γ. Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης: «ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἕνα μαστίγιο πού μαστίζει κάθε δαιμόνιο λογισμό»

mike
By
9 Views
10 Min Read

Ὁ διάβολος μᾶς ἐμποδίζει να λέμε την προσευχή, διὰ νὰ ἠμπορῆ νὰ μᾶς αἰχμαλωτίζη εὐκολώτερα. Μᾶς φέρει ἀμέλεια, μᾶς φέρει μέριμνα, μᾶς φέρει χίλια δύο ἐμπόδια, μέ μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση τῆς προσευχῆς.

Ὅπως ἀπεδείχθη ἀπό πολλά βέβαια γεγονότα πείρας, οἱ δαίμονες φρίττουν πρό τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἴδιοι τό ὡμολόγησαν διά στόματος ἀνθρώπων, ὅτι καίονται, ὅταν προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος.

Ἦταν ἕνας μοναχός καί εἶχε πέσει εἰς ἀμέλεια πολλή, τόσον ὥστε καί τόν κανόνα του ἄφησε καί ἐστρέφετο πρός τόν κόσμο. Ἐπῆγε εἰς τήν πατρίδα του Κεφαλληνία, ὅπου ὡς γνωστόν προστρέχουν οἱ δαιμονιζόμενοι χάριν θεραπείας εἰς τόν Ἅγιο Γεράσιμο. Καί λοιπόν, πηγαίνοντας καί αὐτός νά προσκυνήση τὸν Ἅγιον, ἀφοῦ εὑρέθη εἰς τήν πατρίδα του, τόν συναντᾷ μία δαιμονισμένη εἰς τόν δρόμο καί τοῦ λέγει:

–Ξέρεις τί κρατᾶς στο χέρι σου; Ἄχ, νά ἤξερες ταλαίπωρε, τί κρατᾶς στο χέρι σου! Νά ἤξερες πόσον μέ καίει ἐμένα αὐτό τό κομποσχοίνι σου· καί σύ τό κρατᾷς ἔτσι ἀπό συνήθεια, γιά τόν τύπο!

Ἐμβρόντητος ἔμεινε ὁ μοναχός. Από Θεοῦ ἦτο νά ὁμιλήση ἔτσι τὸ δαιμόνιο. Συνῆλθε. Τόν ἐφώτισε ὁ Θεός καί λέγει εἰς τόν ἑαυτό του:

–Γιά ἰδές τί κάνω ὁ ἀνόητος! Κρατῶ στο χέρι μου το δυνατώτερο ὅπλο καί δέν ἡμπορῶ νά χτυπήσω ἕνα διάβολο. Καί ὄχι μόνον νά τόν κτυπήσω δέν ἠμπορῶ, ἀλλά μέ σύρει καί αἰχμάλωτο ὅπου θέλει. Ήμαρτον Θεέ μου!

Καί τήν ἰδίαν ἐκείνη στιγμή ἀναχωρεῖ μετανοημένος διά το Μοναστήρι του. Καί ἐρχόμενος ἔβαλε πάλιν καλή ἀρχή. Καί τόσον ἐπρόκοψε εἰς τὴν εὐχή καί τὴν ἄλλη μοναχική πολιτεία, ὅπου ἔγινε ὑπόδειγμα ὦφελείας εἰς πολλούς. Τόν ἐπρόλαβε καί ἡ ταπεινότης μου αὐτόν τόν Γέροντα. Δέν ἄκουες ἀπό τό στόμα του ἄλλο, παρά τό: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Ακατάπαυστα. Τοῦ ἔλεγες κάτι, σοῦ ἔλεγε δύο λέξεις καί ἡ γλῶσσα του ἐγύριζε εὐθύς εἰς τήν εὐχή. Τόσον τὴν εἶχε συνηθίσει. Τόσον τόν εἶχε ἀλλοιώσει. Καί να σκεφθῆ κανείς ὅτι τήν ἀξία τῆς εὐχῆς καί τοῦ κομποσχοινίου τοῦ τήν ἀπεκάλυψε –χωρίς βέβαια νά θέλη– ὁ διάβολος, κατά τά κρίματα καί τίς ἀνεξιχνίαστες βουλές τοῦ Ὑψίστου!

