Ἡ χήρα Γιωργάκαινα καὶ τὸ εὐχέλαιο..

mike
By
18 Views
4 Min Read

Στὸ Γεράνι ζεῖ ἐκεῖνα τὰ χρόνια μιὰ ἄλλη χήρα – ἡ Γιωργάκαινα – ἡ ὁποία πασχίζει ἀπεγνωσμένα νὰ μεγαλώσει μόνη της τὰ τρία ὀρφανὰ παιδιά της. Κάποια μέρα ὁ παπᾶ Γιάννης ἑτοιμάζεται νὰ πάει στὸ σπίτι της γιὰ εὐχέλαιο, ὅπως ἔχουν συνεννοηθεῖ, ὡστόσο ἡ ἴδια νιώθει ἐξαιρετικὰ ἄβολα, γιατί δὲν ἔχει χρήματα νὰ πληρώσει τὸν ἱερέα, ὅπως συνηθίζεται.

«Ἐλᾶτε νὰ καθίσουμε ἐδῶ στὰ σκοτεινὰ» παρακινεῖ τὰ παιδιά της. «Ἂν ἔρθει ὁ παπᾶς δὲν θὰ τοῦ ἀνοίξουμε καὶ θὰ προσποιηθοῦμε ὅτι λείπουμε» τοὺς λέει, ἐξηγῶντας συγχρόνως τὴν αἰτία γιὰ τὴ συμπεριφορά της.

Σὲ λίγο φτάνει ὁ ἱερέας ὁ ὁποῖος χτυπᾶ τὴν πόρτα καὶ φωνάζει στὴ Γιωργάκαινα νὰ τοῦ ἀνοίξει.
«Γιωργάκαινα, ἄνοιξε, εὐλογημένη!» φωνάζει ἐπανειλημμένως ὁ ἀγαθὸς γέροντας χωρὶς νὰ ὑποψιάζεται τοὺς λόγους ποὺ ἡ χήρα συμπεριφέρεται μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο.

«Ἦρθα γιὰ τὸ εὐχέλαιο ποὺ ἔχουμε κανονίσει». Ὅμως οὔτε φωνή, οὔτε ἀκρόαση ἀπὸ τὴ χήρα καὶ τὰ ὀρφανά!

Ἡ ὥρα περνᾶ κι ἔρχεται τὸ σούρουπο. Τότε ὁ ἱερέας συνειδητοποιεῖ, ὅτι κάτι περίεργο συμβαίνει. Προχωρᾶ κι ἀνοίγει τὴν πόρτα. Ἀντικρίζει τὴ Γιωργάκαινα καὶ τὰ παιδιά της καθισμένους σιωπηλοὺς στὸ μισοσκόταδο.

«Γιατί, εὐλογημένη, δὲν ἀπαντᾶς;» τὴ ρωτᾶ. «Δὲν θὰ κάνουμε τὸ εὐχέλαιο;»

«Πάτερ, σὲ ντρέπομαι, ἀλλὰ δὲν ἔχω λεφτὰ νὰ σὲ πληρώσω! Γι’ αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσουμε καλύτερα» τοῦ ἀπαντᾶ ψελλίζοντας ἡ γυναῖκα.

«Τί λές, εὐλογημένη τοῦ Θεοῦ! Τί εἶναι ὁ Θεὸς κι ἡ Ἐκκλησία Του καὶ τὰ μυστήρια ποὺ ἐκτελεῖ ὁ ταπεινὸς Τοῦ ὑπηρέτης; Μπακάλης εἶναι πού, ἂν δὲν τοῦ δώσεις χρήματα, δὲν σοῦ δίνει ἐμπορεύματα; Θὰ ἐπανέλθω αὔριο τὸ ἀπόγευμα γιὰ τὸ εὐχέλαιο καὶ δὲν θέλω ν’ ἀκούσω τὶς ἴδιες ἀνοησίες ξανά, ἀκοῦς;» ἦταν ἡ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση τοῦ εὐλαβοῦς γέροντα.

