ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (10ον).

mike
By
12 Views
13 Min Read

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου 

Θεολόγου- συγγραφέως 

Εν Θεσσαλονίκη τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 

Μέρος δέκατον 

    Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων λαϊκών στις οποίες αναφερθήκαμε στο προηγούμενο μέρος, προχωρούμε σε συνοπτική περιγραφή των κυριωτέρων μετασυνοδικών εξελίξεων. Αυτές, ευρισκόμενες σε άμεση διαλεκτική σχέση και συνάρτηση με την ψευδοσύνοδο, υπήρξαν ως επί το πλείστον τραγικές και οδυνηρές, θα γίνονται δε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μελλοντικά όλο και τραγικότερες. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιες ελάχιστες θετικές και ενθαρρυντικές. Παρά κάτω θα αναφερθούμε εν συντομία στην Εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ. με τίτλο: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης», που δημοσίευσε τον Ιανουάριο του 2017, προκειμένου να ενημερώσει τον πιστό λαό του Θεού σχετικά με την ψευδοσύνοδο,  καθώς και σύντομη κριτική αξιολόγησή της.     

Η Εγκύκλιος: «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης». 

    Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη. Κύριος σκοπός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήταν η ενίσχυση και η φανέρωση της ενότητας όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και η αντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικών ζητημάτων. 

    Με βάση τα συμπεράσματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου: 

  • Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της διά των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία Της. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Αγία Σύνοδος δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές, η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), οι επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368), και οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες και Αγίες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως (1872). 
  • Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Για την Ορθόδοξη Διασπορά στις διάφορες χώρες του κόσμου αποφασίσθηκε να συνεχισθεί η λειτουργία των Επισκοπικών Συνελεύσεων με εκπροσώπους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προκειμένου να διασφαλίζεται η αρχή της συνοδικότητας, μέχρι να εφαρμοσθεί η κανονική ακρίβεια. 
  • Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η οικογένεια αποτελεί καρπό της «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός και είναι η μόνη εγγύηση της γεννήσεως και της ανατροφής των τέκνων. 
  • Η Εκκλησία τονίζει διαρκώς την αξία της εγκρατείας, της χριστιανικής ασκήσεως. Η χριστιανική άσκηση δεν διακόπτει την σχέση του ανθρώπου με την ζωή και τον συνάνθρωπο, αλλά τον συνδέει με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν αφορά μόνον τους μοναχούς. Το ασκητικό ήθος είναι χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής. 
  • Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τους διωγμούς, την εκδίωξη και δολοφονία μελών θρησκευτικών κοινοτήτων, τον εξαναγκασμό σε αλλαγή θρησκευτικής πίστεως, την εμπορία προσφύγων, τις απαγωγές, τα βασανιστήρια, τις απάνθρωπες εκτελέσεις, τις υλικές καταστροφές. Ιδιαίτερα εκφράζει την αγωνία Της για την κατάσταση των Χριστιανών και όλων των διωκωμένων μειονοτήτων στην Μέση Ανατολή και σε άλλα σημεία του κόσμου. 
  • Βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η Ιεραποστολή, δηλαδή ο αγώνας Της να δίνει συνεχώς την μαρτυρία της πίστεως και να κηρύττει το ευαγγέλιο, είτε στους πιστούς που ζουν μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες, είτε σε όσους δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό.  

    Ο διάλογος κυρίως με τους ετεροδόξους χριστιανούς, (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις), γίνεται με βάση το χρέος της Εκκλησίας να μαρτυρεί προς κάθε κατεύθυνση την αλήθεια και την αποστολική πίστη. Έτσι γίνεται γνωστή σε αυτούς η γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης, η αξία της πατερικής διδασκαλίας, η λειτουργική εμπειρία και η πίστη των Ορθοδόξων. Οι διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως. 

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν νοείται αγιότητα του ανθρώπου εκτός του Σώματος του Χριστού, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας (Εφ. α, 23). Η αγιότητα είναι μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας και στα ιερά μυστήριά της με επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Οι άγιοι εικονίζουν την Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη. Κατά τον Μ. Βασίλειο «εις λαός πάντες οι εις Χριστόν ηλπικότες και μία Εκκλησία νυν οι Χριστού, καν εκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται». Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε Αυτήν. 

    Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελούν αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης. Αυτό ισχύει για όλες τις Συνόδους της Εκκλησίας. Ο θεολογικός διάλογος δεν διακόπτεται. Προϋπόθεση απαραίτητη βεβαίως είναι να διατηρείται αλώβητη η θεολογική αλήθεια και ο διάλογος αυτός να πραγματοποιείται χωρίς φανατισμούς και διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές και σχίσματα, τα οποία πληγώνουν την ενότητα της Εκκλησίας. Τα σχίσματα είναι δυσίατες πνευματικές ασθένειες. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο: «το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν, και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει την τιμωρίαν» (PG48, 872). Γι αυτό προτρέπονται οι πιστοί να μη δίνουν βαρύτητα στα λόγια εκείνων που τους παρακινούν να απομακρυνθούν από Αυτήν προκειμένου να αποτελέσουν ξεχωριστή ομάδα έξω από το πλήρωμα της Εκκλησίας, επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας.  

    Κατακλείοντας το μήνυμα αυτό, επιθυμούμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι όλοι οι Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος αγρυπνούμε και παραμένουμε αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη πίστη και αφοσιωμένοι στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. «Αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, το αυτό φρονείτε, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και ειρήνης έσται μεθ ημών» (Β΄ Κορ. 13,11). 

Σύντομες θεολογικές παρατηρήσεις πάνω στην ως άνω «Εγκύκλιο» της Δ.Ι.Σ. 

    Η εν λόγω «Εγκύκλιος», δυστυχώς απέτυχε των προσδοκιών του πιστού λαού  του Θεού, όπως θα φανεί με όσα θα λεχθούν στη συνέχεια. Εκείνο που αποδεικνύεται με βάση το περιεχόμενό της είναι ότι αυτή πόρω απέχει, (ούτε καν από μακρυά μπορεί να συγκριθεί), με την ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Εκκλησίας, την οποία έλαβε στις 15 Νοεμβρίου 2016, σχετικά με την ψευδοσύνοδο. Ήταν μια απόφαση η οποία «λίαν ηύφρανε τους Ορθοδόξους και κατήσχυνε τους κακοδόξους» οικουμενιστές. 

    Με βάση την Εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ. έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:    

