ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ Ποιοι είναι, γιατί θα εμφανιστούν και τι σημαίνει η μαρτυρία τους πριν από το τέλος;

mike
By
34 Views
9 Min Read

Υπάρχουν ορισμένες σελίδες της Αγίας Γραφής που ο άνθρωπος διαβάζει με ιδιαίτερο δέος. Μία από αυτές βρίσκεται στο ενδέκατο κεφάλαιο της Αποκάλυψης του Ιωάννου. Εκεί εμφανίζονται δύο μυστηριώδεις μορφές, τις οποίες ο ίδιος ο Θεός αποκαλεί «τοὺς δύο μάρτυράς μου». Δεν κατονομάζονται. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό επί αιώνες γεννήθηκε το ερώτημα:

Ποιοι είναι οι δύο Μάρτυρες; Η Αποκάλυψη λέει ότι θα προφητεύσουν επί 1.260 ημέρες, ντυμένοι με σάκκους. Τους παρουσιάζει ως «δύο ελαίες» και «δύο λυχνίες» που στέκονται ενώπιον του Θεού. Τους δίνεται εξουσία να κλείσουν τον ουρανό ώστε να μη βρέχει, να μετατρέψουν τα νερά σε αίμα και να πλήξουν τη γη. Και όταν ολοκληρώσουν τη μαρτυρία τους, το Θηρίο θα πολεμήσει εναντίον τους και θα τους θανατώσει. Όμως η ιστορία τους δεν τελειώνει στον θάνατο. Μετά από τρεισήμισι ημέρες, κατά το όραμα του Ιωάννου, πνεύμα ζωής από τον Θεό εισέρχεται μέσα τους. Σηκώνονται όρθιοι και εκείνοι που τους βλέπουν κυριεύονται από φόβο. Έπειτα ανεβαίνουν στον ουρανό. Αυτή είναι μία από τις συγκλονιστικότερες εικόνες ολόκληρης της Αποκάλυψης.

Είναι ο Ενώχ και ο Ηλίας;

Η αρχαία χριστιανική παράδοση συνέδεσε πολύ νωρίς τους δύο Μάρτυρες με δύο μεγάλες μορφές της Παλαιάς Διαθήκης: τον Ενώχ και τον Προφήτη Ηλία. Υπάρχει ένας προφανής λόγος. Για τον Ενώχ η Γένεση αναφέρει ότι πορεύθηκε με τον Θεό και ο Θεός τον «μετέθεσε». Η προς Εβραίους επιστολή ερμηνεύει τη μετάθεσή του ως μη γεύση θανάτου. Για τον Ηλία γνωρίζουμε τη μυστηριώδη αναχώρησή του με την πύρινη άμαξα και τον ανεμοστρόβιλο. Η ταύτιση των δύο Μαρτύρων με τον Ενώχ και τον Ηλία εμφανίζεται ήδη πολύ νωρίς στην εκκλησιαστική παράδοση. Ο Ιππόλυτος Ρώμης τούς κατονομάζει ως Ενώχ και Ηλία και συνδέει τη δράση τους με τις 1.260 ημέρες της Αποκάλυψης. Εδώ όμως χρειάζεται θεολογική προσοχή. Η ίδια η Αποκάλυψη δεν λέει τα ονόματά τους. Επομένως, άλλο είναι να πούμε ότι υπάρχει αρχαία και ισχυρή πατερική παράδοση που τους ταυτίζει με τον Ενώχ και τον Ηλία και άλλο να ισχυριστούμε ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το δηλώνει ρητώς. Δεν το δηλώνει.

