Όλο του το βιος ήταν η δύναμη που είχε στα χέρια του και η καλή του η ψυχή. Χαμάλης σε μια μικρή εμπορική πόλη.
Μεγαλόσωμος και με πολύ ευκολία, τραβούσε το ξύλινο καρότσι του γεμάτο από διάφορα ψώνια που κάνανε αυτοί που κατεβαίνανε στην αγορά. Ευάγγελο τον λέγανε. Βαγγέλα τον φωνάζανε με αγάπη και κείνος το δεχότανε.
Σαν τον πρωτοφωνάξανε έτσι κοντοστάθηκε. Βαγγέλας; Κι έκανε να γυρίσει να πει, Ευάγγελος. Μα δεν πειράζει. Να κακοκαρδιστεί, δεν ήθελε. Και το Βαγγέλας καλό ήταν.
Μεγαλοκυρίες τον είχανε να τους πηγαίνει τις αγορές τους μέχρι το σπίτι τους. Πάντα πρόθυμος με μια ευγένεια που δεν την συναντούσες εύκολα.
Μοσχοβολούσε αξιοπρέπεια όπως τα καθαρά του ρούχα. Κάθε μέρα κι άλλη αλλαξιά μοσχοπλυμένη.
Ο κόσμος πρέπει να σε βλέπει καθαρό έλεγε. Πως είμαι χαμάλης δεν σημαίνει πως θα είμαι και λερωμένος.
Ποτέ δεν ζητούσε χρήματα για τις μεταφορές του. Ήξερε πως θα τον πληρώσουν και με το παραπάνω…Κι όταν έβλεπε πως τα χρήματα που του βάζανε στην τσέπη ήταν πολλά, τα γύριζε πίσω μα κανείς δεν τα έπαιρνε.
Όλα δικά σου είναι του λέγανε. Τα αξίζεις! Και γινόταν αυτός άλλος τόσος… Το αξίζεις…Άξιζε μωρέ κι αυτός. Άξιζε. Με το χέρι της καρδιάς τους με το αριστερό του τα δίνανε.
Και στην αριστερή του τσέπη τα βάζανε.
Όλα από την πλευρά της καρδιάς γινότανε κι είχαν ευλογία. Κι όταν του το λέγανε τούτο, πως είναι ευλογημένος από τον θεό με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυά του.
Μην τον δουν να κλαίει. Αυτός που ήταν μες τα χωρατά όλη μέρα. Αυτός που έκανε τον κόσμο να γελάει με τα αστεία του.
Σαν όμως τους ξεφόρτωνε τα πράγματα κι έφευγε, αυτά κυλούσαν στα παχιά του μάγουλα και φτάνανε μέχρι κάτω από το σαγόνι του.
Εκεί σταματούσανε και γινόταν ένα με την αλμύρα του ιδρώτα του. Μια αλμύρα που μοσχοβόλαγε μόχθο κι ανθρωπιά.
Αξίζω έλεγε και τα άφηνε να τρέξουν. Κι ας είμαι μόνος. Ας μην μου έφερε η μοίρα μου και μένα στον δρόμο μου κάποια να κάνω οικογένεια. Δεν πειράζει.
Τα βάζεις με την μοίρα; Όχι. Δεν τα βάζεις. Κι όταν νιώθεις το άδικο να σε βαραίνει, αρπάζεις τα ψώνια των κυράδων με το’ να σου χέρι, φορτώνεις το ξύλινο καρότσι σου, το βουτάς από τα μακριά του πιασίματα και το σέρνεις.
Κάλιο αυτό να σέρνω παρά την λύπη του κόσμου. Και κείνος το ένιωθε. Δεν τον λυπούνταν. Με εκτίμηση του μιλούσαν. Με εκτίμηση και σεβασμό. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιρνε τα βάρη στο καρότσι του και τα φόρτωνε στα ζωντανά που τα είχαν αφημένα έξω από την πόλη.
Μέσα σε ένα μεγάλο χωράφι φραγμένο με πληρωμή σε κείνον που τα πρόσεχε. Εκεί τα αφήνανε. Στην πόλη μέσα απαγορευότανε να κυκλοφορούνε ζώα.
Μόλις τον έβλεπε κείνος που τα φύλαγε, έτρεχε κι έφερνε το ζωντανό. Δίπλα του ήταν κι αυτός που το’ χε κι όλη την στράτα μιλούσανε. Την γνώμη του γύρευε για πολλά πράγματα ο κάτοχος του ζώου και του φορτίου.
Τι λες και συ Βαγγέλα; Κι είχε εκτίμηση τούτο το Βαγγέλα. Εκτίμηση και σεβασμό.
Ως το βράδυ που τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά πήγαινε κι έρχονταν με τα ψώνια των ανθρώπων. Η τσέπη του η αριστερή είχε βαρύνει από τα κέρματα. Όταν δεν είχε δουλειά, καθότανε σε ένα κεντρικό σημείο σ’ ένα παγκάκι. Εκεί τον βρίσκανε.