Ἄκουσε καί ἄλλη διήγηση παρόμοια: Ὅταν ἤμεθα εἰς τήν Νέα Σκήτη, ζῶντος τοῦ Γέροντός μου Ἰωσήφ, μᾶς ἦλθε ἕνας νεαρός δαιμονισμένος.

Ὁ Γέροντας ἀπό εὐσπλαχνία τούς ἐδέχετο αὐτούς τούς δυστυχεῖς. Ἔμεναν ὅσον ἤθελαν καί κατόπιν ἔφευγαν μόνοι τους. Αὐτοί δέν ἠμποροῦν νά μείνουν ἐπί πολύ εἰς ἕνα τόπο. Ὅλοι ὅσοι δέν ἔχουν ἀπό Θεοῦ παράκληση μέσα τους, τήν ἀναζητοῦν ἀλλάσσοντας τόπους καί ἀνθρώπους.

Ὁ νέος αὐτός εἶχε δαιμόνιο γυναικός τοῦ δρόμου. Ὅταν τὸν ἔπιανε, ἄλλαζε ἡ φωνή του ὡς φωνή «κοινῆς» γυναικός καί ἔλεγε πράγματα, περί τῶν ὁποίων «αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν» κατά τόν Ἀπόστολον (Ἐφεσ. 4, 12). Ήταν στην τέχνη βαρελοποιός. Αφήνομε τό ὄνομά του. Ἔμεινε λοιπόν εἰς τήν Συνοδεία μας ἀρκετόν καιρό καί τίς ὧρες τῆς ἐργασίας ἐρχόταν εἰς τὸ ἐργόχειρο να βοηθῆ ὅ,τι ἡμποροῦσε. Την τρίτη ἡμέρα μοῦ λέγει:

–Πάτερ, δέν μέ μαθαίνεις καί ἐμένα νά κάμω σφραγίδια; Αὐτά τά βαρέλια πού κάνω, εἶναι βαριά δουλειά. Καί ἔχω κι αὐτόν ἐδῶ μέσα μου, που συνεχῶς μέ καταρρακώνει.

–Να σε μάθω, ἀδελφέ μου, νάναι εὐλογημένον! Νά, ἔτσι καί ἔτσι θά κάνης. Τά ἐργαλεῖα εἶναι ἐδῶ τὰ ξύλα ἐκεῖ· τὰ δείγματα μπροστά σου· σ’ αὐτόν τόν πάγκο θά ἐργάζεσαι. Μόνον πού, καθώς βλέπεις ἐδῶ εἰς τήν Συνοδεία ὅλοι οἱ πατέρες δέν ὁμιλοῦν, λέγουν πάντοτε τήν «εὐχήν».

Λέγοντας αὐτά ἤθελα νὰ ἀποφύγω ὅσον το δυνατὸν τήν ἀργολογία καί τόν μετεωρισμό μου εἰς τήν προσευχή. Αλλά καί κάτι ἄλλο μοῦ ἐγεννήθη εἰς τὸν νοῦν ἐκείνη τήν στιγμή. Ἆραγε, ἐσυλλογίσθην, οἱ δαιμονιζόμενοι ἠμποροῦν νά λέγουν τήν «εὐχήν»; Ἐπιάσαμε λοιπόν, τό ἐργόχειρο καί τήν εὐχή. Δέν ἐπέρασαν λίγα λεπτά καί ἄναψε ὁ δαίμονας μέσα του. Ἄλλαξε τήν λαλιά του καί ἄρχισε νά φωνάζη, νά αἰσχρολογῆ, νά ἀπειλῆ, νά ὑβρίζη:

–Σκάσε κασίδη! ἔλεγε ἀπό μέσα. Σκάσε! Παῦσε αὐτό τό μουρμουρητό! Τί λές καί λές τὰ ἴδια λόγια συνέχεια. Παράτα αὐτές τίς λέξεις. Μέ ζάλισες. Καλά εἶμαι μέσα σου. Τί θέλεις καί μέ ἀναστατώνεις;

Εἶπε κάμποσα ἔτσι. Τόν ἐπαίδευσε. Τόν ἄφησε…

–Εἶδες τί μοῦ κάνει; μοῦ λέγει ὁ κακόμοιρος. Νά, αὐτά τραβῶ συνέχεια.