  1. Το πρώτο συμπέρασμα που βγάζει αβίαστα ο αναγνώστης, διαβάζοντας την εν λόγω Εγκύκλιο, είναι ότι ηψευδοσύνοδος ήταν μια γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις. Ο συντάκτης πουθενά δεν κάνει την παραμικρή κριτική αξιολόγηση των οκτώ κειμένων που παρήγαγε η εν λόγω  «Σύνοδος» και ιδίως του τελευταίου 6ου κειμένου με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», για το οποίο έγινε τόσος θόρυβος σε πανορθόδοξο επίπεδο και το οποίο δέχθηκε ως γνωστόν σφοδρότατη θεολογική κριτική. Κάτι τέτοιο ούτε καν το διανοείται. Θεωρεί δεδομένο ότι οι αποφάσεις της «Συνόδου» αυτής είναι Ορθόδοξες και ότι δεν επιδέχονται καμία συζήτηση, ή αμφισβήτηση. Και με αφετηρία αυτό το δεδομένο, παραθέτει στη συνέχεια κάποια συμπεράσματα της δήθεν «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».  
  2. Στην παράγραφο 2 αναφέρει:«Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της διά των Ιερών Μυστηρίων». Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της πρωτίστως και κυρίως διά της κοινής ορθής πίστεως και στη συνέχεια και σαν συνέπεια της ορθής πίστεως διά των Ιερών Μυστηρίων. Προηγείται η πίστις και έπονται τα μυστήρια. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Όταν δε πάντες ομοίως πιστεύομεν, τότε ενότης εστίν»,  Επίσης σε ένα από τα αιτήματα της Θείας Λειτουργίας εκείνο που πρωτίστως ζητούμε από τον Κύριο είναι η «ενότητα της πίστεως» και όχι η ενότητα των Μυστηρίων: «Την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος αιτησάμενοι…». 
  3. Στη 2η παράγραφο το κείμενο ομιλεί περί Συνοδικότητος:«Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία της». Έχει ήδη γίνει εκτενής λόγος με όσα αναφέραμε σε προηγούμενες ενότητες, στον τρόπο οργανώσεως και λειτουργίας της ψευδοσυνόδου και καταδείξαμε σ’ αυτές, ότι αυτή σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί την Συνοδική και Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας. Καταδείξαμε επίσης ότι η εν λόγω «Σύνοδος» δυστυχώς δεν «υπηρέτησε την ενότητα της Εκκλησίας», αλλά αντίθετα την τορπίλισε. Προκάλεσε διασπάσεις σε πολλά επίπεδα, αφού τέσσερις Τοπικές Εκκλησίες δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν, ενώ παράλληλα σημειώθηκαν αποτειχίσεις σε πολλές Ορθόδοξες χώρες, που με την πάροδο του χρόνου όλο και περισσότερο αυξάνουν. 
  4. Στην 3η παράγραφο ομιλεί περί οικογενείας, αποσιωπά όμως το γεγονός ότι ηψευδοσύνοδος νομοθετεί την κατ’ οικονομία δυνατότητα τελέσεως μικτών γάμων Ορθοδόξων με ετεροδόξους, οι οποίοι όμως απαγορεύονται απολύτως σύμφωνα με τον 72ο Ιερό Κανόνα τῆς Πενθέκτης εν Τρούλλῳ Συνόδου.  
  5. Στην 3η  παράγραφο της δευτέρας σελίδος γίνεται λόγος για τους Διαχριστιανικούς Διαλόγους:«Οι Διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως». Εδώ ο συντάκτης παραπλανά τον λαό, δεν λέει καθαρή την αλήθεια. Διότι ενώ θεωρητικά η ψευδοσύνοδος διεκήρυξε την παραπάνω πρόταση, στην πράξη οι Διάλογοι απέδειξαν το εντελώς αντίθετο. Κατέληξαν δυστυχώς σε συμβιβασμούς απαράδεκτους σε ζητήματα πίστεως, όπως εκτενώς αποδείξαμε σε προηγούμενες ενότητες. Είναι ολοφάνερο, ότι εδώ έχουμε ασυνέπεια και αντιφατικότητα μεταξύ θεολογικών διακηρύξεων και της τραγικής πραγματικότητος.  
  6. Στην ίδια παράγραφο ο συντάκτης παρά κάτω ορθότατα προσθέτει:«Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη…Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε αυτήν». Δεν επισημαίνει όμως ότι στην ψευδοσύνοδο διεκηρύχθη το εντελώς αντίθετο. Ότι δηλαδή αναγνωρίσθηκαν ως «Εκκλησίες» οι ετερόδοξοι. Αποσιωπά επίσης το γεγονός ότι η ελληνική αντιπροσωπεία δεν παρέμεινε πιστή στην εντολή που έλαβε σχετικά με το θέμα αυτό από την Σύνοδο της Ιεραρχίας του Μαΐου 2016.  
  7. Δεν είναι μόνον η αναγνώριση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους, ο μοναδικός λόγος για τον οποίον ηψευδοσύνοδος εξέπεσε και κατάντησε μια ψευδοσύνοδος. Είναι και όσα κακόδοξα αποδέχθηκε σχετικά με το Π.Σ.Ε. και ειδικότερα στην δήλωση του Τορόντο. Για όλα τα παρά πάνω δεν αναφέρει τίποτε απολύτως η «Εγκύκλιος», έτσι ώστε με την ένοχη σιωπή της, δίδει στο λαό μια ακόμη παραπλανητική εικόνα των αποφάσεών της. 
  8. Κατόπιν αυτών τίθενται αμείλικτα τα ερωτήματα: Γιατί το συνοδικό κείμενο της Δ.Ι.Σ. προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα και παρουσιάζει την εν λόγω Σύνοδο ως Ορθόδοξη, ενώ έλαβε κακόδοξες αποφάσεις; Γιατί αποκρύπτει από τον πιστό λαό του Θεού τα φοβερά αυτά ολισθήματά της που την καθιστά αυτόχρημα ψευδοσύνοδο; 
  9. Θα κλείσουμε τις ταπεινές μας θεολογικές παρατηρήσεις με έναν θεοφώτιστο λόγο του άγιουΜάρκου του Ευγενικού, διότι πιστεύουμε ότι ο λόγος του αυτός δίνει το στίγμα της απαντήσεως, που θα έδινε ο ίδιος ο άγιος, αν διάβαζε το κείμενο της Δ.Ι.Σ. προς τον λαό: «ουδέποτε διά μεσότητος άνθρωπε τα εκκλησιαστικά διωρθώθη. Μέσον αληθείας και ψεύδους ουδέν εστίν. Aλλ’ ώσπερ τον του φωτός έξω γενόμενον, εν τω σκότει είναι ανάγκη, ούτω τον της αληθείας μικρόν παρεκκλίναντα, τω ψεύδει λοιπόν υποκείσθαι φαίημεν αν αληθώς». 

(Συνεχίζεται).   

add
Share This Article