Τὰ Ἅγια φιλαράκια.
Ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης,
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης,
Ἅγιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης
Πέρασαν τὰ χρόνια καὶ ὁ παπα-Ἐφραὶμ πῆρε πέντε ὑποτακτικούς, ἡ συνοδεία μεγάλωσε. Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἀποφάσισε νὰ χτίσει μιὰ δεξαμενὴ καὶ νὰ κατεβάσει τὸ νερὸ ἀπὸ ὑψηλότερα. Ἔστειλε, λοιπόν, τὸν παπα-Ἐφραὶμ Σιμωνοπετρίτη, νὰ πάει νὰ ρωτήσει τὸν ἅγιο Πορφύριο, ποὺ ἦταν τότε στὸ ἡσυχαστήριό του στὸ Μήλεσι, στὸν Ὠρωπό, ἀπὸ ποῦ νὰ κατεβάσει τὸ νερό. Παρόλο ποὺ ἦσαν γείτονες στὸ Ἅγιο Ὄρος (Κατουνάκια-Καυσοκαλύβια εἶναι δίπλα-δίπλα), ἐν τούτοις δὲν εἶχαν ποτὲ συναντηθεῖ. Ὡστόσο, ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἤξερε γιὰ τὸ χάρισμα τοῦ ἁγίου Πορφυρίου νὰ βλέπει τὰ νερά, κάτω ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀπόσταση.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος δέχτηκε τὸν παπα-Ἐφραὶμ Σιμωνοπετρίτη καὶ πρὶν προλάβει νὰ τοῦ μιλήσει, τοῦ εἶπε: «Πὲς στὸν παπα-Ἐφραὶμ ὅτι ἀπὸ πάνω του ὑπάρχουν τρεῖς φλέβες. Νὰ πάρει τὴν μεσαία ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ νὰ κατεβάσει τὸ νερὸ στὸ κελλί του. Εἶναι ἡ καλύτερη ἐπιλογή».
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ὁ Σιμωνοπετρίτης, κατὰ κόσμον Κερεστεντζῆς, ἦταν συνομήλικος μὲ τὸν Γέροντα Αἰμιλιανὸ Σιμωνοπετρίτη καὶ φίλοι ἀπὸ παιδιὰ στὶς γειτονιὲς τῆς Νίκαιας. Τὸν γνώρισα, ὅταν Γενάρη τοῦ ’75 κατατάγηκα στὸ ναυτικό, γιατὶ ἦταν ὁ στρατιωτικὸς ἱερέας στὸ στρατόπεδο νεοσυλλέκτων Σκαραμαγκά. Παράτησε τὴν καριέρα του στὸ στρατὸ καὶ ἀκολούθησε τὸν Γέροντα Αἰμιλιανό, ὅταν αὐτὸς ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μεγάλο Μετέωρο καὶ ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴ συνοδεία του στὴ Σιμωνόπετρα. Ὑπεραγαποῦσε τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ Κατουνακιώτη, γι’ αὐτὸ καὶ πῆρε τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα ἀπὸ τὰ χέρια του, ἀλλάζοντας τὸ ὄνομά του, ἀπὸ Προκόπιος, σὲ Ἐφραίμ. Δὲν βαριόμουν ποτὲ νὰ ἀκούω καὶ νὰ ξανακούω τὶς ξεναγήσεις-κατηχήσεις του στοὺς προσκυνητὲς τῆς Σιμωνόπετρας, ποὺ ἔκανε κάθε ἀπόγευμα.

Μοῦ διηγήθηκε αὐτὴ τὴν ἱστορία τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2015, στὸ μπαλκόνι τοῦ παλιοῦ ἀρχονταρικιοῦ στὴν Σιμωνόπετρα, ὅπου ἡ θέα εἶναι ἴσως ἡ καλύτερη στὸ Ἅγιον Ὄρος, πραγματικά μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.
Ἔστειλαν, λοιπόν, μαζὶ μὲ τὴν πολύτιμη πληροφορία ἀπὸ τὸν ἅγιο Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη καὶ ἕνα συνεργεῖο, ποὺ δούλευε στη Σιμωνόπετρα, νὰ κτίσουν τη στέρνα γιὰ τὸ νερὸ στὸ σπίτι τοῦ παπα-Ἐφραὶμ στὰ Κατουνάκια. Δυστυχῶς, μόλις ἔφθασαν, ξεκίνησε μιὰ δυνατή βροχὴ καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐργαστοῦν. Οἱ μάστορες στενοχωρήθηκαν.