– Ὑπομονή, ἀδελφέ μου, τοῦ λέγω· ὑπομονή! Μήν τοῦ δίδης σημασία. Δέν εἶναι ἰδικά σου αὐτά, να στενοχωρῆσαι. Ἐσύ φρόντισε τήν εὐχή.

Ἐσχολάσαμε ἀπό τό ἐργόχειρο καί ἐπηγαίναμε πρός τόν Γέροντα. Καί πηγαίνοντας μοῦ λέγει:

–Πάτερ, νά κάνω καμμία εὐχή και γι’ αὐτὸν ποὺ ἔχω ἐδῶ μέσα μου, νά τόν ἐλεήση καί αὐτόν ὁ Θεός; Ε, τί ἦταν νὰ τὸ εἴπη ὁ ταλαίπωρος! Παρευθύς τόν πιάνει το δαιμόνιο, τόν σηκώνει ἐπάνω καί τόν «βροντάει» κάτω· ἐταράχθη ὁ τόπος. Αλλάσσει τήν γλῶσσά του καὶ τὸν ἀρχίζει:

–Σκάσε κασίδηηηηη! Σκάσε, σοῦ εἶπα. Τί εἶναι αὐτά πού λές; Τί ἔλεος; Ὄχι ἔλεος! Δέν θέλω ἔλεος! Ὄχι! Τί ἔκανα να ζητῶ ἔλεος; Εἶναι ἄδικος ὁ Θεός! Γιά μιά μικρή ἁμαρτία, γιά μιά ὑπερηφάνεια, μέ ἐξώρισε ἀπό τήν δόξα μου. Δέν φταῖμε ἐμεῖς. Αὐτός φταίει. Αὐτός να μετανοήση! Ὄχι ἐμεῖς! Μακρυά ἀπό ἔλεος!

Τόν ἐπαίδευσε πολύ· τόν ἄφησε ράκος. Ἐγώ ἔφριξα εἰς τά λεγόμενα ἀπό τοῦ δαίμονος. Ἐκατάλαβα δε διά πείρας, εἰς ὀλίγα λεπτά, ὅσα θά ἦτο ἀδύνατον νά καταλάβω, διαβάζοντας περί δαιμόνων μύρια βιβλία. Συνεχίσαμε τόν δρόμο μας πρός τόν Γέροντα. Ὁ Γέροντας τόν ἐδέχετο καί τοῦ ὡμιλοῦσε πάντοτε μέ πολλή ἀγάπη. Καί ἦτο πάντα ἤρεμος μαζί του. Προσηύχετο πολύ δι’ αὐτούς, διότι ἐγνώριζε τί μαρτύριο ὑπέμενον ἀπό τούς δαίμονας. Καί μᾶς ἔλεγεν:

–Ἐάν ἡμεῖς, πού τούς ἔχομε ἀπό ἔξω, παιδευώμεθα τόσον ἀπό τούς λογισμούς καί τά πάθη, τί μαρτύριο ὑποφέρουν αὐτοί οἱ δυστυχεῖς, πού τούς ἔχουν ἡμερόνυκτα μέσα τους!

Καί κουνώντας το κεφάλι του λυπηρά συμπλήρωνε: Ἴσως αὐτοί περνοῦν τήν κόλασή τους ἐδῶ. Ὅμως, ἀλλοίμονο εἰς ἐκείνους, πού δέν θά μετανοήσουν, διά νά τούς παιδεύση εὔσπλαχνα ὁ Θεός, μέ τόν ἕνα ἤ μέ τόν ἄλλο τρόπο εἰς τήν παροῦσα ζωή! Καί ἀνέφερε τόν λόγο ἑνός Ἁγίου, πού λέγει: «Εάν βλέπης ἄνθρωπο νά ἁμαρτάνη φανερά καί νά μή μετανοῆ, καί νά μή τοῦ συμβαίνη κανένα λυπηρό εἰς τὴν παροῦσα ζωή ἕως τήν ὥρα τοῦ θανάτου του, να γνωρίζης ὅτι ἡ ἐξέταση τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ θά εἶναι χωρίς ἔλεος κατά τήν ὥρα τῆς Κρίσεως».