Πράγματι, τὸ ἄλλο ἀπόγευμα ὁ ἱερέας ξαναπάει στὸ σπίτι της Γιωργάκαινας γιὰ τὸ συμφωνημένο μυστήριο. Ἡ Γιωργάκαινα τὸν ὑποδέχεται αὐτὴ τὴ φορὰ ἀλλὰ μὲ μιὰ πρόταση:
«Πάτερ, δὲν ἔχω χρήματα νὰ σὲ πληρώσω ἀλλὰ ἔχω μερικὰ φρέσκα αὐγὰ νὰ σοῦ δώσω γιὰ τὶς ὑπηρεσίες σου…»

«Μπά, σὲ καλό σου, εὐλογημένη!» τὴν διακόπτει ὁ γέροντας. «Κράτα τ’ αὐγὰ νὰ τὰ φᾶνε τὰ ὀρφανά! Ἂν θὲς ὅμως, μποροῦμε νὰ κάνουμε μιὰ ἄλλη συμφωνία. Σὲ λίγες μέρες θὰ χρειαστῶ ἐργάτες γιὰ τὸν τρύγο καὶ τὸ πάτημα τῶν σταφυλιῶν. Ἂν θές, ἔλα νὰ κάνεις μερικὰ μεροκάματα ποὺ τόσο ἔχεις ἀνάγκη γιὰ σένα καὶ τὰ παιδιά σου»

Ἡ συμφωνία κλείνει καὶ ἡ χήρα δουλεύει τρεῖς μέρες στ’ ἀμπέλια τοῦ παπᾶ- Γιάννη. Ὅταν τελειώνει τὸ ἔργο κι ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τῆς πληρωμῆς ἡ χήρα ἀρνεῖται νὰ πάρει ἔστω καὶ μιὰ δραχμὴ ἔναντι τῆς δουλειᾶς της.
«Ἂν εἶναι ποτὲ δυνατόν, πάτερ!» τοῦ φωνάζει. «Μετὰ ἀπὸ τόσα ποὺ σοῦ ὀφείλω δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίπτωση νὰ δεχθῶ χρήματα γιὰ τὰ μεροκάματα ποὺ σοῦ ἔκανα!»

Μετὰ τὴν ἐπίμονη, πεισματικὴ ἄρνηση τῆς γυναίκας, ὁ παπᾶς ἀπομακρύνεται μ’ ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο, μουρμουρίζοντας «Καλααά…..!»

Τὴν ἑπόμενη μέρα, χωρὶς νὰ τὸ πεῖ οὔτε στὴν πρεσβυτέρα, ἀγοράζει 5 ὀκάδες βαμβάκι, τὸ εἶδος ποῦ χρησιμοποιοῦν στὴν οἰκοτεχνία καὶ στὸν ἀργαλειὸ οἱ γυναῖκες τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ φτιάξουν ἀπὸ ροῦχα μέχρι ὑφαντὰ οἰκιακῆς χρήσης. Περιμένει νὰ νυχτώσει καλὰ καὶ μετὰ πηγαίνει μέχρι τὴν πόρτα της Γιωργάκαινας καὶ τὸ ἀφήνει κρυφὰ ἐκεῖ.

Ἡ χήρα τὸ βρίσκει τὸ ἑπόμενο πρωὶ καί, ἀφοῦ «ἀνακρίνει» τὶς γειτόνισσες, μαθαίνει ποιός εἶναι ὁ «δράστης». Κάποια γειτόνισσα ἔχει δεῖ τὶς ἐνέργειες τοῦ ἱερέα παρὰ τὶς προφυλάξεις του.

Τρέχει ἡ Γιωργάκαινα νὰ βρεῖ τὸν ἱερέα καὶ τοῦ προτείνει νὰ τοῦ τὸ πληρώσει.

«Εἶναι πληρωμένο» ἰσχυρίζεται ἐκεῖνος. «Τὸ ἔχει πληρώσει ὁ Θεός!»

Τέτοια εἶναι ἡ μέριμνα τοῦ ταπεινοῦ παπᾶ γιὰ τοὺς μὴ ἔχοντες καὶ τοὺς φτωχούς.

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

add
TAGGED:
Share This Article