«Δὲν μποροῦμε νὰ περιμένουμε νὰ κοπάσει ἡ βροχή, θὰ γυρίσουμε στη Σιμωνόπετρα. Ἐκεῖ, ὅταν βρέχει, δουλεύουμε σὲ ἐσωτερικὰ ἔργα καὶ ἔτσι δὲν χάνουμε τὰ μεροκάματά μας. Θὰ ξανάρθουμε ἀργότερα, ἅμα φτιάξει ὁ καιρός».
Ὁ Γέροντας στενοχωρήθηκε.
«Πόσες μέρες χρειάζεται ἀνομβρία, γιὰ νὰ τελειώσετε τὸ χτίσιμο;», ρώτησε.
«Ε, καμμία βδομάδα», ἀπάντησαν οἱ μάστορες.
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἀγρίεψε:
«Πόσες μέρες ἀκριβῶς; Πές μου».
Τότε ὁ ἀρχιμάστορας μαζεύτηκε καὶ τοῦ λέει.
«Πέντε μέρες, Γέροντα. Θὰ βάλουμε τὰ δυνατὰ μας καὶ θὰ τὴν τελειώσουμε σὲ πέντε μέρες».
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ἔφυγε φουριόζος, ἀνέβηκε τὰ σκαλιά, γκάπ-γκούπ, καὶ ἐξαφανίστηκε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ κελλιοῦ του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἡ βροχή σταμάτησε, οἱ μάστορες στρώθηκαν στὴ δουλειὰ καὶ σὲ πέντε μέρες ἡ δεξαμενὴ ἦταν ἕτοιμη. Καλουπωμένη.
Ὁ Γέροντας τοὺς πλήρωσε, τοὺς ἔδωσε τὴν εὐχή του καὶ τοὺς εἶπε:
«Ἄντε τώρα φύγετε, νὰ προλάβετε τὸ μοτόρι, νὰ πᾶτε Σιμωνόπετρα».
Καὶ τὸ μὲν μοτόρι τὸ προλάβανε, ὅμως τὴ βροχή, μέχρι νὰ κατέβουν τὴν κατηφόρα τῶν τετρακοσίων μέτρων ποὺ χωρίζει τὴν ἀετοφωλιά πού ‘ναι χτισμένο τὸ ἡσυχαστήριο τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ, μέσα σὲ μιὰ ἄγρια, γρανιτένια ἀγκαλιά, αὐτὴν δὲν τὴν προλάβανε. Φτάσανε μούσκεμα, στάζοντας νερά, στὴ Σιμωνόπετρα.
«Μωρέ, τί ἅγιος εἶναι αὐτὸς ὁ Γέροντας, ποὺ μᾶς στείλατε; Σταματᾶ τὴν βροχή, ἅμα θέλει», διηγοῦνταν ἐκστατικοὶ τὸ πάθημά τους στοὺς Σιμωνοπετρίτες πατέρες.
Πέρασαν εἴκοσι μέρες καὶ ἔπρεπε νὰ ξεκαλουπωθεῖ ἡ δεξαμενή. Γιὰ νὰ μὴν ξαναπληρώνει ἐργατικὰ μεροκάματα ὁ παππούλης, αὐτὴ τὴ φορὰ πῆγαν δυό-τρεῖς πατέρες ἀπὸ τὴ Σιμωνόπετρα, ποὺ πιάναν τὰ χέρια τους, καὶ ξεκαλουπώσαν τὴ δεξαμενή. Διηγήθηκαν, λοιπόν, στὸν Γέροντα, ὅτι οἱ ἐργάτες τὸν πῆραν σὲ εὐλάβεια, ὅτι εἶναι ἅγιος καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα τῆς διακοπῆς τῆς βροχῆς γιὰ πέντε μέρες.
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ γέλασε τότε καλόκαρδα καὶ εἶπε:
«Ὄχι, βρὲ παιδιά, δὲν ἤτανε δικό μου τὸ θαῦμα! Τοῦ ἁγίου Νεκτάριου ἦταν. Αὐτὸν παρεκάλεσα!»
Πηγή: «Ἅγιον Ὅρος χώρα ζώντων», Στέφανος Δημόπουλος, ἐκδ. Ἐν πλῷ, σελ.153-157