Καί λέγοντος τοῦ Γέροντος αὐτά, ἐμεῖς ἐβλέπαμε ὁλοένα καί συμπαθέστερα τον πειραζόμενον ἀδελφό. Εἰς τις Ἀκολουθίες αὐτὸς δὲν ἐπήγαινε μέσα εἰς τὴν ἐκκλησία μὲ τοὺς πατέρας, ἀλλά ἐγύριζε ἔξω εἰς τα βράχια με το κομποσχοίνι καί ἐφώναζε συνεχώς τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Αντιβοοῦσε ὁ τόπος.

Εἶχε λάβει πεῖραν πόσον ἡ εὐχή καίει τόν δαίμονα. Καί ἐκεῖ πού τριγυρίζοντας τα βράχια ἔλεγε άκατάπαυστα τήν εὐχή, αἴφνης ἄλλαζε ἡ φωνή του καί ἄρχιζε ὁ δαίμων:

–Σκάσε, σοῦ εἶπα, σκάσε! Μ᾿ ἔσκασες! Τί κάθεσαι ἐδῶ ἔξω καί γυρίζεις τά βράχια καί μουρμουρίζεις; Πήγαινε μέσα μέ τούς ἄλλους καί ἄφησε αὐτό τό μουρμουρητό. Τί λές καί ξαναλές τά ἴδια καί τά ἴδια μέρα – νύχτα καί δέν μ’ ἀφήνεις στιγμή νά ἡσυχάσω; Μέ ζάλισες, μέ ζεμάτισες, μέ καῖς· δέν τό καταλαβαίνεις; Καί ὅταν ἐπερνοῦσε ἡ ὥρα τοῦ πειρασμοῦ, ἐκεῖνος πάλιν τήν εὐχή μέ τό κομποσχοίνι: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Εἶχε καταλάβει πολύ καλά αὐτό, πού ὁ διάβολος ἐνόμιζε ὅτι δέν ἠμπορεῖ νά καταλάβη. Καί ἦτο πόνος ψυχῆς ἀλλά καί μία ἐλπίδα, νά τὸν βλέπης νὰ ὑποφέρη, νά ἀγωνίζεται, νά ὑπομένη. Τέλος ἔμεινε καιρό μαζί μας καί ἀρκετά βελτιωμένος ἔφυγε. Δέν τόν ξαναείδαμε ὅμως. Ὁ Θεός γνωρίζει τί ἀπέγινε.

Είδατε τήν δύναμη τῆς εὐχῆς καὶ τὸ ἀμετανόητο τῶν δαιμόνων; Κατακαίονται καί φωνάζουν ὄχι ἔλεος! Καί κατακρίνουν ἀκατάπαυστα τόν Θεό. Ὦ τῆς ἑωσφορικῆς ὑπερηφανείας! Άραγε κατά τί διαφέρει ἔνας ἐγωϊστής, ἕνας ἀμετανόητος ἕως τέλους ἄνθρωπος ἀπό ἕνα δαίμονα; Ἕνας ὅπου δέν καταδέχεται νά όμολογήση τόν Χριστόν Θεό καί ἄνθρωπο καί νά ζητήση τὸ ἔλεος καί τήν εὐσπλαγχνία Του!

Κατανοεῖτε τώρα τό βαθύτερο νόημα τῆς εὐχῆς; Πῶς φανερώνει τούς ἀνθρώπους, πόσον εἶναι ὁ καθείς πλησίον ἤ μακράν τοῦ Χριστοῦ;

Ἡμεῖς ἀφήνομε τούς λογισμούς καί μᾶς κυριεύουν. Αφήνομε τούς λογισμούς καί μᾶς αἰχμαλωτίζουν, ἐνῶ ἔχουμε τό πάμφωτο ὅπλο τῆς προσευχῆς· τό ὅπλο αὐτό, πού λέγεται φωτιά καί πῦρ. Εἶναι ἕνα μαστίγιο ἡ προσευχή αὐτή, πού μαστίζει κάθε δαιμόνιο λογισμό…

Κτύπα ἀλύπητα τήν αἰσχρή φαντασία μέ τόν θεῖο φόβο καί τήν εὐχή· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Προσεύχου συνέχεια… Τέλος χωρίς βία καί πίεση τοῦ ἑαυτοῦ μας δέν γίνεται τίποτε τό πνευματικό.

Πηγή: «Δοκιμασμένες Νουθεσίες σὲ Πνευματικὰ Ζητήματα», Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, σέλ.44-49

Συντάκτης

filippiaven

add
TAGGED:
Share This Article