Γιατί κάποιοι μιλούν για Μωυσή και Ηλία;

Υπάρχει και δεύτερη ερμηνεία. Οι δυνάμεις που αποδίδει η Αποκάλυψη στους δύο Μάρτυρες θυμίζουν έντονα Μωυσή και Ηλία. Το κλείσιμο του ουρανού ώστε να μη βρέχει παραπέμπει στον Ηλία. Η μετατροπή του νερού σε αίμα και οι πληγές παραπέμπουν στον Μωυσή. Και υπάρχει ακόμη μία εντυπωσιακή σύνδεση: Μωυσής και Ηλίας είναι οι δύο μορφές της Παλαιάς Διαθήκης που εμφανίζονται δίπλα στον Χριστό κατά τη Μεταμόρφωση. Γι’ αυτό και στην ιστορία της ερμηνείας συναντούμε περισσότερες από μία προσεγγίσεις. Για την ορθόδοξη ανάγνωση, όμως, μεγαλύτερη σημασία από την περιέργεια γύρω από τα ονόματα έχει η αποστολή των δύο Μαρτύρων.

Γιατί έρχονται;

Η Αποκάλυψη δεν τους παρουσιάζει ως ανθρώπους που έρχονται να ικανοποιήσουν την περιέργεια των πιστών για τα έσχατα. Έρχονται για να μαρτυρήσουν. Και μάλιστα μαρτυρούν σε μία εποχή κατά την οποία η αλήθεια φαίνεται να έχει ηττηθεί. Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο μήνυμα του χωρίου. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον κόσμο ούτε στις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας. Ακόμη και όταν το κακό φαίνεται πανίσχυρο, υπάρχει μαρτυρία Θεού. Ακόμη και όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να εξαφανίσουν τη φωνή Του, κάποιος εξακολουθεί να λέει: Ο Χριστός είναι Κύριος.

Οι 1.260 ημέρες

Η Αποκάλυψη αναφέρει ότι οι δύο Μάρτυρες θα προφητεύσουν για 1.260 ημέρες. Πρόκειται για χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί συμβολικά σε τριάμισι έτη και επανέρχεται με διαφορετικές μορφές στην αποκαλυπτική γραμματεία. Δεν πρέπει όμως να μετατρέπουμε την Αποκάλυψη σε ημερολόγιο υπολογισμού της συντέλειας. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα λάθη που επαναλαμβάνονται ανά τους αιώνες. Άνθρωποι παίρνουν αριθμούς, ημέρες, μήνες και έτη και προσπαθούν να υπολογίσουν πότε ακριβώς θα συμβεί το τέλος. Η Αποκάλυψη όμως δεν μας δόθηκε για να κατασκευάζουμε χρονοδιαγράμματα του Θεού. Μας δόθηκε για να μάθουμε να είμαστε πιστοί όταν η ιστορία σκοτεινιάζει.

Και τότε εμφανίζεται το Θηρίο

Το κείμενο χρησιμοποιεί μία φράση που δεν πρέπει να προσπεράσουμε: όταν οι δύο Μάρτυρες τελειώσουν τη μαρτυρία τους, τότε το Θηρίο πολεμά εναντίον τους και τους σκοτώνει. Προσέξτε τη σειρά. Δεν τους θανατώνει πριν ολοκληρωθεί η αποστολή τους. Αυτό είναι βαθύτατα παρηγορητικό. Το κακό φαίνεται ότι νικά, αλλά ακόμη και η στιγμή κατά την οποία του επιτρέπεται να χτυπήσει βρίσκεται μέσα στα όρια της θείας παραχώρησης. Το Θηρίο μπορεί να σκοτώσει τους Μάρτυρες. Δεν μπορεί όμως να ακυρώσει τη μαρτυρία τους.

Ένας κόσμος που πανηγυρίζει για τον θάνατό τους

Ίσως το τρομακτικότερο σημείο δεν είναι ότι οι δύο Μάρτυρες θα σκοτωθούν. Είναι η αντίδραση των ανθρώπων. Η Αποκάλυψη περιγράφει έναν κόσμο που χαίρεται για τον θάνατό τους. Γιατί; Επειδή οι δύο προφήτες τούς «βασάνισαν». Όχι επειδή τους βασάνισαν με την έννοια της σωματικής βίας, αλλά επειδή η αλήθεια βασανίζει τη συνείδηση που δεν θέλει να μετανοήσει. Εδώ η Αποκάλυψη γίνεται τρομακτικά διαχρονική. Υπάρχει στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος δεν αρκείται στο να απορρίψει τον Θεό. Θέλει να σιωπήσει και εκείνον που του Τον θυμίζει.

