ νὰ διδάσκεις τὰ λόγια του Θεού; Καὶ συζητοῦσα πάντοτε μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μόνος μου ἀναλογιζόμουν τὸ μέγα βάρος τῆς Ἱεροσύνης.

Πέρασαν τὰ χρόνια, ἀλλὰ ὁ πόθος μου γιὰ τὴν Ἱεροσύνη δὲν μὲ ἐγκατέλειπε. Ἔφθασα στὴν Ἱερὰ Μονὴ καὶ ἔμαθα πολλά γιὰ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης. Εὐρισκόμενος κάποια μέρα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς, σκεφτόμουν τὶς δυσκολίες τοῦ λειτουργήματος. Περισσότερο ἀναλογιζόμουν τὴν ἀναξιότητά μου, γιὰ τὸ πὼς θὰ μποροῦσα νὰ ἐπωμισθῶ ἕνα τέτοιο βάρος. Ἐνοίωθα, ἕνα δέος, ἕναν μεγάλο φόβο.

Κάμινος, ὅμοια μὲ τὴν κάμινο τοῦ Ναβουχοδονόσορος, ή ὁποία δέχθηκε τοὺς τρεῖς παίδας καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη εἶναι τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης.

Νὰ ἀναλάβω, λοιπόν, ἕνα τέτοιο βάρος; Αὐτὸ σκεφτόμουν καὶ αὐτὸ μὲ βασάνιζε. Ἢ νὰ μὴν ἀναλάβω καὶ νὰ στρέψω τὴν προσοχή μου σὲ ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα;

Μοῦ ἐρχόταν ὅμως πάλι ἡ εἰκόνα τῶν ἱερέων ποὺ συναντούσα στοὺς δρόμους καὶ πόσο τοὺς θαύμαζα. Θαύμαζα τὴν μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ Ἀγγελικὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖο τοὺς περιέβαλλε. Μὲ καταλάμβανε ὁ ἱερὸς πόθος νὰ τοὺς μιμηθώ. Αὐτομάτως ἐρχόταν στὴν μνήμη μου ἡ μοναδικὴ εὐχὴ τῆς γλυκιᾶς μου μανούλας. «Ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ σὲ δῶ παπά. Νὰ ὑπηρετεῖς: τὸν Χριστό μου, τὸν Θεό μου καὶ νὰ μὲ μνημονεύεις ὅταν θὰ πεθάνω».

Μετὰ τὴν μοναδικὴ καὶ ἐπαναληπτικὴ καὶ στερεότυπη εὐχὴ τῆς μάνας μου, μοῦ ἐρχόταν στην σκέψη ἡ εὐχὴ τῆς μακαριστῆς γιαγιᾶς μου. Μοῦ τὴν ἔλεγαν τὰ μεγαλύτερά μου ἀδέλφια καὶ τὰ ἐπικύρωνε ἡ μανούλα μου. Μὲ κατελάμβαναν δάκρυα συγκίνησης. Μὲ σήκωνε στὴν ἀγκαλιά της, ἡ γιαγιά μου, καὶ προσπαθώντας νὰ μὲ κοιμήση, καθὼς ἤμουν βρέφος, εὐχόταν καὶ ἔλεγε: «ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ φορεῖς φελόνια καὶ νὰ ψάλλεις μὲς στὶς ἐκκλησιὲς ὅπως τὰ χελιδόνια».

Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα γλυκύτερα ὄνειρα, μοῦ γέμιζαν τὴν ψυχὴ καὶ ἀνέβαινα νοερὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, στὸ κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ἄκουγα νοερὰ τοὺς ἱεροὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔβλεπα πὼς τελῶ τὴν θεία καὶ ἱερὴ Λειτουργία. Ἔβλεπα τοὺς ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ νὰ μὲ περικυκλώνουν στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ συλλειτουργῶ μαζί τους.

Ἔπειτα, ὅμως, πρόβαλλε ἕνας ἄλλος κόσμος μέσα μου, ποὺ ἦταν ἀπειλητικὸς καὶ μοῦ ἀντιτασσόταν. Λογισμοὶ ὅπως:

«Τί θέλεις νὰ μπλέξεις μὲ τοὺς παπάδες; Ξέρεις ὅτι: θὰ σὲ βρίζουν, θὰ σὲ φτύνουν, θὰ σὲ διασύρουν, θὰ σὲ φθονοῦν, θὰ σὲ ἀποδοκιμάζουν, θὰ σὲ ἐμπαίζουν; Δὲν ἀλλάζεις τὴν γνώμη σου, γιὰ νὰ εἶσαι ἥσυχος;».

