Στὸν νομὸ Ἡρακλείου Κρήτης, στὴν πεδιάδα της Μεσσαράς, κοντὰ στὸ χωριὸ Καλύβια, βρίσκεται τὸ μεγάλο μοναστήρι τῆς Παναγίας Καλυβιανής, ποὺ γιορτάζει στὶς 15 Αὐγούστου (Κοίμηση τῆς Θεοτόκου). Ἡ ἱστορικὴ καὶ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας βρέθηκε στὴν περιοχὴ τὸ 1873, στὰ κτήματα τοῦ Τούρκου Χουσεΐν Μπέη Βραζεράκη ἀπὸ τὰ Καλύβια, ὅπου βρισκόταν καὶ τὸ παλιό, μικρὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς περιοχῆς, μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατόρθωσαν νὰ ἐξασφαλίσουν διαταγὴ τοῦ διοικητῆ Κρήτης Ρεοὺφ πασᾶ γιὰ τὴν ἀπαλλοτρίωση τοῦ χώρου γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσουν καὶ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου.
Οἱ Τοῦρκοι ὅμως φανατικὰ ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἀντιδροῦν καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς περιοχῆς ἔβαζε μέσα στὴν ἐκκλησία τὸ ἄλογό του. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό, ποὺ τὸ γνωρίζω ἀπὸ τὴν προφορικὴ παράδοση τοῦ χωριοῦ μου (Ἀποδούλου Ἀμαρίου), ποὺ γειτονεύει μὲ τὴν περιοχή, καὶ εἶναι καταγεγραμμένο καὶ στὸ βιβλίο «Ἡ Παναγία Καλυβιανὴ καὶ τὰ ἱδρύματα», Μοῖρες Ἡρακλείου 1978, σέλ.12:
Ὁ ἰδιοκτήτης ἀγᾶς εἶχε ἕνα παιδὶ παράλυτο στὸ κρεβάτι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ θεραπευθεῖ. Ἡ Χανοὺμ καὶ μητέρα τοῦ παιδιοῦ ἦταν εὐσεβὴς στὴ θρησκεία της καὶ στὸν ὕπνο της τῆς παρουσιάστηκε ἡ Παναγία καὶ τῆς ἔδωσε παραγγελία νὰ σκουπίσει τὴν ἐκκλησία ποὺ βάζει τὸ ἄλογό του ὁ ἀγᾶς καὶ ὕστερα νὰ θυμιάσει καὶ μὲ αὐτὰ θὰ γίνει καλὰ τὸ παιδί της.
Στὴν ἀρχὴ δὲν πίστεψε, ἀλλὰ τῆς παρουσιάστηκε τρεῖς φορές. Φοβόταν τὸν ἄνδρα της καὶ δὲν εἶπε τίποτε. Ἀποφάσισε ὅμως νὰ ἐκτελέσει τὴν παραγγελία μόνη της. Πῆγε, σκούπισε τὴν ἐκκλησία, τὴν καθάρισε καὶ θύμιασε, χωρὶς νὰ τὴ δεῖ κανείς. Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι, τὸ παράλυτο παιδὶ ἔλειπε ἀπὸ τὸ κρεβάτι του. Θυμήθηκε τὰ λόγια τῆς μαυροφόρας [τῆς Παναγίας] καὶ ἄρχισε νὰ ἀδημονεῖ. Ρώτησε τὶς γειτόνισσες ἂν εἶδαν τὸ παιδί της κι ἐκεῖνες ξαφνιάστηκαν, γιατί ἤξεραν πὼς τὸ παιδὶ ἦταν παράλυτο στὸ κρεβάτι.
Ξαφνικὰ παρουσιάστηκε μιὰ γειτόνισσα καὶ ἀνάγγειλε ὅτι τὸ παράλυτο παιδὶ εἶναι ὑγιὲς καὶ παίζει μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ στὴν πλατεῖα, ψηλὰ στὸν Κοῦλε τοῦ χωριοῦ. Ἔτρεξε ἡ μητέρα του καὶ τὸ βρῆκε ὑγιέστατο καὶ χαρούμενο. Κατάλαβε τὸ θαῦμα καὶ δόξαζε τὸν Θεό.

Ὁ ἀγᾶς δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ. Εἶδε τὴν κίνηση καὶ ἐκστατικὸς πληροφορήθηκε ἀπὸ τὴ γυναῖκα του τα συμβάντα. «Δὲ σοῦ εἶπα τίποτα, γιατί φοβήθηκα». Τότε ὁ ἀγᾶς μὲ εὐλάβεια προσευχήθηκε καὶ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι ἀληθινὴ ἡ πίστη τῶν Ρωμιῶν, κάνοντας συγχρόνως καὶ τὴ δήλωση ὅτι παραχωρεῖ τὴν ἐκκλησία στοὺς Χριστιανοὺς μὲ ὅλη τὴ γύρω περιοχή. Οἱ φανατικοὶ Τοῦρκοι τῶν Καλυβίων δὲν τὸ ἄκουσαν αὐτὸ μὲ εὐχαρίστηση καὶ κατηγοροῦσαν τὸν ἀγᾶ πὼς ἔγινε Χριστιανὸς καὶ μάλιστα ἄρχισαν νὰ τὸν ὀνομάζουν ἀπὸ τότε εἰρωνικὰ «παπᾶ Μανώλη».
Πηγή: «Ἡ Παναγία καὶ οἱ ἀλλόθρησκοι», Πρωτοπρεσβυτέρου π. Δημητρίου Ἀθανασίου, ἐκδ. Γρηγόρη, σέλ.27-28