Τρεισήμισι ημέρες σιωπής

Και οι Μάρτυρες κείτονται νεκροί. Ο κόσμος θεωρεί ότι τελείωσαν όλα. Το Θηρίο νίκησε. Οι φωνές σίγησαν. Η μαρτυρία σταμάτησε. Και τότε συμβαίνει αυτό που ο κόσμος της Αποκάλυψης δεν μπορεί να ελέγξει: παρεμβαίνει ο Θεός. Οι νεκροί σηκώνονται. Η εικόνα είναι βαθύτατα χριστολογική. Το κακό έχει πάντοτε το ίδιο λάθος: θεωρεί τον θάνατο τελική νίκη. Αυτό ακριβώς πίστεψε και στον Γολγοθά. Έκλεισε τον Χριστό μέσα σε έναν τάφο και νόμισε ότι τελείωσε μαζί Του. Αλλά ο Χριστιανισμός γεννήθηκε από ένα γεγονός που ανατρέπει ολόκληρη αυτή τη λογική: ο τάφος ήταν άδειος. Γι’ αυτό και η ανάσταση των δύο Μαρτύρων δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό επεισόδιο των εσχάτων. Είναι διακήρυξη ότι ο τελευταίος λόγος ανήκει στον Θεό.

Και αν οι δύο Μάρτυρες αφορούν και εμάς;

Υπάρχει ακόμη μία ερμηνευτική διάσταση που αξίζει να κρατήσουμε. Μέσα στη χριστιανική ερμηνευτική παράδοση έχει υπάρξει και η συμβολική ανάγνωση σύμφωνα με την οποία οι δύο Μάρτυρες εκφράζουν ευρύτερα την προφητική μαρτυρία του λαού του Θεού. Η εικόνα των δύο λυχνιών και των δύο ελαιών συνδέεται άλλωστε με το τέταρτο κεφάλαιο του Προφήτη Ζαχαρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει αναγκαστικά να απορρίψουμε την πατερική προσδοκία συγκεκριμένων προσώπων. Σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει να διαβάζουμε το κείμενο σαν να αφορά αποκλειστικά δύο μυστηριώδεις ανθρώπους του μέλλοντος. Γιατί υπάρχει ένα ερώτημα πολύ σημαντικότερο από το: «Ποιοι θα είναι οι δύο Μάρτυρες;» Το ερώτημα είναι: «Όταν έρθει η δική μου ώρα να μαρτυρήσω για τον Χριστό, εγώ θα σταθώ;» Αυτό είναι το πραγματικό εσχατολογικό ερώτημα. Η Αποκάλυψη δεν γράφτηκε για να δημιουργήσει μια γενιά χριστιανών που παρακολουθεί φοβισμένη τις ειδήσεις αναζητώντας σημεία του Αντιχρίστου. Γράφτηκε για να δημιουργήσει ανθρώπους που, ακόμη και όταν όλα γύρω τους σκοτεινιάζουν, δεν αρνούνται τον Χριστό. Οι δύο Μάρτυρες, είτε τους αναμένουμε ως Ενώχ και Ηλία σύμφωνα με την αρχαία παράδοση είτε εξετάζουμε παράλληλα τη βαθύτερη συμβολική διάσταση της εικόνας, μας αφήνουν τελικά μία και μόνη ερώτηση: Αν ολόκληρος ο κόσμος πανηγύριζε επειδή η φωνή του Χριστού σώπασε, θα είχαμε το θάρρος να γίνουμε εμείς η επόμενη φωνή; Γιατί ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο της Αποκάλυψης δεν είναι ποιοι θα εμφανιστούν στο τέλος. Είναι ποιοι θα παραμείνουν πιστοί μέχρι το τέλος.

Αρχμ Χριστοδουλος

add
TAGGED:
Share This Article