Κατόπιν ἐρχόταν καὶ πάλι ἡ πρώτη σκέψη. Ἐκείνη μου φανέρωνε τὴν δόξα τοῦ ὑπουργήματος, ὄχι τοῦ ἐπαγγέλματος, καὶ τὴν ἀπέραντη εὐθύνη ἐνώπιόν του Θεοῦ.

Μόνος μέσα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Κύκκου, σκεπτόμουν καὶ πάλευα με τις ἐναλλασσόμενες σκέψεις σχετικὰ μὲ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης. Καὶ πάντα κατέληγα στὸ ἀπέραντο καὶ ἀβάστακτο βάρος τοῦ μεγάλου καθήκοντος.

Ὁλομόναχος, ὅπως σκεπτόμουν ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ ἔβλεπα πρὸς τὸ δυτικό μέρος τῆς μεγάλης αὐλῆς, ὦ Θεέ μου!

Τί ἀντίκρυσα; Ἕνα θαῦμα ὑπερφυσικό. Ἕνα θαῦμα συγκλονιστικό, ὄχι ὄνειρο ἀλλὰ ὅραμα, τὸ ὁποῖο μου ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸν διακαῆ πόθο καὶ τὴν ὁλόψυχη ἐπιθυμία τῆς Ἱεροσύνης. Μία ἀποκάλυψη τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς Ἱεροσύνης. Ἕνας πύρινος στύλος, ὁ ὁποῖος ἀνέβαινε ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ χανόταν στὸ ὕψος τῆς ἀπεραντοσύνης.

Ἐπέτρεψε, ὁ Θεός, ὁ καρδιογνώστης, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς καὶ τὰ κρύφια τῶν ἀνθρώπων». Τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ὁ γνωρίζων τὰ βάθη τῆς καρδίας τοῦ καθ’ ἑνὸς ἀνθρώπου.

Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ μοῦ φανερώσει σὲ ποιὸ ὕψος θὰ ἀνεβαίνει κάθε φορᾶ ἡ ταπεινή προσευχή, ὅταν θὰ τελεῖται: ἡ Θεία καὶ Ἱερὰ Λειτουργία, ἡ δέησις, ή παράκλησις. Κάθε φορᾶ ὅταν θὰ λειτουργῶ καὶ θὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ ὑπὲρ τῶν δικῶν μου ἁμαρτιῶν καὶ τῆς σωτηρίας καὶ συγχωρήσεως ὅλου του κόσμου.

Θεέ μου: ποιὸς ἔχει τὴν δύναμη νὰ εἰσέρχεται – ἔλεγα – μέσα σὲ αὐτὴ τὴν κάμινο τὴν καιομένη καὶ νὰ ἐξέρχεται ἀβλαβής καὶ ἄθικτος; Ὦ Θεέ μου, Παναγία μου! Καλλίτερα νὰ ἀποχωρήσω καὶ ἂς μὴ ἀναλάβω μία τέτοια φοβερή εὐθύνη καὶ τέτοιο ἀβάστακτο βάρος.

Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν θύελλα τῶν θετικῶν καὶ ἀρνητικών ἀποφάσεών μου, ἄκουσα ἀπὸ τὰ δεξιά μου ζωντανή καὶ γλυκύτατη καὶ ἀλησμόνητη φωνή:

«Ἐὰν παιδάκι μου, ἐσένα, τὸν ὁποῖο ὁ Υἱός μου διεφύλαξε ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, δὲν ἀναλάβεις νὰ Τὸν ὑπηρετήσεις, ποιὸς θὰ Τὸν ὑπηρετήσει; Ὁ πόρνος ἢ ὁ μοιχός; Ὁ χαρτοπαίκτης ἢ ὁ μέθυσος; Ὁ βλάσφημος ἢ ὁ ἄπιστος;».