Μανάδες που είχαν τα παιδιά τους μαζί, Βαγγέλα, κράτησέ το λίγο να πεταχτώ στα γρήγορα να πάρω κάτι. Κι αυτός έκανε χώρο να κάτσει το παιδί. Έβαζε το χέρι του στην τσέπη, έπιανε κέρματα και δίχως να τα δει, τα έχωνε στη χούφτα του παιδιού.
Να πάρεις κουλουράκι του έλεγε. Από κείνο με το σουσάμι επάνω. Κι η μάνα την άλλη φορά που ερχόταν στην αγορά του κρατούσε από το μαγειρεμένο της φαΐ.
Ευχαριστώ έλεγε μ’ ανάγκη δεν ήταν. Στην κυρά Σμαρούλα το έδινε. Σ’ αυτή θα έπιανε τόπο. Μόνη ήταν κι άνεργη χωρίς δουλειά. Κανείς δεν έπαιρνε στην δούλεψή του μια που κάποτε ήταν ιερόδουλη κι ας είχε χρόνια που το σταμάτησε.
Ξύπνησε μια μέρα πολύ νέα ακόμη κι είπε τέλος. Και δεν ξαναπλάγιασε με πληρωμή. Μάζευε κοχύλια από την παραλία κι έφτιαχνε κολιέδες και βραχιόλια και τα πούλαγε, ώσπου κάποιος άνοιξε ένα μαγαζί με τέτοια χειροποίητα και την κυνηγούσε να μην πουλάει. Αυτή το είχε ανάγκη το μαγειρεμένο φαγάκι.
Αυτός ήταν χορτασμένος. Φροντίζανε κείνοι που τους μετέφερε τα βάρη να αφήνουν με πολύ αγάπη στη μια γωνίτσα από το καρότσι του πάντα κάποιο κέρασμα.
Με αγάπη και διακριτικότητα. Και κείνος το έπαιρνε και το κερνούσε με την σειρά του. Πόσο να φάει;
Τις σχόλες που η αγορά ήταν κλειστή, έβαζε τα καλά του, έπαιρνε την κυρα Σμαρούλα και σεργιανούσανε στα πλακόστρωτα της πόλης. Πίνανε τον καφέ τους, στου μπάρμπα Στάθη τον καφενέ, την πορτοκαλάδα τους, στης Ευανθίας το ζαχαροπλαστείο μαζί με το λουκουμάκι τριαντάφυλλο.
Κι άμα έφτανε το μεσημέρι, πάμε αρχόντισσά μου να σε κεράσω ό,τι λαχταράει η ψυχή σου. Και κείνη καμάρωνε με τα κοχύλια κρεμασμένα στον λαιμό της,και στο καρπό του χεριού της.
Πάμε να φας και να πιεις αρχόντισσά μου.
Στο ίδιο ταβερνάκι πάντα πηγαίνανε. Και παράγγελνε ο Βαγγέλας τα καλύτερα. Όλα για την κυρά Σμαρούλα.
Το αγαπούσε το κρασάκι η αρχόντισσά του. Τι κι αν της έλεγε με ρέγουλα. Εκείνη το κατέβαζε σαν νερό. Κι άμα ερχότανε στο κέφι, άρχιζε το τραγούδι, σιγά σιγά στην αρχή, κι ύστερα δυνάμωνε, γιατί οι θαμώνες μερακλωνόταν και χορεύανε. Ξεχνούσανε στη μέθη τους πως κείνη η φωνή, ήταν της γυναίκας που πλάγιαζε με πληρωμή.
Τούτη την ώρα δεν τους ένοιαζε. Το κρασί δεν ξέρει από τέτοια. Το κρασί δεν έχει μέσα του φθόνο και δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε τάξεις.. Αυτό βλέπει ψυχές!
Κι η ψυχή της κυρά Σμαρούλας ξεδιπλωνότανε με το τραγούδι.
Σαν έλεγε κείνο το:
Του κόσμου τα παράπονα
στον κόρφο μου τα έχω.
Όπως και την κατακραυγή
που’ μαθα να αντέχω
Ετούτη μέσα στο κρασί
την βάζω και την σβήνω.
Μα των ανθρώπων τον καημό
μες την ψυχή τον κλείνω
Ρεμπέτισσα ήταν η αρχόντισσα! Ρεμπέτισσα που έκανε τον κόσμο να φανερώνει τα ντέρτια του με το τραγούδι της.
Μόνο και μόνο για την ευχαρίστησή της, τις μέρες της σχόλης άξιζε ο Βαγγέλας να σέρνει το καρότσι με τα βάρη.
Άλλον δεν είχε στην ζωή του κι αυτός. Τι να τα κάνει τα κέρματα που βαραίνανε την τσέπη του. Τι αξία είχαν μπροστά σε τούτο που ένιωθε η κυρά Σμαρούλα;
Σαν την μάνα του την αγαπούσε. Σαν την μάνα που δεν είχε.
Σαν την μάνα που την έχασε νωρίς και πήρε και τον πατέρα του κοντά της. Όλη μέρα την περνούσανε μαζί.