Μόλις ἄκουσα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, ἀμέσως ἦρθε στὴν καρδιά μου ἕνα δύσκολο ἐρώτημα: «ποιὸν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τοῦ ἔγγαμου ἡ τοῦ ἄγαμου βίου;».

Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ οἰκεῖοι μου, ὅταν τοὺς ἀποκάλυπτα τὴν ἐπιθυμία μου, μὲ συμβούλευαν νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἔγγαμο βίο. Μὲ ἤθελαν νὰ εἶμαι μὲ οἰκογένεια, μὲ σύζυγο καὶ παιδιά, μὲ σπίτια καὶ κτήματα, μὲ χωράφια καὶ μὲ κόσμο.

Ἐγὼ ἀντίθετα ποθοῦσα τὴν ἀφιέρωσή μου στὸν Χριστό. Ποθοῦσα τὴν μόρφωση, γιὰ νὰ προσφέρω ὅσο τὸ δυνατό περισσότερα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὁλοκλήρωσή μου στὸν Θεό. Δὲν ἀπέβλεπα στὸ νὰ διχάσω τὴν ζωή μου, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσω ἕναν μόνο δρόμο. Τὸν βίο τὸν ἁγνό, τὸν καθαρό, τὸν ἀπερίσπαστο, τὸν ἄσχετο πρὸς τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ πρόσκαιρά του νῦν αἰῶνος. Μοῦ ἀντέτασσαν ὅμως τὴν δική τους γνώμη καὶ μοῦ τόνιζαν ὅτι πολλοὶ Ἁγιοί της Ἐκκλησίας μᾶς ἦταν μὲ οἰκογένεια καὶ μὲ παιδιά. Καὶ ὅμως εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ καὶ ἁγίασαν.

Μόλις ἄκουσα αὐτὴ τὴν γλυκύτατη φωνή, γνώριζα πέρα ὡς πέρα, ὅτι δὲν ἦταν καμμία ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας μου. Καὶ πῆρα τὸ θάρρος νὰ ρωτήσω ταπεινὰ καὶ μὲ φόβο καὶ σεβασμό πρὸς τὸ Ἅγιο πρόσωπό της:

«Παναγία μου, ποιὸν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τῆς Ἱεροσύνης καὶ τῆς οἰκογένειας ἢ τὸν δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεώς μου εἰς τὸν Υἱόν Σου καὶ Θεόν μου;».

Καὶ ἀμέσως μου ἀπάντησε καὶ πάλι ἡ Παναγία μου:

«Ἄνοιξε παιδάκι μου τὸ βιβλίο τοῦ Υἱοῦ μου καὶ θὰ σοῦ ὑποδείξει ὁ Υἱός μου, ποιὸν δρόμο θὰ ἀκολουθήσεις».

Πάντοτε ἔφερα μαζί μου, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους μου, στὴν θέση τῆς καρδιᾶς, ὡς ἀχώριστο σύντροφό μου τὴν Ἁγία Γραφή. Αὐτὴ μελετοῦσα καὶ προσευχόμουν στὸν Θεό. Γνώριζα καλὰ ὅτι, ὅση ὥρα μελετοῦσα τὴν Ἁγία Γραφή, μὲ ἐπεσκίαζε ὁ Θεός μου καὶ μὲ παρηγοροῦσε.

Ἔλαβα τότε ἀπὸ τὴν τσέπη τὴν Ἁγία Γραφή. Τὴν προσκύνησα μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, γιὰ νὰ πράξω ὅ,τι θὰ μοῦ ὑποδείξει ὁ Θεός μου. Διετύπωσα τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ ἄνοιξα τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν βιβλίων. Πρόσεξα τότε, ὅτι ἡ σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἦταν τὸ 14ο Κεφάλαιο τῆς Ἀποκάλυψης, τὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν λευκή στολὴ ὅσων θὰ ἀκολουθοῦν τὸ Ἀρνίον: τὸν Χριστόν.

«Αὐτοὶ ἀπηρνήθησαν ὁλοτελῶς τὸν κόσμον καὶ ἵνα μείνωσιν τελείως ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ Ἀρνίον δὲν ἦλθον εἰς σχέσιν πρὸς γυναίκας».

 

Συντάκτης

filippiaven

add
Share This Article