Κι άμα έπεφτε το σκοτάδι, χωρίζανε να πάει ο καθένας στη μοναξιά του. Μα είχε η ψυχή τους τόση ευχαρίστηση και τόσες εικόνες από το γλέντι στο ταβερνάκι, που τους κράταγε παρέα μέχρι που να το ξανακάνουν.
Καθαρότερη ψυχή από της κυρά Σμαρούλας δεν είχε δει ο Βαγγέλας. Γι αυτό την ονόμασε αρχόντισσα! Είχε αρχοντιά μέσα της κι ας μην την βλέπανε οι άλλοι.
Την μέρα της βόλτας τους, δίπλα του, γιόμιζε και κείνη από την εκτίμησή του. Κανείς δεν την στραβοκοίταζε.
Η θωριά του Βαγγέλα δεν το επέτρεπε. Μπορεί να έκανε την δουλειά του χαμάλη μα η ψυχή του χαμαλοδουλειές δεν έκανε, και τούτο φαινότανε στα μάτια του και στο ζάλο του σαν την έβγαζε στο σεργιάνι την ρεμπέτισσα την κυρά Σμάρω.
Μια μέρα στην βόλτα τους σταμάτησε να χαζέψει ένα φουστάνι σε μια βιτρίνα ενός καταστήματος.
Την επομένη ο Βαγγέλας το αγόρασε και της το πήγε. Είμαι γριά του είπε για να το φορέσω. Πίσω να το πας να πάρεις τους παράδες που’ δωσες. Θα το βάλεις στην βόλτα μας της είπε. Τ’ άφησε κι έφυγε. Θα’ ρθω την Κυριακή.
Και πήγε. Είχε αγωνία, να την δει να το φοράει κι ας έλεγε πως ήταν γριά. Την φώναξε να βγει απ’ το καλύβι της. Απάντηση δεν πήρε. Κυρά Σμαρούλα ξανά είπε και χτύπησε.
Η αρχόντισσά του είχε ντυθεί με το φουστάνι το καινούργιο κι είχε φύγει φορώντας στον λαιμό και στο χέρι τα κοχύλια της.
Έφυγε χωρίς να γνωρίζει πως πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μέρος από την ζωή του Βαγγέλα.
Έφυγε χωρίς να τον ακούει να της λέει πόσο της πήγαινε το φουστάνι. Αχ μωρέ κυρά μου κι αρχόντισσά μου και να’ ξερες πόσο σου πάει τούτη η φορεσιά!
Με τιμή την κήδεψε. Με πόνο και τιμή και το καινούργιο της το φόρεμα. Κι όταν φτυαρίζανε το χώμα πάνω της μια φωνή από τον κόσμο που πήγε στην κηδεία της άρχισε να της τραγουδά.
Του κόσμου τα παράπονα
στον κόρφο μου τα έχω.
Όπως και την κατακραυγή
που’ μαθα να αντέχω
Ετούτη μέσα στο κρασί
την βάζω και την σβήνω.
Μα των ανθρώπων τον καημό
μες την ψυχή τον κλείνω
Τον είχε πληρώσει ο Βαγγέλας ετούτο τον τραγουδοποιό να της το πει. Και στην πρώτη φτυαριά, σίμωσε κι άδειασε πάνω στο φέρετρο τις τσέπες του που τις είχε γεμίσει με κέρματα.
Πάρε τα της είπε. Πάρε να’ χεις να πληρώνεις το κρασάκι σου τις σχόλες ώσπου να έρθω.
Να’ σαι αρχόντισσα και στον άλλο κόσμο που θα πας. Εγώ τι να τα κάνω κυρά Σμαρούλα μου χωρίς εσένα;
Και τούτη την φορά τα’φησε τα δάκρυα να τρέξουν κι ας είχε κόσμο. Τα άφησε χωρίς ντροπή.
Τι σημασία είχε η ντροπή μπρος στον πόνο;
Πάρε να έχεις να πίνεις και να τραγουδάς τα βάσανα του πάνω κόσμου. Τα δικά σου τελειώσανε της είπε και τα δάκρυά του μουσκέψανε την φανέλα του.
Εκεί έμεινε μαζί της για ώρα πολύ. Και προτού φύγει, έβγαλε ένα μπουκάλι με κρασί και το άφησε στο χώμα.
Πέρνα από την μάνα μου της είπε. Και κείνη αγαπούσε το κρασάκι. Από τον Ευάγγελο πες της. Από τον Ευάγγελό σου κι από του κόσμου τον Βαγγέλα.
Οι σχόλες του δεν ήταν ίδιες πια. Μόνος του τις περνούσε. Βάστα Βαγγέλα έλεγε. Βάστα μη σου σαλέψει κι αρχίσεις και πετάς τα κέρματα. Μα αξία δεν έχουν σαν δεν δίνουν χαρά.
Σαν δεν τα αραδιάζεις στο τραπέζι που ακουμπάνε οι ψυχές τους καημούς, τι τα θες; Βάστα Βαγγέλα. Βάστα…
Οι φωτογραφίες είναι ΑΙ από τον Ομφαλό της γης!